Thursday, September 20, 2007

Εικόνες μικρού μήκους

[Ανταπόκριση από το Φεστβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας]

Εικόνες, εικόνες, εικόνες. Εδώ, που το "μέγεθος" δεν μετράει, τα πάντα έχουν να κάνουν με εικόνες. Εικόνες στη μεγάλη οθόνη, από κινηματογραφιστές από κάθε γωνιά του κόσμου που μας καταθέτουν κομμάτια της ψυχής τους μέσα από τα φιλμ τους, εικόνες από τους ηλιόλουστους ή βροχερούς δρόμους της Δράμας, από τα πρόσωπα των διψασμένων σινεφιλ και των ενθουσιωδών δημιουργών.
Το 13ο Διεθνές Διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβαλ μου έχει αφήσει μέχρι στιγμής τις καλύτερες εντυπώσεις. Το ισπανικό «Salvador», με θέμα του τις πρόσφατες επιθέσεις αυτοκτονίας στη Μαδρίτη, θέτει με εύστοχο, αιχμηρό αλλά ταυτόχρονα ευαίσθητο τρόπο ενδιαφέροντα ερωτήματα, ενώ το γαλλοσενεγαλέζικο «Ουσμαν» με άγγιξε και με συγκίνησε, το καλογυρισμένο αμερικάνικο «Chicxulub» άφησε επίσης καλές εντυπώσεις. Το κωμικό γαλλικό ο "Μότσαρτ των πορτοφολάδων" κέρδισε τα χαμόγελα αλλά και την προσοχή των θεατών, ενώ ο σουρεαλιστικός, αλληγορικός «Οσφριστής» επιβεβαίωσε την υποψία ότι από τη Νορβηγία έρχεται ένα σινεμά σύγχρονο και πρωτοποριακό. Το γερμανικό "Ακτίνα φωτός" μου κράτησε το ενδιαφέρον με τον πολύ καλό ρυθμό του και την έξυπνη κεντρική ιδέα του, ενώ στο σημερινό πρόγραμμα, ξεχώρισα το βραζιλιάνικο "Σάλιο" με τις περιπέτειες και τις αγωνίες ενός πρώτου φιλιού και το σπαρακτικό "Ela" από το Ην. Βασίλειο.
Στο ελληνικό τώρα πρόγραμμα, που το Φεστιβάλ γιορτάζει τα 30 του χρόνια, είδαμε μέχρι τώρα το τμήμα "Έλληνες του κόσμου", με παραγωγές υψηλού επιπέδου, αλλά ιδέες όχι τόσο πρωτότυπες, συνήθως με αρκετές δόσεις νοσταλγίας. Στο τμήμα των σπουδαστικών ταινιών πολλές οι νέες ιδέες και ιδιαίτερα ελπιδοφόρες παραγωγές γενικότερα, που με γέμισαν αισιοδοξία, όπως το καλοστημένο και έξυπνο "76.543" του Ζαχαρία Μαυροειδή και η "Χάρη" του Γαβριήλ Τζάφκα.
Αλλά αισιοδοξία δε με γέμισαν μόνο οι εικόνες επί της οθόνης, αλλά και τα όσα βλέπω έξω από τις αίθουσες, στους δρόμους της Δράμας. Ενδιαφέροντες δημιουργοί, σημαντικοί Άνθρωποι, όμορφες στιγμές, γλυκά ξενύχτια, βροχή ανακατεμένη με ήλιο, κουβέντες και τσιγάρα, άνθρωποι μπλεγμένοι σε εικόνες, εικόνες, εικόνες.
Μικρού μήκους ταινίες, μα μεγάλου μήκους όραμα σ’ αυτή την πόλη, που για αυτή τη βδομάδα χτυπάει η καρδιά της κινηματογραφόφιλης Ελλάδας. Ο παλμός της με παρασέρνει. Εσείς, τον ακούτε;

Tuesday, September 11, 2007

"Dans Paris", του Christophe Honoré

Μια ταινία γεμάτη άρνηση. Οι πρωταγωνιστές της αρνούνται να παραδεχτούν τα συναισθήματά τους, αρνούνται να δεχτούν τη συντροφικότητα, αρνούνται να αποδεχτούν την απώλειά της, αρνούνται να αποδεχτούν το θάνατο, αρνούνται να αγκαλιάσουν ο ένας τον άλλον. Και η ίδια η ταινία, αρνείται να ξετυλιχτεί με συμβατικούς όρους. Μια οικογένεια μισή σε ανθρώπους και συναισθήματα, γεμάτη μπερδεμένες σχέσεις, με δυο γιους συναισθηματικά ανάπηρους κι έναν πατέρα ανίκανο να διοχετεύσει σωστά την αγάπη του και τον υπερπροστατευτισμό του, θα συναντηθεί σε μια αναγκαστική συγκατοίκηση, που θα φέρει τα δυο αδέρφια -και τις δυο αρνήσεις τους- σε μετωπική -αλλά όχι βίαιαη- σύγκρουση. Από τη μία, η πλήρης κατάρρευση του χωρισμένου Πωλ, με μια κατάθλιψη σχεδόν ψυχαναγκαστική και από την άλλη η μάλλον επίπλαστη, μα επιφανειακά διασκεδαστική, πλήρης συναισθηματική αδιαφορία του Τζοναθαν.
Και μέσα σε μια μόλις μέρα, με μερικές βουτιές στον Σικουάνα, μια μεγάλη βόλτα στην πόλη με πολλές παρακάμψεις, μερικά τηλεφωνήματα χωρίς απάντηση και ένα παιδικό παραμύθι, η "επιστροφή στο Παρίσι", θα αποδειχθεί καταλυτική -και για τους δυο.
Κι αν η ταινία, συνολικά, αυθάδικα αρνείται να δοθεί στο θεατή, ακριβώς όπως οι πρωταγωνιστές αρνούνται να δοθούν στις σχέσεις τους, και τριγυρίζει μάλλον αδιάφορα τόσο στους δρόμους του Παρισιού όσο και στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων της, αυτή η σκηνή κατάφερε να γλιστρήσει μεσα στην καρδιά μου..

Monday, September 3, 2007

"The Apartment", του Billy Wilder


Ένας υπάλληλος ιδανικός: εργατικός, έντιμος και αφοσιωμένος. Και, βέβαια, κάτοχος του "κλειδιού". Του κλειδιού της μικρής γκαρσονιέρας του, που είναι και το κλειδί της επιτυχίας του -Ελπίζει. Γιατί οσο το κλειδί του αλλάζει χέρια και το διαμέρισμα "αξιοποιείται" από υψηλά ιστάμενους, τόσο φάινεται να ανεβαίνει σε θέσεις και ορόφους τις εταιρείας ο γλυκύτατος Bud.
Μόνο, που, κάπου ανάμεσα στους ορόφους που ανεβοκατεβαίνει, πίσω από μια πόρτα του ασανσερ, τον παραμονεύει ο έρωτας.
Πόσο χαμηλά λοιπόν θα ανεχτεί να πέσει, στην προσπάθειά του να φτάσει στο πιο υψηλό γραφείο της εταιρείας; Και πόσο θα αντέξει να προσποιείται τον ευτυχισμένο, υποδυόμενος έναν εαυτό εντελώς αντίθετο με τον πραγματικό, όταν η πραγματική ευτυχία και ο έρωτας θα του χτυπήσουν την πόρτα;
Με ένα δακρυσμένο χαμόγελο και ένα πικρό γέλιο, για άλλη μια φορά κοίταξα μέσα από τη χαραμάδα του διαμερίσματος κατευθείαν στην ψυχή του C.C Baxter. Και, λίγο, στη δική μου.

[Μια πολύ σύντομη αναφορά στη λατρεμένη ταινία του Wilder, με αφορμή μια αναπάντεχη μετακόμιση και το νέο μου διαμέρισμα. Τρέξιμο και ευτράπελα ανευ προηγουμένου, και μια βδομαδα μετά, το νέο σπίτι έχει βάλει τα καλά του και είναι έτοιμο να με υποδεχτεί. Ελπίζω να με υποδεχτεί καλά. Δεν σας κρύβω οτι φοβάμαι λίγο.]

Monday, August 20, 2007

"Τί είδε η γυναίκα του Λωτ;", της Ιωάννας Μπουραζοπούλου


'Οταν όλα καίγονταν, τη στιγμή του τέλους, ένας άνθρωπος είχε το θάρρος (-ή πιο απλά την ακατανίκητη περιέργεια) να γυρίσει και να κοιτάξει. Να δει τα Σόδομα και τα Γόμορα να καταστρέφονται. Και τί είδε λοιπόν; Γιατί αυτό που είδε η μυθική γυναίκα του Λωτ ήταν τόσο τρομερό που έπρεπε να μεταμορφωθεί σε στήλη άλατος;
"Τί ήταν λοιπόν αυτό που είδε, που άξιζε μια τέτοια τιμωρία;", αναρωτιέται η Ιωάννα Μπουραζοπούλου -και μας κινεί την περιέργεια, προκαλώντας μας να κοιτάξουμε κι εμείς, με τον κίνδυνο βέβαια να μεταμορφωθούμε κι εμείς σε αλάτι.
Σ'αυτό το μυστηριώδες μωβ αλάτι που έπλασε η οργιώδης φαντασία της, που μ'αυτό έπνιξε τον κόσμο όλο και δημιούργησε έναν νέο χάρτη. Και στη μέση αυτού του νέου χάρτη, του πλημμυρισμένου, τοποθέτησε τα σύγχρονα Σόδομα, την "Αποικία". Πάνω από τη Νεκρά Θάλασσα, εκεί που αναβλύζει, λέει, το ιώδες αλάτι, η μεταμορφωμένη γυναίκα του Λωτ, εκεί που παράγεται το εθιστικό μυστήριο, εκεί βρίσκονται τα σύγχρονα Σόδομα. Που όμως είναι ήρεμα, καλοκουρδισμένα, λιμνάζοντα. Από την τρυφηλότητα των μυθικών διδύμων πόλεων, στην σύγχρονη Αποικία δεν έχει απομείνει παρά μόνο η απληστία. Και ο αμοραλισμός. Και ο φόβος. Και κυρίως, η ενοχή.
Στα σύγχρονα Σόδομα που περιγράφονται στο βιβλίο, οι πάντες είναι εθελουσίως υποταγμένοι, έχοντας εκχωρήσει την ελευθερία τους σ'εναν αόρατο άρχοντα. Σ'αυτόν που εξουσιάζει το εθιστικό αλάτι. Στην πραγματικότητα όμως είναι υποταγμένοι στις ενοχές τους, στις ενοχές για τον κόσμο που άφησαν πίσω. Και στον φόβο πως αυτός ο κόσμος θα τους αναζητήσει. Βρίσκονται εκούσια αποκλεισμένοι, γνωρίζοντας τη διέξοδο αλλά αρνούμενοι να την αντικρύσουν: σαν τους δυστυχισμένους μπουρζουάδες που έκλεισε στην έπαυλη ο Μπουνιουέλ. Μέχρι που στην Αποικία θα έρθει ένας πραγματικός "Άγγελος Εξολοθρευτής". Ασκώντας την μυστήρια γοητεία που ασκεί ο αινιγματικός επισκέπτης στο "Θεώρημα" του Παζολίνι, θα εμφανιστεί ένα μυστήριο πλάσμα που θα ταρακουνήσει τα ελώδη νερά της Αποικίας και θα προκαλέσει τους παρατημένους, παραδομένους Αποίκους να κάψουν οι ίδιοι την καταραμένη πολιτεία τους. Και να τη δουν οι ίδιοι να καταστρέφεται..
Και τί είδαν λοιπόν; Τί είδαμε εμείς, οι μάρτυρες της καταστροφής;
Το θέαμα δεν ήταν φαντασμαγορικό, μα είναι σκληρό και αληθινό. Και ταυτόχρονα, λίγο αισιόδοξο. Γιατί το τίμημα της γνώσης δεν μπορεί ποτέ να είναι η τιμωρία.

[Στα νησιά έμεινα πίσω ως προς τα κινηματογραφικά, έπιασα όμως τα βιβλία. Για το συγκεκριμένο, με παρακίνησαν πολλοί γνωστοί και τελικά δεν το μετάνιωσα -ίσως μόνο γιατί κάηκα από τον ήλιο, παρασυρμένη από την πλοκή του..]

Sunday, August 19, 2007

20 ταινίες για 20 κεράκια

I'm a year older!

Μια λίστα που θα αλλάζει χρόνο με το χρόνο,
20 ταινίες, χωρίς σειρά και χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, για τα 20 χρόνια:

Amarcord
Happiness
The Thomas Crown Affair
Casablanca
In the Mood For Love
The Usual Suspects
Le Fabuleux Destin D'Amelie Poulain
North By Northwest
American Beauty
Eternal Sunshine Of A Spottless Mind
8 1/2
Das Leben Der Anderen
Wild Strawberries
Η Καλπικη Λιρα
Eduart Scissorhands
OldBoy
Underground
Monty Python's Meaning Of Life
Les Invasions Barbares
El Angel Exterminador

Monday, August 6, 2007






"I crave white on white and black, but my thoughts race in glorious techniocolour, prodding me awake, whipping away the warm blanket of invisibility every time it swears my mind in nothing"






[Sarah Kane, Crave. Φωτογραφίες από καλοκαιρινές διακοπές]

"Ιστορίες από το αμερικανικό σινεμά Ν2: η μεγάλη περιδίνηση", του Αλέξη Δερμεντζόγλου


Διαβάζοντας αυτές τις «ιστορίες», στο μυαλό μου ασυναίσθητα ξεκίνησε ένα κινηματογραφικό γαϊτανάκι –όμοιο μ’ αυτό που τρέχει στο μυαλό του συγγραφέα: Κάθε σκηνή έφερνε στο νου μια άλλη σκηνή, κάθε χαρακτήρας τραβούσε από το χέρι έναν άλλο χαρακτήρα, κάθε ιστορία μπλεκόταν στο σενάριο μιας άλλης ιστορίας και κάθε ταινία έδινε έτσι τη σειρά της σε μια άλλη ταινία σ’ενα συνειρμικό γαϊτανάκι εικόνων χωρίς ουσιαστικά τελειωμό. Και δημιουργήθηκαν έτσι αβίαστα θεματικές ενότητες, προέκυψαν συνδετικοί κρίκοι ταινιών και σκηνοθετών, δημιουργήθηκε ένα μεγάλο σύνολο που μέσα του χώρεσαν κάθε είδους ιστορίες από το αμερικανικό σινεμά της τελευταίας 10ετίας.
Οι «ιστορίες από το αμερικάνικο σινεμά» του Αλέξη Δερμεντζόγλου δεν είναι επουδενί ένα κινηματογραφικό εγχειρίδιο, δεν είναι οδηγός ταινιών, δεν είναι κριτική αποτίμηση. Δεν έχει την επιστημονικοφανή έπαρση ενός επαγγελματία κριτικού ούτε την αλαζονεία μιας δήθεν αυθεντίας. Αντίθετα είναι ένα βιβλίο γραμμένο με τη λαχτάρα ενός ερασιτέχνη -με την κυριολεκτική έννοια του όρου- και την αφοσίωση ενός ανθρώπου που καταναλώνει εικόνες όπως αναπνέει.
Οι «ιστορίες από το αμερικάνικο σινεμά», διηγούνται απλά και ανεπιτήδευτα ιστορίες. Ιστορίες και σκέψεις προσωπικές, που δημιουργήθηκαν στο μυαλό του συγγραφέα καθώς παρακολουθούσε αδιάλειπτα τα κινηματογραφικά έργα. Σκέψεις και ιστορίες που δημιουργούνται στο μυαλό όλων μας όταν βρισκόμαστε στα σκοτεινά καθίσματα απέναντι από τη μεγάλη ή τη μικρή οθόνη. Είναι σκέψεις που δεν χρειάζεται -δεν μπορεί- να είναι αξιολογικές. Γι’ αυτό άλλωστε κι έχουν αξία. Και γι’αυτό διαφέρουν στον καθένα μας.
Οι «ιστορίες» αυτές θα είναι αναμφίβολα μια αφορμή για κάθε κινηματογραφόφιλο να πλάσει τις δικές του ιστορίες, διαφωνώντας ή συμφωνώντας με τις επιλογές του συγγραφέα, προσθέτοντας ονόματα και τίτλους που τυχόν λείπουν, αναπολώντας τις δικές του, προσωπικές σκηνές, αξιολογώντας τις δικές του αγαπημένες ταινίες και συνδέοντάς τες με άλλες, περισσότερο ή λιγότερο αγαπημένες, αλλά πάντα για κάποιο ιδιαίτερο λόγο σημαντικές. Ο Αλέξης Δερμεντζόγλου, παίζοντας συνεχώς με το μοτίβο της απώλειας και της απουσίας, γεμίζει το κενό αυτό με ιστορίες από το αμερικάνικο σινεμά, βουτώντας στη δίνη των κινηματογραφικών εικόνων. Και μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του, μας καλεί κι εμάς σ’αυτή την περιδίνηση.
Μια κινηματογραφική πρό(σ)κληση σε ένα διασκεδαστικό παιχνίδι εικόνων και ταυτόχρονα ένα ουσιαστικό μάθημα για την ιστορία του αμερικάνικου σινεμά, μέσα από ιστορίες που, χωρίς να το γνωρίζουμε, μοιραστήκαμε στις σκοτεινές αίθουσες.

[το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ερωδιός, όπως και το πρώτο μέρος]

Friday, August 3, 2007

"Scenes of a sexual nature", του Εd Bloom


Σ’ένα ηλιόλουστο πάρκο στο κέντρο του μουντού Λονδίνου διασταυρώνονται οι ανοιχτές καρδιές μια χούφτας ανθρώπων. Λίγα μόλις μέτρα μακριά από τους πολύβουους δρόμους της μητρόπολης, οι ρυθμοί χαλαρώνουν και άνθρωποι κάθε ηλικίας, χρώματος και φύλου επιδίδονται σε ένα ατέρμονο παιχνίδι φλερταρίσματος: Σχέσεις που ξεκινούν, σχέσεις που τελειώνουν πριν καν ξεκινήσουν, σχέσεις που δεν ξεκίνησαν ποτέ, σχέσεις που χάθηκαν και στην πορεία αναζωπυρώθηκαν. Θραύσματα διαλόγων που δεν ξέρουμε πότε ξεκίνησαν κι ούτε πότε θα τελειώσουν, ερωτικά καλέσματα, βλέμματα, αποκρίσεις. Κάθε κουβέντα και μια προσπάθεια για επαφή. Βρετανικό φλέγμα αλλά και αμηχανία, πρόκληση αλλά και αποθάρρυνση, αποδοχή αλλά και απόρριψη. Μια συνεχής διελκυστίνδα ανάμεσα στον έρωτα και το σεξ, κι όλα αυτά στη διάρκεια μερικών ανέμελων περιπάτων σ’ενα πάρκο, στο διάλειμμα μια τυχαίας μέρας.

Ένα ζευγάρι που χωρίζει, ένα ζευγάρι που τσακώνεται, ένα ζευγάρι που γνωρίζεται, ένας μυστήριος άνδρας που φλερτάρει μια -όχι και τόσο- αθώα κοπέλα, ένα ζευγάρι ομοφυλοφίλων που προσπαθεί να ανανεώσει τη σχέση του, δυο ηλικιωμένοι που ανακαλύπτουν τον χαμένο νεανικό τους έρωτα.
Σχέσεις διαφορετικές, ανάγκες κοινές, συναισθήματα αντιφατικά, διάλογοι διασταυρούμενοι, κι ένα κοινό μονοπάτι: αυτό του έρωτα -που, αν και κοινό για όλους, κρύβει για τον καθένα μας έναν διαφορετικό προορισμό.

Tuesday, July 31, 2007

"Wild Strawberries", του Ingmar Bergman


Ενα παλιο αυτοκινητο και μια τελευταια διαδρομη.
Στασεις στο παρελθον, σε ονειρα και οραματα μιας ζωης που περασε αλλα δεν βιωθηκε, αποκαλυψεις σ' ενα σπιτι στην εξοχη με μια αναμνηση απο αγριες φραουλες που ο ψυχρος καθηγητης Borg δεν γευτηκε ποτε. Μια παρελαση χαρακτηρων με διπλη υποσταση, σ'ενα θεατρο φανταστικο εμπνευσμενο απο τη ζωη που δεν εζησε. 'Η μηπως μια αναπαρασταση αναμνησεων σε μια προσπαθεια ανασυνθεσης μιας ολοκληρης ζωης που ξερει πως φτανει στο τελος; Μια αναγκη εσωτερικη, ενα παιχνιδι της φαντασιας αχρονο και αιωνιο, μ'ενα ρολοι χωρις δεικτες για το χρονο που ακομα κι οταν φτανει το τελος, δεν τελειωνει ποτε.

Ενα καλοκαιρινο βραδυ, στου Ψυρρη. Σε μια ηλικια που ο κινηματογραφος ηταν μονο ανεμελη σαββατιατικη αποδραση στο Village με παρεα και ποπ κορν, ο πατερας μου με πηρε απο το χερι για να δουμε τον αγαπημενο του σκηνοθετη. Ακολουθησα με συγκρατημενη περιεργεια και συγκεκαλυμμενη βαρεμαρα. Δεν ειχε ποπ κορν, ουτε χρωματα στην οθονη.
Ειχε ενα ρολοι χωρις δεικτες και αγριες φραουλες με γευση πικρη. Και μια αποκαλυψη.
Ολα απο καπου ξεκινουν..

Χρονια μετα, ταινιες μετα, φτασαμε αισιως τα φετινα Χριστουγεννα. Φευγοντας απο τη Στοκχολμη, απαιτησαμε να κανουμε μια μικρη παρακαμψη -για το απαραιτητο προσκυνημα στην Ουπσαλα.
Εδω που μεγαλωσε η Φανυ και ο Αλεξανδρος, εδω που φυτρωσαν οι Αγριες Φραουλες, εδω που περασε το Καλοκαιρι με τη Μονικα, εδω που ακουσε Κραυγες και Ψιθυρους, εδω που επαιξε τη Φθινοπωρινη Σονατα, εδω που εζησε Σκηνες απο ενα Γαμο (απο πολλους γαμους), εδω που πρωτοσυναντηθηκε με τη μυστηρια Περσονα, εδω που επαιξε τη μυθικη παρτιδα σκακι. Αυτη που φοβηθηκε πως θα τη χασει, μα τελικα την κερδισε. Χτες το βραδυ, την κερδισε την καταραμενη παρτιδα. Γιατι ο Ingmar Bergman δεν θα πεθανει ποτε.

Teacher (in dream): Would you please diagnose this patient, professor Borg?
Isak Borg: But, this patient is dead.
[the patient bursts into laughter]

[συμβουλη: δειτε τι καλα που τα λεει και ο φιλος
identity cafe, με αφορμη το θανατο των δυο μεγαλων]

Thursday, July 26, 2007



Δεν ειχα προλαβει να τον γνωρισω περισσοτερο, ουτε τον γνωριζα απο παλια. Φετος μου πρωτοεμφανιστηκε, οπως σε πολλους αλλους, μεσα απο τη μεγαλη οθονη, με το υγρο του βλεμμα που καταφερε αυτοστιγμει να κατακτησει τις ζωες μας, τις ζωες των αλλων.
Η δικη του ζωη ηταν απο καιρο αλλου. Και το γνωριζε για χρονια.
Δεν ξερω γιατι η ειδηση του θανατου του με ταραξε τοσο πολυ.
Ισως ειναι πεζο, ισως ειναι επειδη φετος ειδα μεζαμενες τοσες ταινιες του, προσπαθωντας να καλυψω το χαμενο χρονο, μιας και μετα τη μεγαλη "ανακαλυψη" μου οταν στην αρχη της χρονιας τον ειδα στο "Das Leben Der Anderen", αρχισα να ψαχνω μανιωδως τη φιλμογραφια του και να βλεπω οσες περισσοτερες ταινιες του βρηκα. Ενιωθα ετσι σαν να τον παρακολουθω χρονια.
Ομως δεν ειναι μονο αυτο. Δεν ειναι αυτο.
Ειναι ο τροπος που με αγγιζει, καθε φορα, οταν συνειδητοποιω πως ανθρωποι που γνωριζουν πως η τυχη, πως οι στατιστικες, πως η ζωη δεν φαινεται να ειναι με το μερος τους, και αυτοι παρολα αυτα, με πεισμα, παλευουν μεχρι το τελος.
Μια διεθνης αναγνωριση δεν ειναι βεβαια τιποτα, ειναι πολυ λιγο, μπροστα στο θανατο. Οταν ομως παιζεις μαζι του για χρονια και τον ξεγελας χρονο με το χρονο, μηνα με το μηνα, μερα με τη μερα, τουλαχιστον ας ξερεις πως ο αγωνας σου εχει αποτελεσμα. Οτι τον θανατο δεν τον ξεγελασες απλα, αλλα οτι του εβγαλες αυθαδικα τη γλωσσα. Οτι τον ξεπερασες, εστω και για λιγο, μεσα απο την τεχνη. Την τεχνη σου.
Ο Ulrich Muhe την ειχε την αναγνωριση στην πατριδα του, χρονια τωρα, μεσα απο πολυ επιτυχημενες ταινιες (αναζητηστε μερικες: "Funny Games", "Das Schloss", "Βenny's Video" του Χανεκε, "Αmen" του Γαβρα), επωνυμους ρολους σε πολλα θεατρικα εργα (ας μπορουσα να βρω την παρασταση "Blasted" της Sarah Kane που επαιζε προσπερσι στην Schaubuhne..) και δημοφιλεις τηλεοπτικες σειρες. Φετος ομως στοιχειωσε ολοκληρο τον κοσμο με το βλεμμα του. Και δακρυζαμε κι εμεις καθως ακουγε τη σονατα του καλου ανθρωπου, πονουσαμε κι εμεις καθως κρυφακουγε λαθραια τις ζωες των αλλων, λυτρωθηκαμε κι εμεις οταν τελικα εζησε την αληθινη ζωη.
Κι αυτος, μεσα απο την οθονη, ζουσε πραγματι μεσα απο τις ζωες των αλλων. Ζουσε λιγες στιγμες περισσοτερο μεσα απο τους χαρακτηρες που ερμηνευε, κι ετσι καθε μερα εδιωχνε το θανατο λιγο πιο μακρια.
Και τωρα, μεσα απο τους χαρακτηρες του, μεσα απο τις ταινιες του, μεσα απο τα βλεμματα μας, μεσα απο το θαυμασμο μας, μεσα απο τις ζωες των αλλων, θα ζει στο εξης αιωνια.
Δεν ειμαι καλη σε κανενος ειδους αποχαιρετισμους και ετσι δεν ξερω τι επιλογος ταιριαζει σε εναν τετοιο αποχαιρετισμο.
Θα δανειστω απο τον φιλο identity cafe και θα πω απλα,
Ulrich, das ist fur dich.

Wednesday, July 18, 2007

"Le Grand Bleu" του Luc Besson

Θα επανελθω απο βδομαδα με κειμενακι για την ταινια.

Προς το παρον, παω να το θαυμασω απο κοντα και ..να ριξω και καμια βουτια!



Καλο Καλοκαιρι!

Monday, July 9, 2007

Cinetheatrical Monologues

Ποτέ μέχρι σήμερα δεν πίστευα οτι τίθεται θέμα διλήμματος.
Ούτε τώρα το πιστεύω, αλλά πρώτη φορά χτες μου τέθηκε τόσο ρητά, και η απορία, ειλικρινής, μου έμεινε: "Κινηματογράφος ή θέατρο; Τί από τα δύο προτιμάς; Mα δεν μπορεί να σ'αρέσουν εξίσου, κάποιο θα πρέπει να προτιμάς από τα δύο.."

Από τη μία είναι η αμεσότητα, η ένταση, η παροδικότητα. Η αναπαράσταση της πραγματικότητας, συνήθως καθ'υπερβολην μα κι άλλες φορές με αξιοθαύμαστη ρεαλιστικότητα, σε απόσταση μόλις λίγων μέτρων. Μια πραγματικότητα στη σκηνή, άλλη πραγματικότητα στα καθίσματα, μα είναι εκεί, αληθινοί, χειροπιαστοί, δίπλα σου, αναπνέουν τον αέρα σου, ακούνε τη φωνή σου, τον ψίθυρό σου, αλλά είναι ταυτόχρονα σε μια άλλη πραγματικότητα, που σε δύο ώρες θα έχει εξαφανιστεί, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Μια σύντομη μετάβαση στο "άλλο", μια μεταμόρφωση που γίνεται μπροστά σου, δίπλα σου. Δύο διαφορετικά, παράλληλα σύμπαντα, μα τα σύνορά τους δεν είναι σαφή. Σε κάθε παράσταση, το άλλο σύμπαν ξετυλίγεται νομίζεις για σένα, για λίγες ώρες, και μετά αυτή η διάσταση εξαφανίζεται από τον πραγματικό μας κόσμο. Αλλά και πάλι, το σύμπαν που δημιουργήθηκε έστω και για μια θέαση αντέχει στο διηνεκές, με τον τρόπο του. Αποτυπωμένο στο εσωτερικό μας σελιλόιντ. Που μπορεί να φθείρεται με το χρόνο, μα ζει ως ανάμνηση ενός κόσμου που για λίγο υπήρξε -και γι'αυτό το διάστημα ήταν πιο έντονος και από την πραγματικότητα που τον περιέβαλλε.

Από την άλλη υπάρχει το σελιλόιντ των απεριόριστων δυνατοτήτων. Της αναπαράστασης αλλά και της αποτύπωσης της πραγματικότητας. Της αμεσότητας, που όμως δεν είναι χειροπιαστή σαν τη θεατρική, γιατί με αυτή την πραγματικότητα σε χωρίζει ένα πανί, πολλές ώρες γυρισμάτων γεμάτες "cut" και επαναλήψεις. Αλλά σε ενώνει η αλήθεια της εικόνας. Μιας εικόνας χωρίς όρους. Η άλλη πραγματικότητα που ξετυλίγεται μπροστά σου, είναι ένας άλλος, απεριόριστος και αιώνιος κόσμος, που υπάρχει παράλληλα με τον δικό μας, τον πραγματικό. Ο κινηματογραφικός κόσμος δεν είναι θνησιγενής σαν τον θεατρικό. Είναι αιώνιος. Αποτυπώνεται και ζει στο διηνεκές. Με κάθε ταινία, δημιουργείται ένα παράλληλο σύμπαν, ερήμην σου, που ως θεατής δεν το βιώνεις εν τη γενέσει του όπως στο θέατρο, αλλά θα υπάρχει για πάντα, όχι ως ανάμνηση, αλλά ως εικόνα. Για σένα αλλά και για τους άλλους. Σαν καταφύγιο, σαν παγίδα, σα φυλακή και σαν σωτηρία από τον πραγματικό κόσμο. Πολλές φορές είναι πιο υπερβολικό και από τη φαντασία και άλλες φορές πιο αληθινό και από την καθημερινότητά σου. Μια εικόνα παντοδύναμη, που δεν έχει ανάγκη να υποταχθεί στους όρους της σκηνής. Η δύναμη της κινηματογραφικής εικόνας είναι απεριόριστη -και είναι σχεδόν αδύνατον να μην της υποταχθείς, έστω και για λίγο. Ίσως όχι ολόκληρωτικά. Ίσως όχι κάθε φορά. Αλλά αυτός ο κόσμος είναι εκεί, και σε περιμένει για να βυθιστείς κάθε στιγμή στην αλήθεια του.

Ποιά ένταση είναι μεγαλύτερη; Η αμεσότητα της σκηνής, ή η πραγματικότητα της οθόνης;
Ποία αίσθηση είναι πιο έντονη; Ο ψίθυρος του θιάσου ή η καδραρισμένη γωνιά της οθόνης;
Ποιά στιγμή διαρκεί για πάντα; Ποιά αναπαράσταση είναι πιο αληθινή; Ποιά εικόνα κρύβει την αλήθεια μου; Σε ποιά πραγματικότητα να βυθιστώ;

..Πρέπει πραγματικά να διαλέξω;

Friday, July 6, 2007

I Know What You Did Last Summer

Όσο περισσότερο πήζω εδώ πέρα, τόσο περισσότερο το μυαλό μου ταξιδεύει. Ε, και δεν ήθελε και πολύ να κάνει τη σύγκριση: Περσι ακριβώς τέτοια επoχή τρέχαμε με τους σάκους μας από τρένο σε τρένο σε όλη την Ιταλία.


Waiting for my summer to start..

Thursday, June 28, 2007

The List

[It's that time of the year. Η ώρα της μεγάλης δεκάδας. H σειρά δεν είναι αξιολογική]

«Οι ζωές των άλλων» (Das leben der anderen), του Florian Henckel von Donnersmarck – Με καθολική (παραδόξως) αποδοχή, απλά η καλύτερη ταινία της χρονιάς.


«Τα παιδιά των ανθρώπων» (Children of men), του Alfonso Cuarón – Μια ιδιοφυής φουτουριστική απεικόνιση του ζοφερού παρόντος μας, τόσο απειλητικά ρεαλιστική και σκοτεινή που από φόβο μάλλον, υποτιμήθηκε..



«Γράμματα από την Ιβο Τζίμα» (Letters from Iwo Jima), του Clint Eastwood – Μαθήματα ιστορίας, κινηματογράφου και ανθρώπινης συμπεριφοράς από τον Clint Eastwood. Αν δεν είχε πάρει οσκαρ τα προηγούμενα χρόνια, θα κέρδιζε πανάξια και φέτος.



«Σε είδα στο όνειρό μου» (La science des rêves), του Michel Gondry – Φτιαγμένη με υλικό ονείρων, μου θύμισε τους πρωταρχικούς λόγους για τους οποίους αγαπώ το σινεμά. Ένα όργιο χρωμάτων και εικόνων σε μια συμφωνία δημιουργικότητας και φαντασίας από την αιώνια λιακάδα του μυαλού του Gondry.


«Little Miss Sunshine», των Jonathan Dayton, Valerie Faris – Αυτή η βόλτα με το κίτρινο δυσλειτουργικό βανάκι ήταν απλά η απολαυστικότερη της χρονιάς. Spread the sunshine!


«Η πηγή της ζωής» (The fountain), του Darren Aronofsky – Ο έρωτας πέρα και μέσα από το θάνατο σε ένα βαθύτατα συναισθηματικό κινηματογραφικό ποίημα.


«Shortbus», του John Cameron Mitchell – Κι αν είχε ελλείψεις, είναι από τις σημαντικότερες ταινίες των τελευταίων χρόνων.
Απενοχοποίηση του κινηματογράφου ως τέχνης ηδονοβλεπτικής, χωρις οπτική ή/και συναισθηματική λογοκρισία.


«INLAND EMPIRE», του David Lynch – Ο εσωτερικός μας κόσμος μέσα στο λαβύρινθο της κινηματογραφικής εικόνας και ο θεατής ως μέρος της παραίσθησης που λέγεται κινηματογράφος.


«Πιο παράξενο κι από παράξενο» (Stranger than fiction), του Marc Forster – Από τις πιο έξυπνες σεναριακές ιδέες των τελευταίων ετών, αξιοποιημένη με τρόπο απολαυστικό.


«Eduart», της Αγγελικής Αντωνίου – Η καλύτερη και πιο ολοκληρωμένη ελληνική ταινία της χρονιάς -μαζί με την «Ψυχή στο στόμα», που μπορεί να μην ήταν η πιο ολοκληρωμένη, ήταν όμως η σημαντικότερη ελληνική ταινία για φέτος.


..Επίσης δεν μπορώ να παραβλέψω: «Ζωή σαν Τριαντάφυλλο» (La Mome) του Olivier Dahan, o «Λαβύρινθος του Πάνα» (Pan's Labyrinth) του Guillermo del Toro, το «Thank you for Smoking» του Jason Reitman, το «Έγκλημα στο Κολλέγιο» (Brick) του Rian Johnson (που όμως δεν βρήκε διανομή στη Θεσσαλονίκη) καθώς και το «United 93», του Paul Greengrass.

[..σας προσκαλώ να διαφωνήσετε!]

Sunday, June 24, 2007

Μέρες Καύσωνα


Νόμιζε οτι ξύπνησε από το φως που έμπαινε μέσα από τις γρίλιες. Όταν άνοιξε όμως τα μάτια καλά, και συνήθισε το βλέμμα της στο μισοσκόταδο, θυμήθηκε πως τα στόρια ήταν ερμητικά κλειστά. Έτσι έπρεπε. Για να μένει η ζέστη απ’έξω. Δεν πρέπει να ήταν το φως λοιπόν. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική, η υγρασία σχεδόν την έπνιγε, αλλά συγχρόνως ο λαιμός της ήταν ξερός. Ο ανεμιστήρας της οροφής γυρνούσε αργά και βασανιστικά –από καιρό το έλεγε οτι δεν λειτουργούσε σωστά. Δεν έφερνε δροσιά. Έτσι αργά που γυρνούσε και ράθυμα, έμοιαζε να ανακατέυει ένα μεγάλο καζάνι με βραστό αέρα. Πνιγόταν. Το ποτήρι δίπλα της είχε αδειάσει –πότε πρόλαβε μες στον ύπνο της; Δυο τρια ζωύφια πετούσαν γύρω από τον ανεμιστήρα. Βαριεστημένα κι αυτά. Μόνο τα κουνούπια δεν έδειχναν πτοημένα. Ζουζούνιζαν συστηματικά δίπλα στο αυτί της και πότε πότε έκαναν καμιά παύση για να κατευθυνθούν στο δέρμα της. Αποτελεσματικότατα. Μάλλον αυτά θα με ξύπνησαν, σκέφτηκε. Πρέπει να ήταν Κυριακή. Είχε χάσει τις μέρες, τόσο καιρό μέσα. Αλλά δεν άντεχε το έξω. Της το’χε άλλωστε απαγορεύεσει ο γιατρός. Ο καύσωνας σημαίνει θερμοπληξία για περιπτώσεις σαν τις δικές σας, είχε πει κουνώντας δασκαλίστικα το δάχτυλο. Σηκώθηκε αργά, το νυχτικό κολλημένο επάνω της, προσπαθώντας να καταλάβει τί ώρα θα ήταν έξω. Δεν άκουγε φωνές και βήματα πό το δρόμο, όμως οι Κυριακές ήταν μέρες πάντα σιωπηλές. Και μοναχικές για τους μοναχικούς. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ήχους του δρόμου. Παραιτήθηκε και σύρθηκε αργά αργά προς το μπάνιο. Τακ τακ. Τώρα το πρόσεξε πρώτη φορά. Τακ τακ. Ακουγόταν συστηματικά, από τη στιγμη που άνοιξε τα μάτια της. Μια σταγόνα έσταζε στον νιπτήρα. Τακ τακ. Ίσως ακουγόταν και πριν ξυπνήσει. Τακ. Ειρωνικός ήχος. Την χρειαζόταν αυτή τη σταγόνα στο πρόσωπό της, χρειαζόταν πολλές σταγόνες. Γύρισε τη βρύση και έκανε τη χούφτα της απο κάτω με προσμονή. Τακ τακ. Δυο σταγόνες μόλις, ακούμπησαν βασανιστικά στα χέρια της. Τακ. Χαμογέλασε με συγκατάβαση και ακούμπησε με τα χέρια της το πρόσωπό της και το αγκάλιασε όλο σαν να ήταν οι χούφτες της γεμάτες με νερό. Τακ, επανέλαβε σαρκαστικά η βρύση. Χρειαζόταν κάτι δροσερό. Επειγόντως, θα σκεφτόταν, αν η ζέστη δεν της έλιωνε το μυαλό. Έκλεισε τη ξερή,σαρκαστική βρύση και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο -περισσότερο με περιέργεια παρά με ελπίδα. Στο πλαστικό πιατάκι, στο ράφι, υπήρχε ένα μπλεγμένο κλαδάκι, που κάποτε στήριζε κάποιο τσαμπί σταφύλια. Τώρα στην άκρη του υπήρχαν μια δυο στφιδιασμένες ρώγες, χρώματος σκούρου μωβ. Στο μεγάλο μπωλ, στο κάτω ράφι, δεν είχαν μείνει παρά δυο φέτες καρπούζι, μισοφαγωμένες, πιο πολύ πράσινες παρά κόκκινες. Και πάνω στο ψυγείο, ένα μισογεμάτο ποτήρι νερό. Τα κοίταξε όλα με συγκατάβαση. Τακ τακ, πρόσεξε τώρα στον νεροχύτη. Η σταγόνες έλαμπαν, διαθλώντας το φως που έφερνε το φωτάκι του ψυγείου. Τακ τακ, ξερές, έσκαγαν στο μέταλλο του νεροχύτη. Και αυτή η βρύση νεκρή. Τί ωρα να ήταν; Ευτυχώς, με τα κλειστά στόρια γλίτωνε πολλή από τη ζέστη. Ήπιε λίγο από το νερό -ζεστό σαν τον αέρα που την έπνιγε. Τα υπόλοιπα τα άφησε για άλλη φορά. Τακ τακ. Ξαναγύρισε αργά αργά στο υπνοδωμάτιο με τον παλιό ανεμιστήρα οροφής. Κάθησε από κάτω του, μήπως νιώσει περισσότερη δροσιά, μήπως παρασυρθεί από την αόρατη δίνη που δημιουργούσε. Από το παράθυρο ακούστηκαν φωνές του δρόμου. Παιδιά πρέπει να ήταν. Ίσως ήταν μέρα. Ακούγονταν σαν να τρέχουν. Ίσως να πιτσιλίζονταν με νερό –Μπά, τα βήματά τους αντηχούσαν σε έδαφος ξερό. Αλλά οι φωνές τους έμοιαζαν χαρούμενες, ζωηρές. Ναι, ήταν μάλλον μέρα. Έξω, εκτός από ζέστη, θα είχε και φως. Χαμογέλασε, για πρώτη φορά χωρίς συγκατάβαση, και άρχισε με κόπο να ανεβάζει τα στόρια. Ναι, έξω ήταν μέρα. Ο ήλιος έκαιγε το χώμα, αλλά πέρα μακριά φαινόταν το φως να αντανακλά στη θάλασσα. Ωραία εικόνα σκέφτηκε, ενώ την τύλιγε η ζέστη. Τη δροσιά μου να έχετε, τους φώναξε, αλλά δεν πρέπει να την άκουσαν. Χαμογέλασε και έκανε να αγκαλιάσει τον ήλιο. Τα πάντα εγένετο από του φωτός και τα πάντα επιστρέφει εις το φως.

[η ιστοριούλα γραφτηκε ως comment στο ποστ "Ημερολογιο του Καυσωνα" στο blog του Νίκου Δήμου]

Thursday, June 14, 2007

Η Βαλίτσα

[Ένα κείμενο με αφορμή αυτή τη φωτογραφία, μετά από πρόσκληση του αγνώστου του μετρό. Ναι, ίσως βγήκε λίγο μεγάλο..]



Την παράτησε εκεί, γεμάτη –ή μήπως άδεια;– , μπροστά σ’εναν ουρανό που δεν μπορούσες να πεις αν άνοιγε ή αν ετοιμαζόταν να σε καταπιεί, δίπλα σε μια θάλασσα μυστήρια: φουσκωμένη, φουρτουνιασμένη; Δεν ήξερε να πει με σιγουριά. Επιτέλους, ξαλαφρωμένος.
Την είχε χρόνια πολλά αυτή τη φθαρμένη βαλίτσα, κι από τότε που την βρήκε, παιδί ακόμα, έμοιαζε παλιά. Ήταν ένα από εκείνα τα βράδια πριν φύγει η γιαγιά του, όταν του είχε πει να παει στο πατάρι και να πάρει δώρο από εκείνην ο,τι ήθελε από εκεί μέσα. Ένα μόνο πράγμα βέβαια μπορούσε να διαλέξει. Ίσως θα φαινόταν δύσκολο να μαντέψει κανείς τί θα διάλεγε, εκεί μέσα υπήρχαν κούτες και κουτάκια, χειρόγραφα, παλιά μουσικά όργανα και ρούχα, φωτογραφίες, χάρτες και εργαλεία, σωροί από αναμνήσεις και αναμνηστικά. Όμως αυτός δεν έψαξε σχεδόν καθόλου -όπως φαίνεται είχε μαντέψει κι η γιαγιά. Έσυρε την παλιά, φθαρμένη βαλίτσα με το σκουριασμένο λουκέτο έξω και χωρίς να προσπαθήσει καν να την ανοίξει, της φώναξε «βρήκα το δώρο μου». Κατέβηκε μαζί μ’ενα σύννεφο σκόνης και ένα χαμόγελο ικανοποίησης. «Διάλεξες λοιπόν, ε;» του είπε δήθεν απορημένη. Δεν ήταν έκπληξη για κανέναν τους, όμως δεν το ήξεραν. Έτσι, συνέχισε ενθουσιασμένος, με ειλικρινή απορία: «Λοιπόν, τί έχει μέσα το δώρο μου;». Kαι εκείνη του απάντησε, «Eσένα». Δεν το είπε όμως τρομαχτικά, ούτε μυστήρια σαν να συνέχιζε εκείνες τις τρομαχτικές ιστορίες που του έλεγε συχνά τα βράδια πριν κοιμηθεί, κρυφά από τους γονείς του. Ούτε το έλεγε με αυτό το τρεμούλιασμα στη φωνή, όπως όταν κάτι αξημέρωτα πρωινά τη χτύπαγε η αρρώστια στο κεφάλι και έλεγε ασυναρτησίες. Το έλεγε απλά και αληθινά, σαν να του έλεγε το πιο απλό πράγμα στον κόσμο. Έτσι δεν αμφισβήτησε το γεγονός. Ούτε τον τρόμαξε.
Όταν καθάριζαν το σπίτι εκείνο, κάποιους μήνες μετά, παραλίγο να την ξεχάσει φεύγοντας. Του φώναξε η μητέρα του από κάτω: «την παλιά βαλίτσα της αποθήκης είχες πει οτι τη θέλεις, έτσι δεν είναι; στην έβαλα στο πορτ μπαγκαζ», και άναψε τη μηχανή και ξεκίνησε.
Έτσι, η παλιά φθαρμένη βαλίτσα τον ακολούθησε στο δικό του σπίτι, πάλι καταχωνιασμένη σε μια άλλη αποθήκη.

Ήταν η δεύτερη φορά που θα χώριζε για τον ίδιο λόγο. Ίσως και τρίτη και δέκατη και εικοστή, δεν το ήξερε όμως με σιγουριά. Ήξερε σίγουρα τη μία. Και τώρα έβλεπε οτι ερχόταν και η άλλη. Όμως ήταν λάθος, και είχε προσπαθήσει να το πει εκείνη τη φορά που το κατάλαβε. Αλλά πάλι δεν μίλησε, για να μην παρεξηγηθεί. Δεν ήταν ότι δεν ένιωθε, εκείνη όμως γιατί δεν το κατάλαβε; Γιατί δεν το καταλάβαιναν; Απλά δεν ήθελε να τον βλέπουν οι άλλοι σαν να ήταν διαφανής, ήταν τόσο απλό. Είναι τόσο απλό. Δεν ήθελε να τα ξέρουν τα αρνητικά του, αφού μπορούσε να προσαρμοστεί παντού χωρίς πρόβλημα, τί τους ενδιέφερε. Και πάντα το έλεγε, μέσα του, "αυτοί που με ξέρουν, θα τα βρουν". Ας τα ψάξουν. "Εγώ έτσι είμαι αληθινός, και σ’όποιον αρέσω. Όχι, όμως, όχι σ’όποιον αρέσω –σε όλους θα αρέσω".
Και στην αρχή τα κατάφερνε πάντα καλά. Μια ανέφελη επιφάνεια και μια κοινωνικότητα αξιοθαύμαστη. Και σχέσεις, σχέσεις ουσιαστικές, πολλές. Και ένας διάχυτος θαυμασμός. Και μια εκτίμηση. Και μια αγκαλιά πάντα υπήρχε. Όμως, ήταν ιδέα του, ή δεν ήταν τόσο σφιχτή όσο του ζευγαριού απέναντι; Υπήρχε πάντα η λιακάδα της εκτίμησης, αλλά ποτέ δεν ένιωσε αυτή τη σπίθα της αγάπης. Αυτή την υπέροχη, δοτική αγάπη των ηλιθίων, των ερωτευμένων, που δε βλέπουν τα αρνητικά, κι ας είναι εκεί, μπροστά τους και να τους χτυπάνε καταπρόσωπο. Αυτός, που δεν είχε ελαττώματα, που δεν έδειχνε ελαττώματα, γι’αυτόν τί θα έκρυβε ο έρωτας;
Δεν του το είχε πει έτσι ακριβώς, αλλά το είχε καταλάβει πως έτσι ήταν. «Τόσα χρόνια κι είναι σαν να μη σε ξέρω» ανάμεσα στο παραλήρημα, το είχε ξεχωρίσει αυτό. Κάπως του είχε καρφωθεί αυτό, ανάμεσα σε άλλα πολύ σκληρότερα. Είχε απαντήσει ήρεμα, μεστά, είχε φωνάξει και λίγο -αρκετά μάλλον, αλλά όχι τόσο ώστε. Ώστε τι; Δεν ήξερε, αλλά πάντως είχε φωνάξει αρκετά. Αρκετά για να χωρίσουν, χωρίς να της εξηγήσει αρκετά, χωρίς να πληγώσει αρκετά, χωρίς να πληγωθεί αρκετά. Και τώρα για άλλη μια φορά, ντυνόταν αργά αργά, σαν σε ιεροτελεστία και ετοιμαζόταν να κάνει τον ίδιο διάλογο. Να τελειώνει με συνοπτικές διαδικασίες, σε μία συνάντηση. Όπως πάντα. Σαν να το είχε κάνει πολλές φορές αυτό, σκέφτηκε, περισσότερες από εκείνη τη μία. Περισσότερες από όσες θα έπρεπε -ή έτσι κάπως του φάνηκε; Αλλά πάντα του ήταν εντάξει, κανείς δεν τον κατηγόρησε γι’αυτό. Πάντα τον εκτιμούσαν στις σχέσεις του, ακόμα κι όταν αυτές τελείωναν, και τον κοιτούσαν όπως κοιτάζουν όλους αυτούς που κοιτάμε με θαυμασμό: από απόσταση. Και όχι με το τρυφερό βλέμμα που αγκαλιάζουμε τους αγαθούς. Άδικο, μα έτσι είναι.
Αυτό δεν ήταν μέρος της ιεροτελεστίας, αλλά ήταν μια κίνηση που έγινε αυτόματα. Πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου, κατέβηκε τις σκάλες και πριν σβήσει το φως, έσπρωξε την πόρτα της αποθήκης και ανέσυρε από την πίσω γωνιά την σκονισμένη βαλίτσα. Την τίναξε λίγο, ίσα να φανεί το κανονικό της χρώμα πίσω από τα στρώματα της σκόνης και την πήρε μαζί του έξω. Έσβησε τα φώτα, έκλεισε την πόρτα και βρέθηκε μπροστά στο σπίτι της.
Δεν υποκρίθηκαν πως είχαν βρεθεί για κάτι άλλο, ήταν ψυχροί –όπως έμοιαζαν πάντα;– και άρχισαν τα ευγενικά. Τα πιο σκληρά απ’όλα. «Δεν ξέρω αν φταίει κάτι ή εμένα μου φαίνεται, αλλά είμαστε κάπως μακριά τώρα. Πάντα ήμασταν; Δεν ξέρω. Ναι, ίσως, είναι αυτό, είσαι μυστήριος. Μυστήρια υπέροχος έλεγα, ναι, ναι το ξέρω. Αλλά κάπως νιώθω να σε έχω χάσει. Ναι αυτό. Αυτό ακριβώς, όπως το είπες, τόσα χρόνια και είναι σαν να μη σε ξέρω. Ή μάλλον σε ξέρω, σε ξέρω όμως ..κάπως. Τί εννοώ, ναι. Κάπως λίγο.. Δηλαδή, εννοώ, νιώθω πως σε γνωρίζω όπως ο κάθε συνάδελφός σου στο γραφείο, όπως οι φίλοι σου κι οι μακρινοί συγγενείς σου και οι μακρινοί συγγενείς οι δικοί μου, όπως οι γνωστοί μου που θα σου συστήσω στο δρόμο. Ναι εντάξει, λίγο περισσότερο.. Ίσως λίγο περισσότερο. Ναι περισσότερο, αλλά τελικά το ίδιο. Το ίδιο....». Θα έλεγε κι άλλα, αλλά τότε εκείνος άρχισε να κλαίει. Όχι αυτό το τρανταχτό κλάμα το συνηθισμένο, αλλά ένας σπαρακτικός λυγμός, όχι όπως έκλαιγε συνήθως έντονα μα και διακριτικά. Τώρα τρανταζόταν μέσα του και δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη ροή των δακρύων όπως άλλες φορές. Έσκυψε για να κρυφτεί, εκλαιγε πολύ. Και ξαφνικά, σηκώθηκε απότομα από τα κλάματα και κλώτσησε θυμωμένος το σκουριασμένο μάνταλο, άνοιξε την βαλίτσα, γέμισε ο τόπος σκόνες και έμεινε να την κοιτάει ενεός, με βλέμμα υγρό. Ήταν άδεια, μια άδεια βαλίτσα με μια καρώ φθαρμένη φόδρα και τσέπες σουρωτές, άδειες κι αυτές, στα πλάγια. Κι εκείνη κοίταζε απορημένη. Μια την ανοιχτή βαλίτσα και μια τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά του.
«Φοβάμαι, φοβάμαι πολύ. Πάντα φοβόμουν. Το σκοτάδι, τους κλειστούς χώρους, τα γέλια πίσω από την πλάτη μου, τα φίδια, τις αράχνες, το αίμα, τον πόνο, την απόρριψη -ναι αυτήν κυρίως, την απόρριψη. Τη μοναξιά και τις πόρτες που τρίζουν. Την αδυναμία και την αρρώστια. Και τη μοναξιά. Έχω φαντασιώσεις που ντρέπομαι να σου τις πω, δεν θέλω να ποτέ να δεις πόσο άσχημο πρόσωπο κρύβω πίσω από τα γυαλιά, τη στραβή μου μύτη και τα δόντια που ποτέ δεν τους έβαλα σιδεράκια. Θέλω να είμαι πάντα ο καλύτερος, ναι το ξέρεις, αλλά δεν με πειράζει να πατήσω τους άλλους κάτω, αυτό δεν το ξέρεις. Θέλω να περνάει πάντα το δικό μου, δεν θέλω να με παραβλέπουν, να κάνουν πως δεν υπάρχω. Είμαι βολικός για να αρέσω, όχι γιατί δεν έχω πρόβλημα. Στενοχωριέμαι που οι γονείς μου δεν με αγαπούσαν όσο την αδερφή μου, κλαίω τα βράδια όταν μια κοπέλα δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά μου, κλαίω όταν καταλαβαίνω οτι δεν είμαι αρκετά καλός. Νιώθω ηλίθιος όταν μιλάτε για αστρονομία κι εγώ δεν ξέρω τίποτα, νιώθω άσχετος όταν μιλάτε για πράγματα που εγώ δεν καταλαβαίνω κι έτσι προσποιούμαι χαμογελαστά οτι τα καταλαβαίνω. Γελάω από αμηχανία, αυτοσαρκάζομαι από φόβο, κλαίω μπροστά σας για να μη νομίζετε πως είμαι αναίσθητος. Και αγαπώ πιο πολύ απ’όσο δείχνω, αλλά αν το δεις θα με αφήσεις. Γιατί φοβάμαι, που είμαι εγωιστής, δειλός, ηλίθιος, ματαιόδοξος, ασχημος μέσα κι απ'έξω, σκληρός, δειλός, ιδιοτελής και συμπλεγματικός. Και εγωιστής. Και λίγος. Και ανάξιος. Και διαφορετικός από τους πολλούς. Και όχι αρκετά ξεχωριστός. Και δειλός και εγωιστής». Τα δάκρυα είχαν σταματήσει να κυλάνε από τα μάτια του -ίσως στέρεψαν, ίσως δεν είχαν λόγο να κυλάνε πια, κι έτσι κι αυτός σταμάτησε να μιλάει κι έμεινε να κοιτάει μόνο. Κοίταξε την τσαλακωμένη καρώ φόδρα, την ίσωσε λίγο με το χέρι του που έτρεμε ακόμα, και έκλεισε ήρεμα μα αποφασιστικά τη βαλίτσα. Την πάτησε από πάνω, όπως όταν είναι φουσκωμένη πολύ γιατί βάλαμε μέσα ένα παλτό παραπάνω, και προσπάθησε να την κλειδώσει με το σπασμένο λουκέτο. Άδικος κόπος φάνηκε, μα τελικά έκλεισε μόνη της -επιζούσαν ακόμα οι ξεχαραβαλωμένες, χρόνια αχρησιμοποίητες κλειδωνιές της, και το λουκέτο δεν χρειάστηκε.

«Μη φεύγεις. Νομίζω πως δεν τα είπαμε όλα», του είπε όπως πέρναγε στο χωλ.
«Ούτε εγώ», της απάντησε, κλείνοντας την πόρτα.
Ξεκλείδωσε το αυτοκίνητο, έβαλε τη βαλίτσα στο πίσω κάθισμα και οδήγησε μέχρι την παραλία.

Wednesday, June 13, 2007

"Dead Man's Shoes", του Shane Meadows

[επαναφέρω το ποστ στην αρχή, μιας και αύριο βγαίνει η ταινία στις αίθουσες και είναι επίκαιρο..]

«Ο Θεός θα τους συγχωρήσει. Θα τους συγχωρήσει και θα τους αφήσει να πάνε στον Παράδεισο. Δεν μπορώ να ζήσω γνωρίζοντας αυτό», μονολογεί στα σκοτεινά ο Ρίτσαρντ, και ως άλλος άγγελος-αξολοθρευτής βουτά αποφασιστικά τα χέρια του στο αίμα.
Ένα φάντασμα από το παρελθόν, ο αδύναμος Άντονυ, ένας εκδικητής του παρόντος, ο αμείλικτος Ρίτσαρντ και μια ομάδα ναρκομανών μικροκακοποιών με ένα ένοχο μυστικό. Να οι τρεις άξονες που συνθέτουν αυτό το τραγικό τρίγωνο ύβρεως-τιμωρίας-κάθαρσης. Και τα χέρια όλων, βαμμένα με αίμα. Είτε για παιχνίδι, είτε από φόβο, είτε από αδυναμία αντίδρασης, είτε για εκδίκηση, είναι όλοι συνένοχοι σε ένα φαύλο κύκλο που ξεκινά με αίμα και δεν μπορεί να κλείσει παρά μόνο με τον ίδιο τρόπο.
Όλα άρχισαν με μερικά επικίνδυνα «παιχνίδια» εις βάρος του αγαθού και διανοητικά καθυστερημένου Άντονυ. Παιχνίδια που μετεξελίχθηκαν σε βασανιστήρια με τραγικά αποτελέσματα, και που φέρνουν, χρόνια μετά, τον αδεφό του, τον απόστρατο Ρίτσαρντ, στη θέση του εκδικητή. Δεν έχει σημασία ο τρόπος, σημασία έχει το αποτέλεσμα. Ο θάνατος είναι η μόνη τιμωρία. Και θα επιτευχθεί με κάθε μέσο, μέχρι το τέλος.
Λιτές γραμμές, απλά μέσα, καθαρή γραφή μα ένα σύνθετο τελικά αποτέλεσμα, με ένα συγκλονιστικά τραγικό τελειωτικό χτύπημα, που αφήνει τον κύκλο ημιτελή και το αίμα να στάζει από χέρια που τρέμουν από τύψεις και συνενοχή.
Το φάντασμα μπορεί να εξιλεώθηκε από το αίμα, μα τα παπούτσια του νεκρού δε θα ξαναφορεθούν ποτέ. Και οι τύψεις θα παραμείνουν, βαραίνοντας τους αδύναμους ώμους του τελευταίου επιζώντα, του μόνου που δεν κατάφερε να πεθάνει..

[Είναι όμορφο όταν άνθρωποι με κέφι ξεκινάνε κάτι καινούργιο. Ακόμα καλύτερα όταν αυτούς τους ανθρώπους τους έχεις μες στην καρδιά σου. Όταν, δε, το πείραμα ξεκινά με τους καλύτερους οιωνούς, δεν μπορείς παρά να το στηρίξεις με χαρά.
Η ταινία αυτή βγαίνει στους κινηματογράφους από 14/6 από τη νεοσύστατη Seven Films. Αν κρίνω από τα διαμαντάκια που είδα στο καλοκαιρινό της πρόγραμμα, καλώς τη δεχτήκαμε!]

Friday, June 8, 2007

"Good Βye, Lenin!", του Wolfgang Becker

[Με αφορμή αυτή την είδηση. Όταν η ζωή αντιγράφει την τέχνη και η πραγματικότητα μας εκπλήσσει περισσότερο κι από την πιο τραβηγμένη φαντασία..]

Στα 1989, μια Γερμανία χρόνια διχασμένη, με δυο πλευρές αντικρυστές που κοίταζαν μα δεν έβλεπαν η μία την άλλη, γιατί ανάμεσά τους ορθωνώταν ένα τείχος από μπετόν και προπαγάνδα. Η καθεμία βυθισμένη στη δική της αλήθεια, που τρεφόταν με το ψέμα της απέναντι, και στη μέση ένα βάναυσο διαχωριστικό που δεν επέτρεπε στην αλήθεια της μιας πλευράς να μολύνει το ψέμα της άλλης.
Στα 1989, μια οικογένεια χρόνια χωρισμένη, ο πατέρας χαμένος κάπου από την απέναντι πλευρά, τα παιδιά να κοιτούν δειλά προς τα εκεί που δύει ο ήλιος και μια μάνα που εθελοτυφλεί καθηλωμένη πεισματικά σ'ενα όραμα προ πολλού (από την αρχή;) ξεθωριασμένο. Όμως εκείνη εκεί, πιστή σε ένα σύστημα που πίστευε πως την έθρεφε, στο σύστημα που τη μεγάλωσε, σε ένα σύστημα που άνθρωποι σαν κι αυτήν το έθρεψαν και το μεγάλωσαν.
Και κάπου εκεί, στη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ανατολή και δύση, σε μια από αυτές τις συνεχείς και ολοένα αυξανόμενες διαμάχες του νέου με το παλιό, έρχεται το σοκ. Ο γιος παραπατάει προς τα δυτικά και η μάνα συγκλονισμένη από τη συνειδητοποίηση, πέφτει σε κώμα. Και οι εξελίξεις δραματικές. Σε ένα βράδυ, σε δυο βράδυα, σε μερικές βδομάδες έπεσε ο τοίχος, έπεσαν οι παρωπίδες, έπεσαν οι μάσκες. Και εκείνη παρέμενε σε κώμα. Ο κόσμος άλλαζε, έτρεχε, προχωρούσε, μα το δικό της μυαλό έμενε εκεί, κολλημένο, ασυναίσθητα λόγω της συγκυρίας μα ίσως κατά βάθος συνειδητά λόγω της εσωτερικής της βαθιάς επιθυμίας.
Και μετά; Όταν ξυπνήσει; Μετά το πρώτο σοκ πως θα αντέξει το δεύτερο σοκ, το ουσιαστικό; Την πραγματική αλλαγή; Πως θα αντέξει η αδύναμη, σοσιαλιστική της καρδιά τον νέο κόσμο;
Και έτσι θα ξεκινήσει ένας αγώνας δρόμου, ένας αγώνας δρόμου τραγικά ειρωνικός, μια κούρσα προς τα πίσω, σε πείσμα των καιρών που έτρεχαν μπροστά, μπροστά, μπροστά. Όσο η χώρα προχωρούσε ακάθεκτη προς τη δύση, ένα σπίτι, ένα δωμάτιο έμενε προσηλωμένο, καθηλωμένο στα παλιά ιδανικά.
Με ένα βλέμμα γλυκό, σε στιγμές σχεδόν νοσταλγικό μα και σκληρά ειρωνικό, όμως πάντα τόσο μα τόσο ανθρώπινο, το "Good Bye Lenin" κουνά το μαντήλι στη διχασμένη Γερμανία και παρακολουθεί πατρικά την αναγεννημένη, "ενωμένη" Γερμανία να κάνει τα πρώτα της δειλά βήματα, μέσα από το βλέμμα του μπερδεμένου, απολιτικ πρωταγωνιστή που ισορροπεί φοβισμένος μα και αισιόδοξος ανάμεσα στα 80m2 του υπαρκτού σοσιαλισμού που (του) έχουν απομείνει και στην ανεξερεύνητη νέα χώρα του που απλώνεται προκλητική μπροστά του..

[Μου είχε κάνει εντύπωση και τότε, όπως μου έκανε και φέτος με τις "Ζωές των Άλλων", η υποδοχή που είχε επιφυλάξει το ελληνικό κοινό στην ταινία "Good bye Lenin!". Μια χώρα όπως η δική μας, που η σινεφιλ κοινότητα κρατάει σθεναρά το λάβαρο της αριστεράς και από τη συμπεριφορά της μοιάζει συχνά σχεδόν να μετανιώνει που δεν είχε αντίστοιχο πρόσφατο παρελθόν με τη Γερμανία (και γενικά με το ανατολικό μπλοκ), πίστευα -ευτυχώς λανθασμένα- ότι θα παραβλέψει αυτές τις ταινίες. Ταινίες που είναι φτιαγμένες με υλικά παρμένα μέσα από τη βιωμένη ιστορία του υπαρκτού σοσιαλισμού και που λαμβάνουν ως αυτονόητα πράγματα που εδώ στην Ελλάδα αδυνατούμε να κατανοήσουμε (ή που, χειρότερα, κατανοούμε, αλλά επειδή δεν "πάθαμε για να μάθουμε" προσποιούμαστε οτι δεν αντιλαμβανόμαστε και φωνασκούμε θεωρητικώς εκ του ασφαλούς). Υπάρχουν και οι ευχάριστες εκπλήξεις λοιπόν.]

Saturday, June 2, 2007

Defining Love

And I want to play hide-and-seek and give you my clothes and tell you I like your shoes and sit on the steps while you take a bath and massage your neck and kiss your feet and hold your hand and go for a meal and not mind when you eat my food and meet you at Rudy's and talk about the day and type your letters and carry your boxes and laugh at your paranoia and give you tapes you don't listen to and watch great films and watch terrible films and complain about the radio and take pictures of you when you're sleeping and get up to fetch you coffee and bagels and Danish and go to Florent and drink coffee at midnight and have you steal my cigarettes and never be able to find a match and tell you about the the programme I saw the night before and take you to the eye hospital and not laugh at your jokes and want you in the morning but let you sleep for a while and kiss your back and stroke your skin and tell you how much I love your hair your eyes your lips your neck your breasts your arse your... and sit on the steps smoking till your neighbour comes home and sit on the steps smoking till you come home and worry when you're late and be amazed when you're early and give you sunflowers and go to your party and dance till I'm black and be sorry when I'm wrong and happy when you forgive me and look at your photos and wish I'd known you forever and hear your voice in my ear and feel your skin on my skin and get scared when you're angry and your eye has gone red and the other eye blue and your hair to the left and your face oriental and tell you you're gorgeous and hug you when you're anxious and hold you when you hurt and want you when I smell you and offend you when I touch you and whimper when I'm next to you and whimper when I'm not and dribble on your breast and smother you in the night and get cold when you take the blanket and hot when you don't and melt when you smile and dissolve when you laugh and not understand why you think I'm rejecting you when I'm not rejecting you and wonder how you could think I'd ever reject you and wonder who you are but accept you anyway and tell you about the tree angel enchanted forest boy who flew across the ocean because he loved you and write poems for you and wonder why you don't believe me and have a feeling so deep I can't find words for it and want to buy you a kitten I'd get jealous of because it would get more attention than me and keep you in bed when you have to go and cry like a baby when you finally do and get rid of the roaches and buy you presents you don't want and take them away again and ask you to marry me and you say no again but keep on asking because though you think I don't mean it I do always have from the first time I asked you and wander the city thinking it's empty without you and want what you want and think I'm losing myself but know I'm safe with you and tell you the worst of me and try to give you the best of me because you don't deserve any less and answer your questions when I'd rather not and tell you the truth when I really don't' want to and try to be honest because I know you prefer it and think it's all over but hang on in for just ten more minutes before you throw me out of your life and forget who I am and try to get closer to you because it's a beautiful learning to know you and well worth the effort and speak German to you badly and Hebrew to you worse and make love with you at three in the morning and somehow somehow somehow communicate some of the overwhelming undying overpowering unconditional all-encompassing heart-enriching mind-expanding on-going never-ending love I have for you."

-Sarah Kane, μονόλογος από το έργο "Crave".

Monday, May 21, 2007

"La Tourneuse Des Pages", του Denis Dercourt


Η εκδίκηση πολλές φορές είναι θεαματική, αιματηρή και άμεση.
Άλλες φορές είναι υπόκωφη, ύπουλη και ψυχρή.
Το αποτέλεσμα βέβαια, αν είναι επιτυχημένο, δεν διαφέρει: Η ολοκληρωτική κατάρρευση μπορεί να επέλθει και με τους δύο τρόπους.
Ένα φαινομενικά αδιάφορο λάθος μιας ντιβας, κατέστρεψε ολόκληρο το μουσικό μέλλον μιας φερέλπιδος κοπέλας. Ένα απρόσεκτο αυτόγραφο τη λάθος στιγμή, έκανε τη μικρή Melanie να κλειδώσει το πιάνο της για πάντα και να κρύψει τις παρτιτούρες της βαθιά, στα σκοτάδια της μνήμης. Επιφανειακά, η αλλαγή φάνηκε μικρή. Η Melanie μεγάλωσε υποδειγματική, και το χάος που άφησε η απουσία μουσικής μέσα της, ήταν κρυμμένο καλά, σχεδόν χαμένο, πίσω από την αθώα μα μόνιμα ανέκφραστη ματιά της.
Τόσο αθώα που καταντά χυδαία και τόσο απλά ανεπιτήδευτη που μοιάζει τρομαχτική, η Melanie θα μπει, χρόνια μετά, στο σπίτι αυτής που την κατέστρεψε και μέρα με τη μέρα θα γίνει αναπόσπαστο μέρος του. Με ένα "τζοκόντειο" μυστηριώδες χαμόγελο θα κατακτήσει διακριτικά κάθε γωνιά του σπιτιού. Και η ατμόσφαιρα, μέσα στην καθημερινή απραξία, θα γίνεται όλο και πιο βαριά, όλο και πιο πνιγηρή. Όσο η εξάρτηση της ντίβας -αλλά και ολόκληρης της οικογένειας- από την πρόθυμη και ικανή Melanie μεγαλώνει και μετατρέπεται σε επικίνδυνο, υπόγεια ερωτικό πάθος, τόσο η πίεση του θεατή ανεβαίνει.
Μοιάζει με την ασφυξία όταν μένεις κάτω από το νερό περισσότερο απ'όσο πρέπει, με το σφίξιμο που νοιώθει ο καρπός όταν προσπαθείς να πιάσεις τον χτύπο του μετρονόμου μα τα δάχτυλα δεν προλαβαίνουν να ακολουθήσουν το ρυθμό στα πλήκτρα, με τη χαοτική ζαλάδα όταν χάνεσαι σ'εναν αχανή λαβύρινθο. Όλα μετέωρα, μια βασανιστική αναμονή, ένα ξέσπασμα που ποτέ δεν έρχεται, μιας που οι σελίδες της παρτιτούρας συνεχίζουν να γυρνούν φαινομενικά ανεμπόδιστα.
Η εκδίκηση δεν χρειάζεται να είναι ξαφνική και αιματηρή. Αρκεί να είναι αποτελεσματική. Δεν χρειάζεται καν να είναι μια εντυπωσιακή πράξη. Μπορεί να συνίσταται σε μια απλή παράλειψη. Και όσο μεγαλύτερη η εξάρτηση και η ανάγκη, τόσο καθοριστικότερη η παράλειψη.
Μια σελίδα που ποτέ δεν γύρισε, ένας χτύπος που δεν πρόλαβαν τα δάχτυλα, μια υπογραφή σε μια κάρτα, είναι αρκετά. Ειδικά όταν γίνονται από έναν άνθρωπο εμπιστοσύνης, όπως το φαινομενικά αθώο κορίτσι που γυρίζει τις σελίδες.
Και τόσο απλά, η μαγευτική μελωδία της ζωής μπορεί να μετατραπεί στην πνιγηρή σιωπή του θανάτου.

[Η ταινία προβλήθηκε περσι στους κινηματογράφους και τώρα κυκλοφορεί σε DVD, με ελληνικό τίτλο "Το κορίτσι που γυρίζει τις σελίδες"]

Wednesday, May 9, 2007

Take Me There...





Wong Kar Wai, Bela Tarr, Denis Arcand, Cohens, Quentin Tarantino, Gus Van Sant.

Enough said.


[Enough with wishful thinking....]

Saturday, May 5, 2007

"INLAND EMPIRE", του David Lynch


Μια παραίσθηση, μια ταινία, η ζωή, ένας εφιάλτης.
Ή τίποτα από αυτά. Ή και όλα αυτά μαζί.
Ένα αίνιγμα. Ή μάλλον οχι, δεν πρόκειται για αίνιγμα, γιατί αυτά που μας δείχνει ο Lynch δεν ζητούν λογική εξήγηση, σχεδόν δεν ζητούν αποκωδικοποίηση. Οι εικόνες που βλέπουμε είναι σκηνές από μια βουτιά στην ψυχή ενός ανθρώπου. Tόσο ανεξήγητα απλό.
Και τόσο απλά, ανεξήγητο.
Είναι η αποτύπωση ενός λαβυρινθώδους εφιάλτη, η κινηματογράφηση των φοβιών ενός ανθρώπου, μιας γυναίκας, μιας ηθοποιού. Είναι η πραγματικότητα μέσα από την Τέχνη και η Τέχνη ως όνειρο. Ένα όνειρο που γίνεται εφιάλτης, μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη μιας κάμερας ή ενός ταραγμένου μυαλού. Είναι εικόνες που γίνονται αφορμή για νέες εικόνες, είναι στιγμές που γίνονται αφορμές για νέα όνειρα, είναι φόβοι που γίνονται αφορμή για αιματηρούς εφιάλτες.
Και για εμάς υπάρχει κρατημένη μια θέση στην απέναντι πλευρά, στα σκοτεινά καθίσματα. Μαζί με την πρωταγωνίστρια, βλέπουμε το όσα της (και μας) συμβαίνουν στο πανί. Και βιώνουμε την ένταση, σχεδόν όπως αυτή η ίδια, ή όπως η μοναχική θεατίς που την παρακολουθεί από το σπίτι της στην τελευταία σκηνή, και που τελικά γίνεται ένα με την ταινία που βλέπει. Ίσως κι εμείς, με τον ίδιο τρόπο, να έχουμε θέση σε αυτό τον εφιάλτη. Ή ίσως αυτή η ταινία να έχει θέση στους εφιάλτες και τα όνειρά μας.
Γιατί μπορεί οι εικόνες, οι μνήμες, οι φόβοι να είναι διαφορετικοί, όμως η άβυσσος είναι κοινή. Είναι ο εσωτερικός μας κόσμος, η ενδοχώρα. Και οι εικόνες μπορεί να διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο και ίσως να αποκωδικοποιούνται με διαφορετικό τρόπο στον καθένα, όμως υπάρχουν σε όλους μας.
Μια αυτοκρατορία εικόνων - η αυτοκρατορία της ενδοχώρας.
Inland Empire.
[ Κύριε Lynch, ευχαριστώ για αυτή την υποδοχή.]

Monday, April 30, 2007

Court metrage

[Μια ιστορια γελιου, για ταλεντα που πανε χαμενα]

Χτες βραδυ, παρακολουθωντας την τελετη ληξης του 20υ CrashFest (φεστιβαλ φοιτητικων και σπουδαστικων ταινιων), μ'επιασε ενα παραπονο. Γιατι ολοι αυτοι και οχι εγω; Γιατι να μην εχω γυρισει κι εγω καμια ταινιουλα αφου τοσο τον αγαπαω τον κινηματογραφο, και επεσα κατευθειαν στις κριτικες;
Μετα απο συντομη περισυλλογη, συνειδητοποιησα σοκαρισμενη γιατι πηρα τοσο νωρις τον λαθος δρομο. Μα, αγαπητε εαυτε -συνειδητοποιησα θριαμβευτικα- αφου εχεις ηδη γυρισει μια μικρου μηκους ταινια! Μαλιστα! Κι ηταν μια μια εμπειρια τοσο συγκλονιστικη αλλα και ρεζιλευτικη που εχει απωθηθει απο το μυαλο μου, συγχρονως ομως συνεχιζει να με επηρεαζει βαθυτατα, βολταροντας ελευθερα στο υποσυνειδητο μου.
Η συλληψη και η πραγματοποιηση της ταινιας εγινε τη βραδια πριν φυγω για Θεσσαλονικη, πριν 2 περιπου χρονια. Ειχαμε μαζευτει η στενη παρεα και αφου μεθυσαμε επαρκως σε καποιο club, βρεθηκαμε αξημερωτα για λογους που αυτη τη στιγμη αγνοω σε μια πλατεια/παρκο στο Παλαιο Φαληρο. Για επισης αγνωστους λογους, μια απο τις κοπελες που ηταν στην παρεα ειχε μαζι της βιντεοκαμερα. Αφου ειπαμε (και καναμε) διαφορες βλακειες, καποιος (οχι δεν ημουν εγω που να χτυπιεστε) εριξε καπως την ιδεα να γυρισουμε ενα ταινιακι. Η ιδεα βρηκε αμεσως γονιμο εδαφος (ημαστε ολοι ψωναρες και εγω συγκεκριμενα wannabe σηνοθετις) και ετσι με προχειρες ιδεες απο εδω και απο εκει, αρχισε να δημιουργειται το υποτυπωδεστατο σεναριο (το οποιο, σας διαβεβαιω, παρεμεινε υποτυπωδες μεχρι το τελος).
Η κεντρικη ιδεα βασιστηκε σε μια αλλη φιλη, η οποια μολις ειχε περασει Ψυχολογια. Εκεινη θα ηταν η ψυχολογος μας και εμεις οι διαφοροι «τρελοι» χαρακτηρες. Το βασικο concept ηταν οτι εμεις θα της παρουσιαζαμε τα προβληματα μας κι αυτη θα εντοπιζε τη ριζα τους και θα μας βοηθουσε να τα ξεπερασουμε. Ο καθενας αρχισε να προτεινει προβληματα για τον εαυτο του και για τους αλλους, αξιοποιωντας το γυρω περιβαλλον, το οποιο μας ενεπνευσε σε πολλα θεματα (οπως π.χ. στη δημιουργια του δικου μου χαρακτηρα), αλλα και τις προσωπικοτητες των πρωταγωνιστων. Δεν εχω συγκρατησει δυστυχως ολα τα ονοματα και τους χαρακτηρες με ακριβεια (ειπαμε, η μνημη οταν δε θελει να θυμαται παιζει παραξενα παιχνιδια). Η μια παντως ηταν η Παρθενα Τσιμπουκη, μια θεουσα κυρια καθωσπρεπει και ηθικων αρχων, που στην πραγματικοτητα ηταν νυμφομανης. Ο αλλος ηταν ενας σκληρος αστυνομικος (Ταξιαρχος κατι λεγοταν) που στην πραγματικοτητα ερωτευοταν τα αναρχικα θυματα του. Ο τριτος ηταν ενας "αγαλματολαγνος" (!) (σημ. λεξη που δημιουργησαμε εκεινη τη στιγμη, για να περιγραψει καποιον που ..ερωτευεται αγαλματα), ο οποιος κατι μετα ειχε να κανει με τον αστυνομικο (στο τελος ερωτευτηκαν και εφυγαν αγκαλιασμενοι και ανεμελοι στην παραλια), η αλλη ηταν η Καρλοτα ντιΡαντα (ναι, αυτη ημουνα εγω) που ημουν.. "γητευτης δρακων" (μη γελατε, δεν εχει σχεση με εμενα, απλα ειχε κατι αγαλματα μοντερνας τεχνης εκει γυρω που εμοιαζαν με δρακους. Επισης, δε θα κουραστω να επαναλαμαβανω, ημασταν αρκουντως μεθυσμενοι) που στην πραγματικοτητα αγαπουσε τις γατουλες και φοβοταν τρομακτικα τα τερατα. Ηταν και μια ακομα κοπελα που ομως εχω ξεχασει εντελως τον χαρακτηρα που "υποδυοταν".
Καθομασταν που λετε ολοι οι τρελοι σε εναν κυκλο στα γρασιδια και η ψυχολογος με υπομονη ακουγε το προβλημα μας. Μετα ο καθενας με τη σειρα του εκανε μια αναπαρασταση στο χωρο, που αναδεικνυε το προβλημα του σε ολο του το μεγαλειο και σε καποια στιγμη ερχοταν η ψυχολογος, "παγωνε" την εικονα (δηλαδη εμεις σταματαγαμε να κουνιομαστε αλα "αγαλματακια ακουνητα"), εκανε ενα rewind (δηλαδη εμεις καναμε τις ιδιες κινησεις απο την αναποδη με τραγελαφικα προφανως αποτελεσματα), εντοπιζε το καιριο σημειο οπου μας δημιουργηθηκε το τραυμα και ω του θαυματος μας θεραπευε (μερος ομως του προβληματος μας το φορτωνοταν κι εκεινη -συμβολικα, της φορτωναμε ενα απο τα αξεσουαρ που φορουσαμε).
Τελικα γιατρευτηκαμε ολοι και τρελαθηκε εκεινη.
Φυσικα δεν θα μπορουσαμε να παραλειψουμε το soundtrack, το ημισυ του παντος για μια επιτυχημενη ταινια (δεν πιστευω να αμφιβαλλει κανεις οτι το αλλο ημισυ υπηρχε και με το παραπανω;;). Επειδη δεν διαθεταμε προηγμενα τεχνολογικα μεσα, η μουσικη επενδυση εγινε με ringtones απο το κινητο. Μιλαμε για υπερπαραγωγη.
Ο τιτλος του αριστουργηματος; "Η Νυχτα των Τρελων".

Τωρα που τα ξαναδιαβαζω, συνειδητοποιω γιατι εχω απωθησει απο τη μνημη μου αυτη την εμπειρια και γιατι το εριξα κατευθειαν στο θεωρητικο του κινηματογραφου. Το VHS (προηγμενα μεσα επαναλμβανω) της ταινιας βρισκεται ντουλαπιασμενο σε ενα σπιτι στο Π.Φαληρο (οχι στο δικο μου), ενω το αριστουργημα δεν το εχω δει ποτε ολοκληρωμενο σε οθονη (ή καλυτερα, στη μεγαλη οθονη που του αναλογει). Τωρα που το θυμηθηκα, οταν ξανακατεβω Αθηνα, θα απαιτησω το αντιτυπο που μου αναλογει (για να το στειλω στο επομενο CrashFest και να κερδισω καμια βιντεοκαμερα).
Οπως καταλαβατε, εχετε να κανετε με μια σταρ.

[Να παρει, και ειχα περασει για σοβαρο ατομο μεχρι τωρα.]

Friday, April 27, 2007

"De battre mon coeur s'est arrêté", του Jacques Audiard


Ένα θηρίο ανήμερο. Ματωμένες γροθιές, ανοιχτοί λογαριασμοί και «μαύρο χρήμα».
Κι ένα πιάνο. Μια σύνθεση του Bach, ξανά και ξανά, εξαντλητικά, κάθε μοναχικό βράδυ.
Τα ίδια ματωμένα δάχτυλα που με το φως της μέρας γρονθοκοπούν αλύπητα αθώους και διώχνουν ανθρώπους από τα σπίτια τους, είναι αυτά που κάθε βράδυ χαϊδεύουν απελευθερωμένα, σχεδόν ερωτικά τις νότες του παλιού πιάνου.
Κάθε βράδυ, αυτές οι λίγες ώρες πάνω από το πιάνο, είναι οι μόνες στιγμές γαλήνης που σιγά σιγά εξημερώνουν το άγριο, επιφανειακά αναίσθητο θηρίο. Οι μόνες ώρες που o Τομά καταφέρνει να ξεφεύγει από τον πιεστικό πατέρα του, που τον βυθίζει κάθε μέρα πιο βαθιά στον βούρκο, και τους «φίλους» και συνεργάτες του που τον τραβάνε καθημερινά όλο και πιο βίαια στα σκοτάδια της παρανομίας.
Είναι εκείνες οι στιγμές που ο ηλεκτρονικός βόμβος που τραντάζει ολημερίς τα αυτιά του μέσα από τα ακουστικά, μετατρέπεται σε πραγματική μουσική μέσα του.
Μια μελωδία, ένα μοναδικό φως στο σκοτάδι που έχει βυθιστεί.
Μια μελωδία, ξανά και ξανά, μέχρι να την τελειοποίησει, μέχρι την μεγάλη οντισιον, μέχρι αυτός να τρελαθεί, μέχρι το μέτρο της να συγχρονιστεί με τους χτύπους της καρδιάς του και τότε αυτή, πάνω στην κορύφωση, να σταματήσει, να τον απελευθερώσει.
Μια μελωδία που θα τον κάνει να βρει τον εαυτό του και να κατανοήσει γιατί η μουσική είναι η αυτή που μπορεί να εξημερώσει και τα πιο άγρια θηρία: Γιατί είναι η μόνη που τα εξημερώνει χωρίς να τα κλείνει σε κλουβιά, μα φέρνοντας γαλήνη στην ψυχή τους.

[Η ταινία γυρισμένη το 2005, κυκλοφορεί σε DVD με τίτλο "Ο χτύπος που έχασε η καρδιά μου"]

Monday, April 23, 2007

Poppy Fields Forever

Μακαρι ολες οι μερες μου να ειναι τοσο γεματες οσο το σαββατοκυριακο που περασε.
Στιγμες, ανθρωποι, συναισθηματα, δραστηριοτητες.
Και στο τελος, ενα ηλιολουστο ταξιδι με το τραινο, αναμεσα σε λιβαδια με παπαρουνες.
Ευτυχια!

Πως το λεει καπου ο Brel;

"Je pars aux fleurs la paix dans l'âme.."

Friday, April 20, 2007

Εδω κι Εκει











Σημερα θα'θελα να πω πολλα.
Τα καλα ξεχειλιζουν
και τα κακα με πνιγουν,
φυσικα στο τελος της μερας μου εχουν μεινει μονο τα αρνητικα
γιατι ηλιθιωδως επιμενω να κανω το ιδια λαθη
και, το χειροτερο, προσποιουμαι οτι δεν με πειραζουν.
Δεν πειραζει.
Το θεμα μου αποψε ας ειναι το "εκει" που εγινε πια "εδω".

Και για ενα σαββατοκυριακο παλι εδω (δηλαδη εκει..).


[οι φωτογραφιες, κατα σειρα: Απογευμα στο ΠορτοΧελι, Ηλιοβασιλεμα στο Θερμαικο, Ξημερωμα στη Νορβηγια, Απογευμα στην Ναυαρινου, Νυχτα στη Φιλοθεη, Ηλιοβασιλεμα στην Αλεξανδρας, Τρενα στον Κεραμεικο, Βραδυ στο Λευκο Πυργο, Νυχτα στην Αριστοτελους, Μεσημερι στην Πνυκα]