[Aρκετές οι ταινίες από τη Δευτέρα που ήρθα.. Ορίστε ένα κατεβατό με αυτά που είδα ως τώρα]
Δευτέρα 25/9
Πρώτη μου μέρα στις Νύχτες Πρεμιέρας, στις οποίες κατέφθασα ενθουσιώδης αλλά ολίγον άτυχη -Το μεν πνεύμα πρόθυμο η δε σαρξ ασθενής! Με λίγο πυρετό, φτερνίσματα και πολλά χαρτομάντηλα (και λόγω συγκίνησης) κατάφερα να παρακολουθήσω μόλις μία προβολή, αλλά πολύ αναμενόμενη: Η «
Εξιλέωση» (Atonement) του Τζο Ραϊτ, βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Ίαν ΜακΓιουαν, που άφησε πολύ καλές εντυπώσεις στην πρόσφατη Μόστρα της Βενετίας τόσο για τη σκηνοθεσία της όσο και για την ερμηνεία της Κίρα Νάϊτλι.
Στη Βρετανία της δεκαετίας του ’30 ένας έρωτας ανθίζει μέσα στο πλουσιόσπιτο των Τάλις, ανάμεσα στον καλής ανατροφής αλλά φτωχής καταγωγής γιο της οικονόμου Ρόμπι (Τζεϊμς ΜακΑβοι) και την μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας, Σεσίλια (Κιρα Ναϊτλι). Όμως, πίσω από τα κλειστά παράθυρα και τις γερμένες πόρτες, τους παρακολουθεί άγρυπνο το βλέμμα της μικρής αδερφής Μπράιονι, με την καλπάζουσα φαντασία και τον κρυφό πόθο της για τον Ρόμπι να την οδηγούν σε μια καταστροφική επιλογή: Ο Ρόμπι βρίσκεται στη φυλακή και μετέπειτα στην πρώτη γραμμή του πολέμου, η Σεσίλια απομένει μόνη της αναμένοντας στωικά την επιστροφή του, και η μικρή Μπράιονι βυθίζεται στις τύψεις της για την πράξη της και στην ανάγκη της για εξιλέωση, προσπαθώντας, χωρίς αποτέλεσμα, να ξεπλύνει το αίμα από πάνω της (μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά σε μερικές πολύ όμορφες αλληγορικές στιγμές). Το προσωπικό δράμα τριών ανθρώπων, οι λάθος επιλογές, οι στιγμές εκείνες που δεν μας αφήνουν να προχωρήσουμε μπροστά ή αυτές που μας δίνουν δύναμη να συνεχίσουμε όταν όλα δεχνουν μάταια, η τύψεις, το πάθος, το μίσος, ο έρωτας και η ενοχή μπερδεμένα μέσα στη δίνη και στον παραλογισμό του πολέμου.
Το έργο, συνολικά, δεν καταφέρνει να απογειωθεί ολοκληρωτικά (παρά μόνο σε κάποιες μεμονωμένες σκηνές), ενώ προσωπικά δεν με έπεισε η χημεία των πρωταγωνιστών. Αξιοσημείωτη είναι όμως η φωτογραφία και η σκηνοθετικη μαεστρία του Τζο Ράιτ (δεν θα εκπλαγώ καθόλου αν βρεθει στις υποψηφιότητες για Οσκαρ), ειδικά στις υπερβατικές, λυρικές και ταυτόχρονα σκληρές σκηνές της αποχώρησης από το Dunkirk που πραγματικά αφήνουν το θεατή με ανοιχτό το στόμα. Στην πολή όμορφη τελική σεκάνς, νιώθεις με κάποιο τρόπο την «εξιλέωση» που αναζητά η Μπράιονι, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα δεν φέρνει τελικά την πολυπόθητη λυτρωση για το θεατή.
Τρίτη 26/9Zoo
Ένα θέμα ταμπού. Ένας θάνατος που απασχόλησε τα ΜΜΕ της Αμερικής πριν κάποια χρόνια. Και ένα ντοκυμαντερ που επικεντρώνει στο συγκεκριμένο θέμα, αποφεύγοντας την ηθικολογία -αλλά και σε στιγμές ακόμα και το θέμα του το ίδιο.
Η κτηνοβασία είναι αναμφίβολα ένα θέμα που δύσκολα αγγίζεται. Και δύσκολα δείχνεται. Και, ακόμα πιο δύσκολα, κρίνεται. Έτσι, το συγκεκριμένο «ντοκυμαντερ» αποφεύγει έμμεσα να κάνει οτιδήποτε από τα τρία. Ή μάλλον, επιδιώκει μόνο να αγγίξει το ζήτημα. Χωρίς όμως να δείξει, ούτε να σχολιάσει. Υπαινίσσεται. Συμβάντα, σκηνές, απόψεις, θέσεις. Καταγράφει τις εμπειρίες πρωταγωνιστών της συγκλονιστικής ιστορίας (ένας άνθρωπος πέθανε από εσωτερική αιμοραγία μετά τη συγκεκριμένη πράξη), με τρόπο αποσπασματικό, μέσα από εμβόλικα λυρικά πλάνα, ανάμεσα σε γεγονότα. Η ταινία, είναι η αλήθεια, φαίνεται να στερείται προσανατολισμού (αν βέβαια θεωρήσουμε οτι χρειάζεται). Παρουσιάζει όμως ένα θέμα δύσπεπτο και δύσκολο. Επειδή δεν κρίνει, μου είναι δύσκολο να την «κρίνω» κι εγώ. Απλά παρακολούθησα. Κι έμεινα μ’ένα μεγάλο ερωτηματικό, μετέωρη ανάμεσα στο «σωστό» και το «λάθος» κι ακόμα πιο σαστισμένη σ’αυτό το δυσπρόσιτο ταμπού.
Broken English, της Zoe Cassavetes
Το ύφος των ταινιών «Πριν το Ξημέρωμα» και «Πριν το ηλιοβασίλεμα» τείνει πλέον να γίνει σχολή. Άλλη μια ταινία λοιπόν που έρχεται με αντίστοιχες συστάσεις από το φεστιβάλ του Sundance, και πρόκειται για την πρώτη σκηνοθετική προσπάθεια της κόρης του John Cassavetes. Βέβαια λίγη -έως καμία- σχέση έχει με το σινεμά του πατέρα της. Καταπιάνεται με μια ανάλφρη κομεντί, πράγματι στο στυλ των προαναφερθεισών ταινιών, και η αλήθεια έιναι πως διαχειρίζεται καλά το θέμα της. Η ιστορία απλή και συνήθης: μια νευρωτική νεοϋορκέζα, (πολλές) αποτυχημένες σχέσεις, κρίσεις πανικού, χαμηλή αυτοπεποίθηση, αυτολύπηση. Μέχρι που εμφανίζεται ένας υπέροχος Γάλλος, που με τα «σπαστά αγγλικά» του και το ανάλαφρο και αλαφροϊσικωτο (μα τόσο ρομαντικό) στυλ του, θα της κλέψει την καρδιά και θα τη βάλει πάλι στο πιχνίδι της ζωής και του έρωτα. Τίποτα περισσότερο, αλλά και τίποτα λιγότερο από αυτό. Ένα ευχάριστο, αθεράπευτα ρομαντικό δίωρο, με όμορφο ρυθμό, ένα υπέροχο (πάντα!) Παρίσι, έναν ερωτεύσιμο πρωταγωνιστή κι ένα ζευγάρι με καλή χημεία. Μια καλή, δοκιμασμένη συνταγή για το πρώτο βήμα της (συμπαθέστατης, όπως αποδείχθηκε από αυτά που μας είπε στην αίθουσα) Zoe. Με πιο «σοβαρό» υλικό, δείχνει πως έχει κι άλλες δυνατότητες. Για την ώρα, οι ρομαντικές ψυχές σπέυσατε, μιας και τείνουν να εκλείψουν πλέον οι γνήσια ρομαντικές καλοστημένες ιστορίες.
Τετάρτη 27/9
Waitress, της Adrienne Shelly
Μια δραματική κομεντί με πρωταγωνίστρια μια δυστυχισμένη, καταπιεσμένη κοπέλα του αμερικάνικου νότου και ..τις πίτες της. Η Τζένα είναι εγκλωβισμένη σ’έναν αποτυχημένο γάμο με το βίαιο, καταπιεστικό άντρα της να μην την αφήνει να πάρει καμία πρωτοβουλία και να επιδιώκει να την κρατά κλειδωμένη στο σπίτι. Η μόνη της διέξοδος είναι η δουλειά της, ως σερβιτόρα σ’ένα ημιπαρακμιακό diner της περιοχής, όπου δημιουργεί θεσπέσιες πίτες, εμπνευσμένες από τα καθημερινά της προβλήματα. Η μoναδική της ελπίδα να ξεφύγει από αυτό το καταπιεστικό περιβάλλον είναι να το σκάσει, μαζεύοντας (κρυφά από τον άντρα της) λεφτά για να συμμετάσχει στον εθνικό διαγωνισμό πίτας, μέχρι που μένει (χωρίς να το επιδιώκει) έγκυος και ερωτεύεται τον νέο της γυναικολόγο. Παρά τους εύθυμους τόνους και τη γλυκερή ατμόσφαιρα, πρόκειται κατά βάση για ένα δράμα, που βασίζεται σε μια κλασική συνταγή, ανακατεύει όμως με πρωτότυπο τρόπο τα υλικά του και αφήνει τελικά μια γλυκόπικρη, πρωτόγνωρη γεύση. Και παρά το φαινομενικά «νόστιμο» happy end, την τελευταία μπουκιά αυτής της πίτας μπορεί να την καταπιείτε πιο δύσκολα: όλοι οι ήρωες εντέλει έχουν συμβιβαστεί, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, στο καλύτερο δυνατό και όχι στο καλύτερο συνολικά... “I’m happy enough. I don't expect much. I don't get much, I don't give much. I generally enjoy whatever comes along. That's my answer for you, summed up for your feminine consideration. I'm happy enough”.
Παρανοϊκή αγάπη / Crazy love των Dan Klores, Fisher Stevens
Ένα ντοκυμαντερ για μια πραγματικά «παρανοϊκή» για τα καθημερινά δεδομένα αγάπη, που απασχόλησε τα αμερικάνικα Μ.Μ.Ε από τη δεκαετία του ’50 μέχρι και σήμερα Ένα πάθος που παρά τα σκαμπανεβάσματα και τα πρωτοφανή περισταστικά που συνέβησαν μεταξύ του ζευγαριού παραμένει ζωντανό μέχρι σήμερα, αποδεικνύοντας με τον καλύτερο τρόπο οτι ο έρωτας είναι πράγματι.. τυφλός. «If I can’t have you, then nobody can” είναι η σκέψη - κινητήριος άξονας αυτής της εμμονής, που αφήνει τον ανυποψίαστο θεατή με ανοιχτό το στόμα. Αμοιβαίες εξωσυζυγικές σχέσεις, βίαιες επιθέσεις (με τραγικα αποτελέσματα), φυλακίσεις, πρωτοσέλιδα, «παρανοϊκές» επανασυνδέσεις. Δύο τρελοί κι ένας έρωτας φυσιολογικός.. Ή μήπως ο Μπερτ και η Λιντα είναι «φυσιολογικοί» και ο έρωτας τους τρελός; Ένα ντοκυμαντερ που βασίζεται στη δύναμη του θέματός του, αλλά είναι λίγο διεκπεραιωτικό ως προς την κατασκευή του.
Black sheep, του Jonathan King
“The violence of the lambs” θα μπορούσε να είναι ο υπότιτλος αυτής της ταινίας, που μόνον ο όρος “Frankensheep” είναι ικανός για να σας εισαγάγει στην παράνοιά του: Γενετικώς μεταλλαγμένα πρόβατα, που διατηρώντας το αθώο «αρνάκι-άσπρο-και-παχύ» παρουσιαστικό τους, μεταμορφώνονται εσωτερικά σε ανηλεή σαρκοβόρα τέρατα που επιτίθενται και κατασπαράζουν ο,τι κινείται, μετατρέποντας συγχρόνως (o,τι απομένει από) αυτό σε σαρκοβόρο πρόβατο. Ένα σπλάτερ με πρόβατα λοιπόν, για τους φαν του είδους (του σπλάτερ, όχι των προβάτων). Πολύ πρωτότυπη η κεντρική ιδέα και έξυπνη η αποτύπωσή της, μιας και τα πρόβατα διατηρούν το άκακο και αθώο ύοφς τους καθ’όλη τη διάρκεια της ταινίας, κι έτσι ο αιφνιδιασμός της πρωτοφανούς επιθετικής τους φύσης πετυχαίνει κάθε φορά, αν και το στορυ δεν αναπτύσσεται και δεν εξελίσσεται καθόλου. Όχι πως χρειάζεται κάτι περισσότερο μια τέτοιου είδους ταινία, αφού το fun της διατηρείται στο ακέραιο. Τα σχόλια για τα ενδοοικογενειακά προβλήματα, την παρέμβαση του ανθρώπου στη φύση και για τη βιοηθική σαφώς και (μπορούν να) μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Ο σκοπός του έργου επιτυγχάνεται στο έπακρο (αν και εξαντλείται εκεί) στις σκηνές ανθολογίας με τα τεράστια κοπάδια από αφράτα, πανάγαθα πρόβατα να κατεβαίνουν απειλητικά το λόφο με επική μουσική υπόκρουση εκστρατείας. Μπεεεεε!
*Δημοσιέυτηκε με παραλλαγές στον Εξώστη