Showing posts with label movie reviews. Show all posts
Showing posts with label movie reviews. Show all posts

Friday, February 6, 2009

"The Wrestler", του Darren Aronofsky


Μια εμπειρία εξαιρετικά επίπονη. Κυρίως όταν, βέβαια, τη βιώνεις, αλλά επίπονη κι όταν ακόμα την παρακολουθείς. Στο κατς, το άθλημα που όχι απλώς 'όλα επιτρέπονται', αλλά και τα πιο εξωφρενικά πράγματα επιβάλλονται κιόλας, το μόνο όριο είναι η ανθρώπινη αντοχή. Ανθρώπινοι σάκοι του μποξ, δέχονται απανωτά χτυπήματα με κάθε μέσο, με κάθε τρόπο και σε κάθε μέρος του σώματος προς τέρψη ενός αλλαλάζοντος κοινού που πληρώνει για να δει εν εκστάσει κομμάτια κρέατος να καταρρέουν, για να πάρει την αυτοεπιβεβαίωσή του.
Όμως δεν είναι όλα παρά μια συναλλαγή: γιατί κι αυτά τα 'κομμάτια κρέατος', είναι άνθρωποι με σώμα, που έχει όρια αντοχής, και ψυχή, που με τη σειρά της παίρνει επιβεβαίωση και αυτοπεποίθηση από το εκστασιασμένο πλήθος, που ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους το κάνει, μοιάζει να τους λατρεύει. Φωνάζει, παθιάζεται, φανατίζεται μ' αυτούς. Αυτούς τους ανθρώπους που δέχονται να ξεφτιλιστούν, να πληρωθούν για να ξεφτιλιστούν, που συμφωνούν να δημιουργήσουν μια σικέ παρακμή που διατηρείται με αναβολικά, ψεύτικα τρικ και παυσίπονα για να γίνουν οι πρωταγωνιστές της στιγμής. Για λίγα δευτερόλεπτα οι ιαχές του πλήθους θα ακούγονται μόνο γι' αυτούς.
Κι όταν όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα σώμα νεανικό, μη φθαρμένο, που το τελευταίο όριο της αντοχής δείχνει μακρινό και ακίνδυνο, όλη η παρακμή κρύβεται, εξαφανίζεται κάτω από τη χρυσόσκονη της πρόσκαιρης επιτυχίας, από τους λαμπερούς προβολείς και τις φωνές του πλήθους. Η τραγωδία όμως έρχεται όταν αγγίζονται τα όρια της αντοχής. Τα εξωτερικά όρια, που με τη σειρά τους επηρεάζουν και τα εσωτερικά.
Εκεί φαίνεται το πραγματικό σθένος του 'παλαιστή' του Darren Aronofsky που είναι ο απλά συγκλονιστικός Mickey Rourke, που μέσα από τις καταχρήσεις, τον πόνο, τα απανωτά χτυπήματα των αντιπάλων και της ζωής, συνειδητοποιεί ότι αυτή η σικέ παρακμή που περιορίζεται στα σκοινιά και τις τέσσερις γωνιές του ρινγκ είναι το μόνο μέρος που τον αποδέχεται και τον χωρά, αφού ο έξω κόσμος δεν είναι λιγότερο στημένος, ούτε λιγότερο φτηνός και ούτε βέβαια, λιγότερο σκληρός. Η ποίηση μέσα από τον πόνο και την παρακμή, σε μια ταινία που βιώνεται πραγματικά και μοιάζει να αναπνέει και να πονά μαζί με τον καταπονημένο πρωταγωνιστή της.

[το κείμενο γράφτηκε για το CinemaNews.gr]

Thursday, February 5, 2009

"The Curious Case Of Benjamin Button", του David Fincher


Τα πρώτα του κλάματα ήταν οι πονεμένες κραυγές ενός γερασμένου άντρα, τις πρώτες του συγκινήσεις τις έζησε σε γηροκομείο, το πρώτο του φιλί το έδωσε με ρυτιδιασμένο πρόσωπο. Και το τέλος της ζωής του τον βρήκε σε μια κούνια, με μωρουδιακά κλάματα να προσπαθούν να διώξουν τον πόνο του θανάτου.

Η απίστευτη ιστορία του Benjamin Button ξεκινά στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όταν ένας πατέρας από τους πολλούς που είχαν χάσει τα παιδιά τους στον πόλεμο, θέλησε να γυρίσει πίσω το χρόνο. Θέλησε να ελέγξει το πεπρωμένο, να πείσει το χρόνο μήπως γίνει φιλεύσπλαχνος κι αλλάξει όσα είχαν συμβεί. Και δημιούργησε ένα ρολόι του οποίου οι δείκτες γυρνούσαν αντίστροφα.

Έναν αιώνα μετά, η ιστορία τελειώνει με μια γυναίκα που έχει συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να αλλάξει το χρόνο, πως δεν μπορεί να αλλάξει το πεπρωμένο. Μια γερασμένη μητέρα, με την κόρη της στο προσκεφάλι της, προσπαθεί να ανασυνθέσει μέσα από ένα ημερολόγιο το παρελθόν, θέλοντας να προλάβει να διηγηθεί τα γεγονότα της ζωής της που δεν αλλάζουν πια, πριν μια φυσική καταστροφή έρθει με τη μανιασμένη οργή της φύσης και παρασύρει κάθε ανάμνηση.

Ένας άνθρωπος που γερνά ανάποδα. Μια εξωπραγματική ιστορία, που όμως στην καρδιά της είναι βαθύτατα πραγματική. Αληθινή, γιατί καταγράφει το αναπόφευκτο, μέσα από τη ζωή ενός ανθρώπου που φαινόταν πως μπορεί να το δαμάσει. Φευ! Αυτό που του έμαθε η διπλά αντιφατική του μάχη με το χρόνο, είναι πως δεν έχει σημασία ποιό ήταν το παρελθόν σου και πώς διαγράφεται το μέλλον σου, αλλά πώς ζεις το παρόν –αυτό που σου δίνεται και που το συνδιαμορφώνεις. Μοναδικός σε έναν κόσμο που κυλά διαφορετικά από αυτόν, ο Benjamin θα συνειδητοποιήσει ότι ο πανδαμάτωρ χρόνος λειτουργεί αμφίδρομα –μοιράζει απλόχερα στιγμές και χαράζει πληγές αδιακρίτως, σε όλους όσοι τυχαίνει και βρίσκονται να περπατούν πάνω στη λεπτή γραμμή του.

«Σκέφτομαι πως τίποτα δεν διαρκεί. Και πόσο κρίμα είναι αυτό», θα του πει κάποια στιγμή η φιλάρεσκη και ματαιόδοξη (πώς να μην είναι άλλωστε, νέα κι άφθαρτη στο σώμα) Daisy, και στη φράση της ηχεί μια γλυκόπικρη ειρωνεία, καθώς ασυναίσθητα στα λόγια της αποτυπώνει αυτό που διαρκεί για πάντα: η ζωή του Benjamin είναι διαποτισμένη από έρωτα. Από έρωτα γι’ αυτήν. Για τις στιγμές τους. Δεν έχει σημασία που ο ένας κοιτά τη ζωή από την εκκίνηση και ο άλλος από τον τερματισμό. Δεν είναι ο χρόνος που θα τους καθορίσει, αλλά η φθαρτότητα. Η ζωή του Benjamin είναι μια συνεχής πάλη ανάμεσα σ’ αυτά που η ψυχή έχει ζήσει και σ’ αυτά που το σώμα μπορεί να δεχτεί. Κι αυτή είναι μια μάχη άνιση, ιδιαίτερα όταν την πολεμάς μόνος. Έτσι, πληρώνοντας το τίμημα της νεότητας, θα ακολουθήσει τη μοίρα του, μόνος. Θα ακολουθήσει την αναπόφευκτη μοναχική διαδρομή του, όπως ακριβώς θα κάνουν στην τελευταία συγκινητική φελινική παρέλαση-αποχαιρετισμό κι όλοι οι χαρακτήρες που τον άγγιξαν με κάποιο τρόπο στη διάρκεια της ζωής του.

Γιατί παρόλη τη μεγαλεπήβολη και επική ιστορία που χαράζεται με αδρές γραμμές, στην πραγματικότητα η ζωή του Benjamin Button είναι ένα άθροισμα από μικρές, εύθραυστες ιστορίες. Από ανθρώπους και στιγμές. Όπως άλλωστε είναι οι ζωές όλων μας. Μόνο που ο Benjamin γεννήθηκε υπό ασυνήθιστες συνθήκες. Και ο μαγικός ρεαλισμός του Fincher τις έκανε πραγματικότητα.

[το κείμενο γράφτηκε για το 25th Frame]

Thursday, June 26, 2008

"Chansons d' Amour", του Christophe Honoré


Εκείνος αγάπησε εκείνη. Κι αυτή αγάπησε αυτόν. Όμως εκείνη ερωτεύτηκε και μια άλλη. Κι έτσι αυτός, για να την κρατήσει, αναγκάστηκε να τις αγαπήσει και τις δυο. Όταν εκείνη πεθαίνει, εκείνος καταρρέει, κι η άλλη αναζητά να ξεχάσει τον πόνο σε άλλες αγκαλιές. Όπως κι αυτός. Την αγκαλιά ενός άλλου.
Ανορθόδοξα ερωτικά μπλεξίματα στους υπερβατικά ρεαλιστικούς δρόμους του σημερινού Παρισιού, με ήρωες ρομαντικά μποέμ πρόσωπα μιας άλλης, ονειροπόλας εποχής, μα με αληθινούς πρωταγωνιστές τα τραγούδια του συνθέτη Αλέξ Μπωπέν.
Αντί για συναίσθημα, τραγούδι, κι αντί για ερωτικά λόγια, τραγούδια της αγάπης –αυτό είναι το ιδιότυπο μιούζικαλ του Κριστόφ Ονορέ, ο οποίος, κλείνοντας το μάτι στην κληρονομιά που του έχουν αφήσει οι συμπατριώτες του σκηνοθέτες, φτιάχνει ένα αξιολάτρευτο κουβάρι σχέσεων, ένα mélange à trois (ou quatre?) με ανθρώπους που πληγώνονται, πληγώνουν, αγαπούν και αγαπιούνται με πάθος και χωρίς συμβάσεις.
Ανάλαφρα και γλυκά, παθιασμένα και ευαίσθητα, ασυνήθιστα όσα και ειλικρινή, αυτά τα ερωτικά τραγούδια που ζωγράφισε ο αντισυμβατικός Ονορέ και έντυσε ο ονειροπόλος μελωδικός Μπωπέν, κολλάνε στα χείλη και στο μυαλό. Και όταν βγείτε μετά την πρώτη προβολή, θα θέλετε να τα ξανατραγουδήσετε -και μετά από ακόμα μια ακρόαση να τα ξαναδείτε.

[και βέβαια θα θυμηθείτε και
αυτό]

Saturday, April 5, 2008

"Le ballon rouge" και "Crin-blanc", του Albert Lamorisse



«Εξημέρωσέ με». Αυτό μοιάζει να λέει το κόκκινο μπαλόνι. «Σε παρακαλώ, εξημέρωσέ με», μοιάζει να ζητά και το άσπρο άλογο. Και στις δύο περιπτώσεις, αποδέκτης της παράκλησης ένας άλλος Μικρός Πρίγκηπας.
«Τι θα πει εξημερώνω;» ρωτά ο Σαιντ Εξυπερύ στο ομώνυμο βιβλίο του. Και ο ίδιος απαντά: «Είναι κάτι που έχει ξεχαστεί από καιρό. Εξημερώνω σημαίνει δημιουργώ δεσμούς». Δεσμούς σαν την παράξενη φιλία που θα δημιουργηθεί ανάμεσα στο μικρό αγόρι και σε ένα κόκκινο μπαλόνι στους δρόμους ενός αλλοτινού Παρισιού και σαν τη ξεχωριστή σχέση που θα δημιουργηθεί ανάμεσα σ’ ένα παιδί κι ένα άσπρο ατίθασο άλογο στις παρυφές μιας λίμνης.
Δύο ταινίες που θα μπορούσαν να ειδωθούν σαν μία ενιαία παραβολή με δύο κεφάλαια πάνω στην παιδική αθωότητα που δεν χάνεται ποτέ, ακόμα κι αν συγκρουστεί με την σκληρότητα του αληθινού κόσμου. Χαρακτήρες μοναχικοί, που εξημέρωσαν και εξημερώθηκαν με κόπο, και που γι’ αυτό ακριβώς είναι ξεχωριστοί. Όμως ακριβώς αυτή η ιδιαιτερότητά τους, η παιδική απλότητά τους και η αγνότητά τους θα γίνει αντικείμενο φθόνου. Πως μπορεί να υπάρχει αθωότητα σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο για σκληρούς; Κι έτσι, οι μικροί πρίγκηπες αυτού του κόσμου θα βρεθούν κυνηγημένοι από τους άλλους, τους σκληρούς και σοβαρούς.
Κι αν δεν καταφέρουν να σωθούν όπως στο υπέροχο, ποιητικό τελικό πέταγμα του «Κόκκινου Μπαλονιού» και βρεθούν να παλεύουν στα κύματα όπως στο «Άσπρο Άλογο», δεν χρειάζεται να ανησυχείτε. Μπορεί να εκδιώχθηκαν από αυτό τον κόσμο, αλλά είναι πάντα εκεί. Αρκεί να κοιτάξετε τα βράδια τον έναστρο ουρανό. Και μπορεί μαζί με τα αστέρια που γελούν να δείτε κι ένα πολύχρωμο σύννεφο μπαλόνια ή ακόμα ακόμα κι ένα άσπρο άλογο να καλπάζει. Είναι εκεί. Αρκεί να είστε αρκετά αθώοι για να παραδεχτείτε ότι τα βλέπετε κι εσείς.


Friday, February 29, 2008

"No country for old men", των Ethan και Joel Coen

"An aged man is but a paltry thing,
A tattered coat upon a stick, unless
Soul clap its hands and sing, and louder sing
For every tatter in its mortal dress,
Nor is there singing school but studying
Monuments of its own magnificence;
And therefore I have sailed the seas and come
To the holy city of Byzantium"



Με παρατημένη μα και σίγουρη ταυτόχρονα φωνή, ο Ed Tom μας συνοδεύει καθώς πρωτοπερπατάμε περιπλανώμενοι στην αχανή, όμως και τόσο αποπνικτική πεδιάδα του Τέξας. Από την πρώτη του φράση, το ξέρουμε. Είναι "ένα κουρέλι στο ραβδί που τον βαστά" και μιλά για "μνημεία του δικού του μεγαλείου". Τι ειρωνεία, μαύρη και σκληρή, να μιλά για το παρελθόν και να αναφέρεται σ' έναν ανήλικο δολοφόνο που σκότωσε χωρίς ίχνος πάθους. Και που, χάρη στον Ed Tom, σάπισε στην φυλακή. Ο Ed Tom μας υποδέχεται στο δικό του (παρηκμασμένο όπως αποδείχθηκε) Βυζάντιο και μας ομολογεί, παραδομένος ήδη από την αρχή και κουρασμένος να ασχοληθεί με κάτι που δεν κατανοεί: αυτός δεν είναι τόπος για τους γερασμένους. Αποδεικνύεται όμως, αρκούντως ειρωνικά, πως είναι τόπος για τους μελλοθάνατους.
Ο Llewelyn Moss από την άλλη, δείχνει συνηθισμένος στη νεκρή ξεραϊλα και στον αδυσώπητο ήλιο που μας έχει αποχαυνώσει ήδη από το πρώτο εικοσάλεπτο. Σκληροτράχηλος, μέσα κι έξω, δείχνει σίγουρος για όσα ξέρει πως μπορεί να κάνει. Και πεισματάρης. Ξέρει να στοχεύει, να κρύβεται και να μυρίζει ίχνη. Και να παίρνει τα λάφυρα που του αναλογούν. Δεν είναι ούτε καλός, ούτε κακός, ούτε ηθικός ούτε ανήθικος. Δεν είναι ούτε νέος, ούτε γέρος. Είναι όμως μελλοθάνατος. Γιατί, σε μια τυχαία στιγμή αφέλειας και απληστίας, και ίσως λίγο πείσματος, θα θελήσει να πάρει λάφυρα που δεν είναι δικά του.
Ο Anton Chigurgh, σαν γεννημένος μέσα από το ξερό, νεκρό χώμα του αποπνικτικού τοπίου που μυρίζει θάνατο, θα εμφανιστεί κατ' εντολή, μετά τα πρώτα πτώματα. Και ήδη από την πρώτη στιγμή, θα κάνει σαφείς τις διαθέσεις του. "Έχει τις αρχές του", θα ακουστεί κάποια στιγμή, αρκούντως τραγικά. Το νιώθουμε, ίσως, μα δεν το βλέπουμε ποτέ. Γιατί σκοτώνει αυτό το πλάσμα; Από τύχη; Από συνήθεια; Από ανάγκη; Κι όμως, στη μόνη σκηνή που θα μπορούσε πραγματικά να σκοτώσει από τύχη, το "τυχαίο" δεν του το επέτρεψε. Όλα τα άλλα, είναι αποστολές. Που είναι ρυθμισμένος να βγάλει εις πέρας. Σαν απεσταλμένος ενός απροσδιόριστου "κακού", ενσωματώνει μια σατανική, α-ήθικη κακία που δεν αποπνέει τίποτα το ανθρώπινο. Και που εξολοθρεύει οτιδήποτε ανθρώπινο μπει στον δρόμο της αποστολής του.

Στο διάρκεια του κυριολεκτικά ανελέητου κυνηγητού, οι τρεις κυνηγοί δε θα συναντηθούν ζωντανοί στο ίδιο καρέ. Κι όμως ακούς τα ποδοβολητά και το λαχάνιασμα κάτω από τον καυτό ήλιο, τους παλμούς της καρδιάς στο μακρόστενα σκοτεινά δωμάτια των μοτέλ. Ακούς τις τρομαχτικές σιωπές της νύχτας πίσω από τις κουρτίνες και εισπνέεις την πνιγηρή σκόνη που σηκώνουν οι αφηνιασμένες ρόδες. Βλέπεις το αίμα σχεδόν να στάζει από την οθόνη και να κυλά βασανιστικά προς το μέρος σου. Και ακούς αδιάκοπα τις ανάσες τους πίσω από την πλάτη σου. Το κοφτό λαχάνισμα του Llewelyn, τη βαριά αναπνοή του Anton, το βαριεστημένο ξεφύσημα του Ed Tom.
Μια ειρωνικά παράλογη βία (που οι πονηροί Κοέν μέσα από το κείμενο του ΜακΚάρθι στολίζουν με στάλες κατάμαυρου χιούμορ) χωρίς πραγματικό τιμωρό. Και σκοπό. Τα λεφτά χάνουν από ένα σημείο και μετά τη σημασία τους. Αλλά και η επιβίωση ακόμα, το ίδιο. "You know how this is going to turn out, don't you?" θα ψιθυρίσει η απόκοσμη φωνή στο τηλέφωνο. Ο Moss όμως συνεχίζει από ξεροκέφαλο αφελές πείσμα, ο Chighurg από εσωτερική επιθυμία και ο σερίφης από εξωτερική υποχρέωση. Όταν το κυνηγητό τελειώσει, με την αναπόφευκτη κατάληξη, το ματωμένο τοπίο δεν μοιάζει αταίριαστο. Είναι σαν προεξαναγγελθείσα είδηση. Και θυμίζει τον αρχικό, ξερό τόπο του "εγκλήματος" που τα νεκρά κορμιά έμοιαζαν σαν φυσική συνέχεια της νεκρής πεδιάδας.
Το τέλος βέβαια, δε θα έρθει τόσο γρήρορα κι ούτε θα είναι τόσο απλό. Και βέβαια, καθόλου λυτρωτικό. Για κανέναν, όπως θα περιγράψει εύγλωττα αλλά και τραγικά ο Ed Tom μέσα από τα όνειρά του, αποσυρμένος πια από μια πατρίδα που δεν έχει χώρο για τους απόκληρούς της. Όποιοι κι αν είναι αυτοί.



"That is no country for old men. The young
In one another's arms, birds in the trees -
Those dying generations - at their song,
The salmon-falls, the mackerel-crowded seas,
Fish, flesh, or fowl, commend all summer long
Whatever is begotten, born, and dies.
Caught in that sensual music all neglect
Monuments of unageing intellect"

...Just call it, friendo

Friday, January 18, 2008

"Trois Couleurs", του Krzysztof Kieslowski



Bleu [Liberté?] : Απώλεια, παραίτηση και θάνατος -κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ο κόσμος γύρω γίνεται εχθρός, η αγάπη πόνος και προδοσία, η ανάμνηση πληγή ανοιχτή και η ζωή άχθος ασήκωτο. Πως απελευθερώνεσαι από τη σκιά μιας ζωής που είναι μόνο βάρος; Η Julie επιλέγει να κλειστεί ερμητικά, να απαρνηθεί τα πάντα, ανθρώπους και συναισθήματα, για να νιώσει ελεύθερη από τη δέσμευση που κατέληξε να είναι η σχέση με τους άλλους. Όμως ο άνθρωπος είναι μισός χωρίς τον άλλον. Σαν την ανολοκλήρωτη συμφωνία του Patrice που μιλά για την αγάπη και την ένωση, μα μένει μετέωρη, μ'ένα σπαρακτικό μοτίβο να επαναλαμβάνεται ικετευτικά και να αποζητά επίμονα το τελευταίο του μέρος. Που θα έρθει, ανέλπιστα, όταν η Julie θα βρει το σωστό δρόμο για την πραγματική απελευθέρωση. Μια ταινία για την ελευθερία; Περισσότερο, μια ταινία για την αγάπη.

Blanc [Égalité?]: Μια σχέση άνιση. Ο Karol αγαπά, έχει ανάγκη, λατρεύει. Η Dominique δεν αντέχει άλλο. Τον σπρώχνει μακριά, τον διώχνει, δεν έχει άλλα αποθέματα αγάπης. Ο Karol μόνος, ξένος στη σχέση του, ξένος στη χώρα που τον φιλοξενεί, κάνει μαθήματα μήπως μάθει τη γλώσσα, μήπως μάθει να αγαπά με άλλο τρόπο. Μόνος με μια βαλίτσα στην χιονισμένη πατρίδα του, κι εκείνη στην άλλη άκρη του ακουστικού να τον πληγώνει. Ποιός είπε οτι όλοι στην αγάπη είναι ίσοι; O Karol το ελπίζει, το πιστεύει, και δε θα το βάλει κάτω μέχρι να πληρωθεί με το νόμισμα που πιστεύει πως του αξίζει. Μια ταινία για την ισότητα; Περισσότερο, μια ταινία για την ελπίδα.

Rouge [Fraternité?]: Μπορεί το γλυκό φως της ευαίσθητης Valentine να ζεστάνει το ψυχρό σκοτάδι του κυνικού γέρου Δικαστή; Συνειδητά αποσυρμένος από μια ζωή που τον πλήγωσε, ζει λανθάνων, χωρίς να ζει, κρυφακούγοντας και επικρίνοντας τις ζωές των άλλων. Συμπτώσεις απανωτές σαν προδιαγεγραμμένα παιχνίδια της μοίρας, θα ανοίξουν μια χαραμάδα στην πόρτα του δικαστή και η Valentine θα προχωρήσει διακριτικά, μα επίμονα μέσα στην καρδιά του. Και ο νεαρός φέρελπις Auguste, η τύχη τί επιφυλάσσει γι'αυτόν; Το μέλλον του είναι προδιαγεγραμμένο, και καθρεφτίζεται στα μάτια του γέρου δικαστή, ή η διαδρομή μπορεί να αλλάξει; Κι όμως μπορεί, μόνο όμως αν πιστέψει πως μπορεί να ακολουθήσει το σωστό μονοπάτι, ακόμα ίσως και αντίθετα από τα σχέδια της μοίρας. Μια ταινία για την αδερφοσύνη; Περισσότερο, μια ταινία για την πίστη.

"Νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η αγάπη".

Friday, January 11, 2008

"The Assassination Of Jesse James By The Coward Robert Ford", του Andrew Dominik


Η ιστορία, πράγματι, εξαντλείται σε μια φράση: Ο ατρόμητος, θρυλικός παράνομος Τζέσε θα δολοφονηθεί από τον δειλό Ρόμπερτ Φορντ, μέλος της συμμορίας του. Πώς όμως αποτυπώνεται αυτή η ιστορία στο πανί και πώς κλιμακώνεται η ένταση από την αρχή μέχρι την προεξαναγγελθείσα δολοφονία;
Μια διήγηση μέσα από εικόνες και βλέμματα. Μια διαδρομή μοναχική, μέσα από ωκεανούς από σταχυα, μέσα από θολές εικόνες, σε μια Δύση που είναι άγρια λόγω της λιτότητας και της υπόγειας έντασής της κι όχι λόγω των εκκωφαντικών πυροβολισμών. Ο Τζέσε εκεί είναι ένας θρύλος όχι μόνο γιατί σκορπά τον θάνατο αλλά γιατί καλλιεργεί τον φόβο. Κι ο Ρόμπερτ Φορντ έχει μεγαλώσει με τον θρύλο αυτό. Με το δικό του είδωλο της εποχής. Τον θαυμάζει, τον ζηλεύει, τον φθονεί.
"Θέλεις να γίνεις όπως εγώ, ή θέλεις να γίνεις εγώ", τον ρωτά κάποια στιγμή ο Τζέσε, που γνωρίζει -όπως πάντα- από την αρχή τι ακριβώς πρόκειται να ακολουθήσει. Που, όπως ακριβώς καλλιεργεί το φόβο, καλλιεργεί εντελώς συνειδητά και το φθόνο. Και προετοιμάζει το έδαφος για το τέλος του. Αργά, συστηματικά και υπόκωφα ανοίγει το δρόμο για μια λυτρωτική τελικά δολοφονία από τον μικρό και ασήμαντο (μα πάντως συνειδητά επιλεγμένο), τον καταπιεσμένο, τον παραμελημένο κι ελαφρώς παράφρονα Μπομπ Φορντ που ζει για να ταυτιστεί με το είδωλό του. Που ζει για να κάνει το εγώ του Τζεσε δικό του εγώ. Και τη στιγμή που θα νιώσει πως το καταφέρνει (τη στιγμή ακριβώς που ο Τζεσε του έχει δώσει τη δυνατότητα να το πιστέψει), θα σηκώσει το όπλο εναντίον του σε μια προδιαγεγραμμένη δολοφονία - αυτοκτονία. Και που βέβαια, δε θα του δώσει πίσω τίποτα από αυτά που ήλπιζε.
Το στιγμαία σταθερό του χέρι θα αρχίσει και πάλι να τρέμει, η στιγμιαία λάμψη στο βλέμμα του θα σβήσει άμεσα και θα επανάλθει το θολό και απλανές της ανυπαρξίας και, φυσικά, η ιστορία δε θα είναι λιγοτερο αμείλικτη: Ο δειλός Ρόμπερτ Φορντ δολοφόνησε τον ηρωικό Τζέσε Τζειμς. Κι αυτή είναι η πιο σκληρή τιμωρία.

[Καλή χρονιά σε όλους!
To κείμενο, με μικρές διαφοροποιήσεις, είχε γραφτεί την περίοδο του φεστιβάλ για το sevenfilmgallery.
Σε λιγότερο από 15 μέρες θα τα λέμε στα γαλλικά πλέον.
Καλή χρονιά και πάλι με ωραίες εικόνες και στιγμές!!]

Friday, December 21, 2007

"My Blueberry Nights", του Wong Kar Wai


H Ελίζαμπεθ, ένας χωρισμός κι ένα ταξίδι ενδοσκόπησης χωρίς προορισμό, γεμάτο καπνούς, αλκοόλ και έρωτες μισούς.
Ένα ταξίδι ενάντια στο χρόνο που μας κάνει να ξεχνάμε, αλλά και μέσα στο χρόνο τον πανδαμάτορα, που γιατρεύει όλες τις πληγές.
Ταξιδι χωρίς σκοπό, σε μέρες φορτισμένες αλλά και ανέμελες και σε νύχτες με γεύση πότε στυφή και πότε γλυκιά. Στο δρόμο της θα συναντήσει έναν ιδιόμορφο καφεστιάτορα, τον Τζέρεμυ, έναν καθωσπρέπει καταπιεσμένο αλκοολικό με διαλυμένη καρδιά και μια νεαρή αλλαφροϊσκιωτη κοπέλα εθισμένη στον τζόγο. Μια διαδρομή ανάμεσα σε ανθρώπους, συναισθήματα, εθισμούς.
Άλλωσε και ο έρωτας τι άλλο είναι από εθισμός; Και οι σχέσεις τι άλλο από κράματα συναισθημάτων, διαθέσεων, ανασφαλειών;
Σ’ ένα τέτοιο αλληγορικό ταξίδι μας παίρνει γι’ ακόμα μια φορά ο ιδιοφυής Γουόνγκ Καρ Γουάι. Ο άνθρωπος που μας έβαλε στο «Chunking Express» και μας οδήγησε στο δωμάτιο «2046», ο άνθρωπος που πότισε τις οθόνες και τις καρδιές μας με «Ερωτική Επιθυμία». Αυτός ο δημιουργός που λατρεύει σχεδόν φετιχιστικά την εικόνα, που εξυμνεί υπόκωφα τον έρωτα, που δημιουργεί σύμπαντα τόσο αβάσταχτα μα και συνάμα τόσο βαθιά ερωτικά, που ζωγραφίζει με κάδρα και αποχρώσεις απαράμιλλης ομορφιάς.
Πορτοκαλοπράσινες αποχρώσεις που υπνωτίζουν, καδραρίσματα που προκαλούν το βλέμμα, αργή κίνηση της κάμερας που χορεύει γλυκά με την καρδιά.
Η ιστορία; Αυτή συνήθως, δεν έχει σημασία.
Αυτό όμως που έχει σημασία είναι το συναίσθημα. Αυτό το ιδιαίτερο συναίσθημα που δίνει ζωή στις εικόνες, που σε κάνει να βυθίζεσαι σ’ αυτό το ιδιόμορφο, ξεχωριστό σύμπαν που κάθε φορά δημιουργεί ο Καρ Γουάι. Και που εδώ, δυστυχώς, για πρώτη φορά, λείπει.
Για πρώτη φορά, ένιωσα θεατής και όχι συμμέτοχη σε αυτό που έβλεπα. Για πρώτη φορά, ένιωσα πως αυτό το προκλητικό, το κάθε φορά δικό μου σύμπαν δεν με καλούσε να βυθιστώ μέσα του γιατί του ήμουν, κατά κάποιο τρόπο, ξένη.
Ίσως έφταιγε η μεταφορά στον ανοιχτό χώρο, στην αχανή αμερικανική ενδοχώρα που δεν μπορούν εύκολα να κλειστούν τα συναισθήματα που πότιζαν τόσο ερωτικά τους τοίχους και τις ταπετσαρίες στα χαμηλά, στενά σπιτάκια του Χονγκ Κόνγκ του '60. Ίσως έφταιγε η μετατόπιση του βάρους από το κάδρο και τα πράγματα, στα πρόσωπα των γνωστών ηθοποιών. Δεν ξέρω.
Για πρώτη όμως φορά, ένιωσα ξένη στο ολοδικό μου σύμπαν των εμμονών, όπου άλλες φορές τα πράγματα, οι γωνιές, τα δρομάκια και τα χαμηλά φώτα αποκτούσαν ζωή και με καλούσαν συνωμοτικά να νιώσω τον έρωτα, την επιθυμία, το ανεκπληρωτο πάθος, την κρυφη ομορφιά της λεπτομερειας. Βγήκα από την αίθουσα μετέωρη, με μια περίεργη γεύση του ανολοκλήρωτου στον ουρανίσκο.

Ένας μήνας μετά, εκατομμύρια στιγμές και εικόνες μετά, κι όμως υπάρχουν ακόμα στιγμές και σκηνές που επίμονα με ακολουθούν -με ξυπνούν τα πρωινά και με νανουρίζουν κάποια βράδια.. Περίεργο. Απογοητευμένη λοιπόν, αλλά και συνάμα γοητευμένη χωρίς να το καταλάβω, περιμένω τη δεύτερη θέαση.

Sunday, December 2, 2007

"Lust, Caution", του Ανγκ Λι

Στην κατεχόμενη από τους Ιάπωνες Κίνα του ‘40, όπου περιορίζονται οι αντιδράσεις και συνθλίβονται τα συναισθήματα, υποβόσκει μια συγκεκαλυμένη ένταση -όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε περίπτωση κατάκτησης και κατοχής. Εξουσία και υποταγή. Ο κυρίαρχος που προσπαθεί να καταπνίξει τον πόθο -για ελευθερία, για συναίσθημα, για οτιδήποτε-, και αυτός που υπόγεια φουντώνει ψάχνοντας να βρει διέξοδο. Και συνήθως τη βρίσκει: στην αντίσταση, που με τη σειρά της θα φέρει την καταστολή. Ένα ακόμα δίπολο έντασης και πάθους, που δίνει την ευκαιρία στον πνιχτό πόθο να ξεχυθεί και να πλημμυρίσει τα πάντα, πνίγοντας με τη σειρά του αυτούς που θέλησαν να τον καταστείλουν.
Ο πόθος μπορεί να υποδηλώνει αγάπη, μίσος, έρωτα, φόβο, απέχθεια ή έλξη. Δεν έχει όμως σημασία τί είναι αυτό που κρύβει. Σημασία έχει τί είναι αυτό που αφήνει να διαφανεί. Τη στιγμή του πάθους αποκαλύπτονται όλα αυτά που πασχίζει να κρύψει η λογική. Πέρα από σκοπιμότητες, σχέδια και σκέψεις, υπάρχουν κάποιες στιγμές που ο πόθος ξεσκεπάζει τα πάντα. Με καταστροφικά, συχνά, αποτελέσματα και για τις δύο πλευρές.
Μια νεαρή αντιστασιακή φοιτήτρια κι ένας στρατηγός συνεργαζόμενος με τις δυνάμεις κατοχής. Μια νεαρή άβγαλτη ηθοποιός και ο έμπειρος σκηνοθέτης του ειδυλλίου τους. Ένα σχέδιο εξόντωσης και ένα μέσο εκτόνωσης. Προσποίηση και δεύτερες σκέψεις εκατέρωθεν, μέχρι που τα σώματά τους ενώνονται και ο πόθος συσκοτίζει τα πάντα. Οι ρόλοι δε θ’αλλάξουν, μα η ένταση θα αποκαλύψει πτυχές που πιθανόν να έπρεπε να έχουν μείνει ανέπαφες..
Ο πόθος απαιτεί την προσοχή σας.

Sunday, October 14, 2007

"The Bourne Ultimatum", του Paul Greengrass

[contains spoilers]

Ενας κουρδιστος ανθρωπος - Ενας κουρδισμενος πρακτορας.
Δυο ταινίες πριν, ο νεαρος David Webb μεταμορφωνεται στον Jason Bourne. Εθελουσιως ή ακουσιως; Το ερωτημα παραμενει αλλα το αποτελεσμα επερχεται ετσι κι αλλιως: Ο ανθρωπος πεθαινει (ή τουλαχιστον βρισκεται εν υπνωσει) και ο αυτοματοποιημενος υπερπρακτορας γεννιεται. Bourne is born. Χωρις μνημη, αλλα με σχεδον υπερφυσικες ικανοτητες. Χαρη σε μια εκπαιδευση χωρις προηγουμενο, με μεθοδους που ποτε δε θα μαθουμε και που καμια επισημη αρχη ποτε δε θα παραδεχτει. Με αποστολες απροσδιοριστες, μυστικες και ακρως επικινδυνες. Για λογους ομως παντα ασαφεις. Τι κρυβεται πισω απο τους "ακρως απορρητους" φακελους και τι είναι αυτό που προσπαθεί εδω και τρεις ταινιες να ανασυνθεσει στη μνημη του ο Μπορν;
Πισω απο τους καταιγιστικους ρυθμους, τα αγχωτικα -αριστοτεχνικα παρουσιασμενα απο τον Greengrass- ανθρωποκυνηγητα, τις ασφυκτικες παρακολουθησεις των παντων, τους πυροβολισμους, τους διαξιφισμους αναμεσα σε "καλους" και "κακους", κρυβεται κατι περισσοτερο. Κρυβεται ενας ανθρωπος. Που δεν ειναι lifestyle πρακτορας προς τερψη, σαν τον James Bond. Για τον ηρωα του Matt Damon οι ανθρωπινες απωλειες, οι αποστολες, το κυνηγητο δεν γινεται στο ονομα καποιου ανωτερου "καλου" και εναντιον καποιου αορατου, απροσδιοριστου "κακου". Ο Μπορν, δεσμιος μιας αποφασης που δεν γνωριζει γιατι πηρε (και που ποτε εντελει δε θα μαθει) , βρισκεται εγκλωβισμενος σε μια σειρα κινησεων που δεν μπορει να ελεγξει.
Προσπαθει να ξεφυγει μαλλον απο συνηθεια. Αυτοματα, οπως σε καθε του κινηση, επιβιωνει ανασυροντας αναμνησεις. Ειναι μια πολεμικη μηχανη γιατι ετσι του εμαθαν. Και το θυμαται, εστω αμυδρα. Και δρα σαν αυτοματο. Eιναι ομως και ανθρωπος, γιατι ετσι γεννηθηκε. Και το θυμαται κι αυτο, κι ας προσπαθησαν να τον κανουν να το ξεχασει. Και αντιδρα και ως ανθρωπινο ον. Και προσπαθει να εκδικηθει, αλλα χωρις να ξερει τι εκδικειται. Νομιζει πως εκδικειται τον θανατο της φιλης του, αλλα στην πραγματικοτητα θελει να εκδικηθει το δικο του θανατο. Το θανατο του David Webb. Τη γεννηση του Jason Bourne.
Οταν λοιπον, μετα απο πολλες παρακαμψεις, θα φτασει επιτελους στον τοπο της μεταμορφωσης, της γεννησης του υπερπρακτορα, στην αρχη του -εκει που τον "κουρδισαν" και του αφαιρεσαν σχεδον την ανθρωπινη υποσταση, οταν θα ανασυνθεσει τις αναμνησεις και θα ξαναφτασει στην αφετηρια, εκει ακριβως θα μπορεσει να ξαναγινει ανθρωπος.
Και εκεινη τη στιγμη, τη μηδενικη, ενας πυροβολισμος θα τον οδηγησει σε ενα συμβολικο θανατο και μια βουτια θα τον οδηγησει σε μια κυριολεκτικη αναγεννηση μεσα απο το νερο: Jason Bourne is reborn και εμεις, οι θεατες μπορουμε επιτελους, λυτρωμενοι, να παρουμε μια ανασα. Οι "ταινιες δρασης" μολις αγγιξαν τη νεα τους κορυφη.

Monday, October 8, 2007

"Το άλλο δωμάτιο", του Αχιλλέα Παπακωνσταντή


Γεγονότα και μηνύματα. Πομποί και δέκτες. Θύτες και θύματα.
Αντίθετοι πόλοι, αντιφατικά κείμενα. Και ανάμεσα τους το μέσο: η εικόνα. Αυτή που καταγράφει το γεγονός ή που το παραμορφώνει, αυτή που μεταφέρει το μήνυμα, και αυτή που το διαμορφώνει συγχρόνως. Μπροστά από την οθόνη ο δέκτης και πίσω από αυτήν ο πομπός. Και ανάμεσά τους οι εικόνες, που αναπαριστώντας (αντικαθιστώντας) την πραγματικότητα και μεταδίδοντας (μεταμορφώνοντας) τα μηνύματα διαμορφώνουν τις συνειδήσεις. Συνειδήσεις που κατατάσσουν τόσο τους πομπούς, όσο και τους δέκτες: Παθητικοί καταναλωτές και (ή) ενεργοποιημένοι πολίτες. Εναλλασόμενοι και οι ρόλοι, ανάλογα με τη διάθεση και το βαθμό ενεργοποίησης και ευαισθητοποίησης. Ο θύτης γίνεται θύμα, ο ανακριτής γίνεται ανακρινόμενος, ο πομπός γίνεται δέκτης.
Δεν είναι απλά θέμα οπτικής. Είναι, κυρίως, θέμα αντίληψης της πραγματικότητας. Και, συνακόλουθα, συμπεριφοράς. Εθισμένοι, συνειδητά ή ασυνείδητα, να καταναλώνουμε εικόνες (τηλεοπτικές αλλά και κινηματογραφικές), υπάρχει πάντα η πιθανότητα (ο κίνδυνος;) να παρασυρθούμε από αυτές. Και να ξεχάσουμε οτι η πραγματικότητα μπορεί να βρίσκεται σ'ένα άλλο δωμάτιο, έξω από την οθόνη. Οτι τρέχει ανεξάρτητα από το πάτημα του κουμπιού του τηλεκοντρολ, οτι συχνά δεν είναι αποτυπωμένη σε φιλμ. Οτι η αλήθεια δε μοντάρεται και οτι η ζωή δεν προβάλλεται σε οθόνη, αλλά χορεύει σε ηλιόλουστους κήπους και φωνάζει στους δρόμους.
Μια ταινία που παίζει με τη διφορούμενη έννοια του "μηνύματος" χωρίς να επιχειρεί να διαμορφώσει απόψεις αλλά θέτοντας ερωτήματα και ένας δημιουργός που έχει την ευφυία να παίξει με το κοινό του χρησιμοποιώντας την εικόνα ως μέσο για να αναρωτηθεί για το ρόλο και την παντοδυναμία της..

[η μικρού μήκους ταινία "Το άλλο δωμάτιο" του φίλου συνblogger Αχιλλέα προβλήθηκε στο πλαίσιο του AZAshortfilmfestival στη Θεσσαλονίκη]

Tuesday, October 2, 2007

Νύχτες Πρεμιέρας - end titles


Κυριακή 29 / 9
Hallam Foe / Το ημερολόγιο ενός ρομαντικού ηδονοβλεψία
Ένας συμπλεγματικός έφηβος, πληγωμένος τόσο βαθιά από το μυστήριο θάνατο της μητέρας του, που αρνείται ουσιαστικά να ζήσει. Και έτσι επιλέγει να παρασιτήσει τρυπώνοντας στις ζωές των άλλων. Ένας ηδονοβλεψίας που παρακολουθεί για την ηδονή της παρακολούθησης και όχι για τη σεξουαλική ηδονή. Επιτηδευμένα αγριάνθρωπος, προσπαθεί να δυσκολέψει τη ζωή της μητριάς του, μα το μόνο που καταφέρνει είναι να μπερδέψει ακόμα περισσότερο την κατάσταση και να γεμίσει τον εαυτό του με ακόμα περισσότερες συμπλεγματικές ενοχές. Αφήνει ο σπίτι του, αφήνει την εξοχή του και μας δημιουργεί την ελπίδα πως θα μπορέσει να αφήσει πίσω του και τις πληγές του παρελθόντος. Όμως, φτάνοντας στο Λονδίνο, πετυχαίνει ακριβώς το αντίθετο: παθιάζεται με μια σωσία της χαμένης μητέρας του και μπλέκει σε μια δίνη που το “φυσιολογικό” δεν έχει θέση, φτάνοντας στα άκρα. Aυτός όμως θα αποδειχτεί τελικά και ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να έρθει αντιμέτωπος με τους δαίμονές του και να τους διώξει μακριά. Αντιμετωπίζοντάς τους καταπρόσωπο θα καταφέρνει, επιτέλους, να κάνει το πολυπόθητο βήμα μπροστά. Ένα θέμα θεωρητικά δύσκολο, και ένας ψυχισμός σκοτεινός, όμως αυτό είναι ένα φιλμ γεμάτο ευαισθησία, φως και ανθρωπιά (και ωραίες μουσικές), που παρακολουθεί τον ήρωά του όχι με το ενοχικό βλέμμα ενός ηδονοβλεψία αλλά με το ειλικρινές ενδιαφέρον ενός φίλου.
*δημοσιεύτηκε με παραλλαγές στον Εξώστη

Sigur Ros: Heima / μια ταινία για τους Sigur Ros
Η μυστηριακές, σχεδόν μυστικιστικές μελωδίες των ισλανδών Sigur Ros εξηγούνται καλύτερα μόνο όταν ρίξει κανείς μια ματιά στον τόπο γέννησής τους: Το ηφαιστιογενές και παγωμένο αντιφατικό τοπίο της απομονωμένης Ισλανδίας μπορεί να διαφωτίσει, κάνοντας έτσι την ακρόαση των τραγουδιών τους μια συγκλονιστική εμπειρία. Μετά από μια σειρά επιτυχημένες συναυλίες σε όλο τον κόσμο το μουσικό συγκρότημα επέστρεψε στην πατρίδα του για να δώσει μερικές απρογραμμάτισετς, δωρεάν συναυλίες σε όλη την Ισλανδία. Κι εμείς, παρακολουθούμε σκηνές από τις συναυλίες με εμβόλιμα πλάνα από τα ισλανδικά τοπία, αποσβωλομένοι τις μελωδίες των οργάνων και των εικόνων. Εξαιρετικά καλαίσθητο και καλοδουλεμένο, ένα ντοκυμαντερ που μπορεί άνετα να παρακολουθηθεί τόσο από φαν του συγκορτήματος όσο και από μη μυημένους.

Teeth / Δόντια
Μια θεούσα νεανίς, ένας όρκος παρθενίας, ένας απροσδόκητος έρωτας και μια vagina dentate -ή ελληνιστί ..ένα οδοντωτό αιδοίο! Σε μια μικρή πόλη στην καρδιά της συντηρητικής Αμερικής, η έφηβη Ντον είναι πρότυπο αγνότητας και ευλάβειας, φροντίζει για τη βαριά άρρωστη μητέρα της και αποφεύγει διακριτικά τις επαφές με τον αδερφό της, ένα «ρεμάλι» με ακόρεστες σεξουαλικές ορέξεις. Στην ήρεμη πόλη τους όμως, τα πράγματα δεν είναι και τόσο ήρεμα και φυσιολογικά, μιας και ένα τεράστιο εργοστάσιο μολύνει, καθώς φαίνεται, με χημικά τον αέρα. Και το αποτέλεσμα; Μια ιδιόμορφη «μετάλλαξη» θα συμβεί στην Ντον. Και ο όρκος παρθενίας της από θεωρία θα γίνει πράξη -κυριολεκτικά. Ακόμα και όταν θα προσπαθήσει (ή θα προσπαθήσουν να την κάνουν) να τον παραβεί, η.. φύση της θα έχει άλλη άποψη. Και η αθώα και αγνή Ντον θα μεταμορφωθεί σε μια σεξουαλική γυναίκα-εκδικητή. Ένα teen splatter που θα έβαζε τον Φρόυντ σε σκέψη αλλά και που προσπαθεί (μέχρι ενός σημείου) να κάνει κοινωνικό σχόλιο στη θρησκοληψία και τη στενοκεφαλιά της συντηρητικής Αμερικής. Κέρδισε (επάξια) πολλά γέλια και χαμόγελα.. με δόντια.

Kυριακή 30/9
I’m not there
Μυστήριο τραίνο αυτή η ιδιόμορφη ταινία-αφιέρωμα στον Μπομπ Ντυλαν. Απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ντοκυμαντερ (μάλλον ο Τodd Haynes επιλέγει να ειρωνευτεί το συγκεκριμένο είδος), αλλά από την άλλη ούτε πατά σταθερά τα πόδια του στη μυθοπλασία. Επτά χαρακτήρες, επτά ιστορίες, ένας άνθρωπος. Εμπνευσμένος, καθώς λεει, από «τα τραγούδια και τις πολλές ζωές του Bob Dylan» ο Haynes δημιουργεί επτά χαρακτήρες που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ακουμπούν στη ζωή του μεγάλου τραγουδοποιού :Ένας νεαρός νέγρος, ένας αυθάδης ποιητής, ένας μοναχικός καουμπόυ, ένας διάσημος ηθοποιός και ο διάσημος τραγουδιστής σε διάφορες εκδοχές. Να πω την αλήθεια μου, «Ντυλανική» δεν είμαι. Όχι γιατί δεν μου αρέσει η μουσική του, αλλά γιατί δεν την γνωρίζω καλά. Και νομίζω πως αυτή είναι μια ταινία που αφορά περισσότερο τους φαν του Ντυλαν, μια και είναι ολόκληρη μια αναφορά στη ζωή και στο έργο του: στα τραγούδια του, στους στίχους του, στα λόγια του, στις συνεντεύξεις του, στην καθημερινότητά του. Προσπαθούσα από εδώ και από εκεί να πιάσω το νήμα και να παρακολουθήσω κάτι για τη ζωή του πραγματικού Ντυλαν, αλλά ο σκηνοθέτης μου έβγαζε αυθάδικα τη γλώσσα και τραβώντας μου το σκοινί, με άφηνε μετέωρη να παρακολουθώ τις εικόνες και τις μουσικές και την απότομη μετάβαση από ιστορία σε ιστορία, καθώς τα κεφάλαια της ζωής και του έργου του Ντυλαν συμπλέκονταν μεταξύ τους.
Δεν ξέρω αν αυτή η ταινία μου άρεσε ή όχι. Γιατί είχε ένα περιεχόμενο που δεν μπορούσα να παρακολουθήσω. Όμως ένιωθα πως έβλεπα κάτι αλλόκοτα πρωτότυπο, που κατά ένα παράξενο τρόπο δεν με έκανε να βαρεθώ ούτε στιγμή και με έκανε να αναζητήσω τις μουσικές και τα κεφάλαια της ζωής του Ντυλαν που δεν γνωρίζω. Και ίσως μετά από ..μελέτη και εντατική ακρόαση, να το ξαναδώ.

Sunday, September 30, 2007

Νύχτες Πρεμιέρας Vol. II


[Δεύτερο κατεβατό, κι όποιος αντέξει..!]

Πέμπτη 27/9
Control, του Anton Corbijn
Ένα φιλμ για τον τραγουδιστή των Joy Division, Ian Curtis. Ένα φιλμ για ένα καταραμένο σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς. Ένα φιλμ όμως που δεν πραγματεύεται την καταραμένη ιστορία ενός μουσικού, αλλά την τραγική ιστορία ενός εγκλωβισμένου ανθρώπου. Ενός ποιητή πραγματικού, που τον έπνιξε ο μεσοαστισμός και η μετριότητα, που τον συνέθλιψαν οι συμβάσεις, που δεν τον χώρεσε η πραγματικότητα. Ενός ανθρώπου που δεν άντεξε την πραγματικότητα όχι γιατί δεν ήθελε, μα γιατί δεν μπορούσε. Δεν επεδίωξε την κορυφή, δεν επεδίωξε την ένταση, τη φήμη, την κατάρα για να γίνει διάσημος. Επεδίωξε την ηρεμία, την απλότητα, την καθημερινότητα –μια καθημερινότητα όμως που απλά δεν τον χωρούσε. Και τον διέλυσε. Κι έτσι, έχασε τον έλεγχο. Μόλις στα 24 του χρόνια. Η μαυρόασπρη φωτογραφία, η εκπληκτική ερμηνεία του Σαμ Ράιλυ (και η ανατριχιαστική ομοιότητα με τον Ίαν Κέρτις), η σωστή δραματουργική επεξεργασία μιας ιστορίας που στα λάθος χέρια θα είχε γίνει ένα δακρύβρεχτο μελό ή μια βαρετή βιογραφία/αγιογραφία, οι σκηνές ανθολογίας -όπως η "κατινίστικη" σκηνή του love will tear us apart- και, βέβαια, το εκπληκτικό soundtrack δεν αφήνουν περιθώρια αντίδρασης. Και όταν, στην τελευταία σκηνή, ο καπνός χαθεί στην ατμόσφαιρα υπό τους ήχους του atmosphere, ίσως μπορέσετε να επανέλθετε στην πραγματικότητα. Που όμως, θα είναι λίγο διαφορετική από πριν. Γιατί για ένα διώρο, you lost control.

Assasins: A Film Concerning Rimbaud, του Todd Haynes
Η περίφημη «μυστική προβολή» ήταν ένα αφιέρωμα στον επίκαιρο Todd Haynes (με το δικό του, πολυαναμενόμενο «I’m not there» θα κλείσουν οι φετινές νύχτες), με τρεις μικορύ μήκους ταινίες του. Το «Assassins: A Film Concerning Rimbaud », το «Superstar: The Karen Carpenter Story» και το «Dottie Gets Spanked». Όλο το «μυστήριο» γύρω από την προβολή, έγινε γιατί το Superstar είναι σε όλο τον κόσμο απαγορευμένο, επειδή ο Haynes πήρε χωρίς δικαιώματα τη μουσική των Carpenters για να ντύσει μουσικά την ταινία. Έτσι το να τη δει κανείς στη μεγάλη οθόνη είναι από σπάνιο εως αδύνατο (όπως μας είπε η παραγωγός του Haynes, Christine Vachon, επιλέχθηκε η Ελλάδα για αυτή την πολύ ξεχωριστή -και κατά βάση απαγορευμένη- προβολή, γιατί είναι ούτως ή αλλώς μια χώρα.. lawless!). Όλα αυτά βέβαια είναι τα μόνα που μπορώ να αναφέρω για την ταινία, συν το γεγονός οτι όλοι οι ρόλοι πάιζονται από κούκλες Barbie, μιας και εντέλει ..δεν την παρακολούθησα! Μετά την προβολή του Assasins, έφυγα για να προλάβω την επόμενη ταινία στο Δαναό.
Το «Assassins: A Film Concerning Rimbaud», είναι η πρώτη ταινία του Todd Haynes που γύρισε στα 20 του χρόνια, και είναι εμπνευσμένη από τη ζωή του Ρεμπώ και τη σχέση του με τον Βερλαίν. Παρουσιάζει αποσπασματικά σκηνές από τη ζωή του, με συνειδητά επιτηδευμένο, προκλητικά καλλιτεχνικό τρόπο, επενδεδυμένα με σύγχρονο soundtrack και μια κάποια «αιρετική» ματιά. Προφανώς γοητευμένος από τη βλάσφημη, αντιδραστική φιγούρα που τον συνοδεύει, ο Ηaynes αφιερώνει τις εικόνες του με λατρεία στον καταραμένο ποιητή. Μια ταινία που πιο πολύ αφορά τους φαν του σκηνοθέτη, μια και ως η πρώτη του προσπάθεια είναι σπάνια να τη βρεις στο πανί και πλέον συλλέκτικής αξίας. Σε κάποιες σεκανς μπορεί κανείς να ανγνωρίσει το βλέμμα του Todd Haynes όπως τον γνωρίζουμε αργότερα.

Once, του John Carney
Μια μουσική ταινία κυριολεκτικά διαφορετική από τις άλλες, ένα μιούζικαλ του δρόμου, ένα boy-meets-girl love story τόσο ίδιο μα και τόσο διαφορετικό από τα άλλα. Μια πραγματικά φρέσκια ταινία, μια ειλικρινά ανθώπινη ρομαντική ιστορία και μερικά τραγούδια που τρυπώνουν κατευθείαν στην καρδιά. Ανεπιτήδευτη, γλυκιά, αντισυμβατική, πρωτότυπη, απλή και ουσιαστική, η πιο αγαπησιάρικη (όχι όμως με τη γλυκερή έννοια) ταινία της χρονιάς. Στους δρόμους του Δουβλίνου, ένας περιπλανώμενος μουσικός και μια μετανάστρια που πουλάει λουλούδια θα ενώσουν ασυναίσθητα το ταλέντο τους στη μουσική, μέσα σε μια βδομάδα δημιουργικής (και όχι αμιγώς ερωτικής) συνύπαρξης. Οι νότες, τα βλέμματα, οι περιπλανήσεις, οι κουβέντες, η μουσική και τα συναισθήματα σ’ένα ζευγάρι που προσπαθεί να αρνηθεί τη χημεία του, όμως αυτή ξεπηδάει από την οθόνη μέσα από τις χειροποίητες, σχεδόν ερασιτεχνικές εικόνες του John Carney και την ιδιαίτερη μουσική των Frames. Για αθεράπευτα ρομαντικούς αλλά και για κυνικούς, η feel good έκπληξη της χρονιάς που δεν ήθελα να τελειώσει.

Παρασκευή 29/9
Υπέροχη ζωή / Life can be so wonderful
Ένα οπτικοποιημένο ποίημα με πέντε στροφές –αυτός θα ήταν ένας λυρικός τίτλος για την πρώτη ταινία του Minorikawa Osamu. Βέβαια αυτό προϋποθέτει πως το ποίημα μπροεί να «διαβαστεί» και από αδαείς και μπορεί να αποκωδικοποιηθεί από τον ανυποψίαστο θεατή. Το συγκεκριμένο φιλμ, αποτελείται από πέντε κεφάλαια-ταινίες μικρού μήκους, που πραγματεύονται την καθημερινότητα διαφορετικών ανθρώπων στη σύγχρονη (;) Ιαπωνία, επικεντρώνοντας στις μικρές λεπτομέρειες που -θεωρητικά- χρωματίζουν τη ζωή. Εντέλει, η λυρικότητα του γίνεται κουραστική, και η απλότητά του μοιάζει απλοϊκή.

Το σκάφανδρο και η πεταλούδα
/ Le scaphandre et le Papilion
Ε, S, A, R, I, N, T... Κάποιες φορές ο κόσμος έρχεται ανάποδα με τέτοιο τρόπο που ακόμα και τα γράμματα της αλφαβήτου πρέπει να διαβάζονται διαφορετικά. Όπως ακριβώς συνέβη με την εξωπραγματική -όμως πέρα για πέρα αληθινή- ιστορία του Ζαν Ντομινίκ Μπομπί: Πριν 10 περίπου χρόνια, μετά από εγκεφαλικό, ο αρχισυντάκτης του γαλλικού “Elle” έμεινε απολύτως παράλυτος, όμως με πλήρη πνευματική και διανοητική διάυγεια και με μόνη του δυνατότητα να κουνάει το ένα του βλέφαρο. Κι όχι μόνο έζησε για κάμποσο καιρό σε αυτή την κατάσταση, καταφέρνοντας να επικοινωνήσει με τους γύρω του, αλλά έγραψε και αυτοβιογραφικό βιβλίο –με τη βοήθεια πάντα ειδικών γλωσσολόγων και λογοθεραπευτών που δημιούργησαν έναν ειδικό κώδικα επικοινωνίας μαζί του.
Έχοντας μια φυσική απέχθεια σε «ταινίες νοσοκομείου» (η βαριά ανάσα που ακούγεται μέσα από τους σωλήνες της τραχειεκτομής και οι εγχειρήσεις στα μάτια είναι κυριολεκτικά οι χειρότεροι εφιάλτες μου) και στα δακρύβρεχτα μελό, πήγα να δω την ταινία περισσότερο από περιέργεια και χωρίς μεγάλες προσδοκίες. Και προέκυψε τελικά μια από τις καλύτερες ταινίες του φεσtιβάλ. Με εκπληκτική σκηνοθεσία, βλέποντας τον κόσμο μέσα από τα μάτια του παράλυτου πρωταγωνιστή, και με πολύ σωστή διαχείριση της ιστορίας ωστε να μην γίνεται παρατραβηγμένο μελό, ο Julian Schnabel γύρισε μια πραγματικά ξεχωριστή ταινία –ύμνο στη ζωή. Ξεκινώντας την ιστορία του εγκλωβισμένος μέσα σ’ένα «σκάφανδρο» που τον βύθιζε όλο και πιο βαθειά μέσα στην άβυσσο την ανυπαρξίας ο Ζαν-Ντο Μπομπί βρήκε την ψυχική δύναμη -με την κατάλληλη αρωγή- να κρατηθεί απ’ο,τι ανθρώπινο είχε μέσα του και να μετατρέψει το αβυσσαλέο σκοτάδι που τον έπνιγε (η πρωτη κουβέντα που κατάφερε να εκφράσει ήταν «θέλω να πεθάνω»), σε μια πεταλούδα, που ταξίδευε με τη φαντασία του σε μέρη φωτεινά. Χωρίς να εκβιάζει το συναίσθημα, το δάκρυ, τον οίκτο του θεατή, χωρίς να σε τραβάει από το χέρι για να σου δώσει το χαρτμάντηλο της συγκίνησης ή ..το πλακατ υπερ της ευθανασίας, το «Σκάφανδρο και η πεταλούδα» είναι μια ταινία βαθιά ανθώπινη, που σου δίνει τελειώνοντας μια παράδοξη αλλά ολοκληρωτική αίσθηση αισιοδοξίας. Υπέροχο και το soundtrack.

Ζώνη άμυνας / La zona
Κοινωνική αλληγορία, φουτουριστικό θριλερ και υπαρξιακή αγωνία στη «ζώνη άμυνας». Στην καρδιά μιας πάμφτωχης (παραγκού)πολης του Μεξικό βρίσκεται η «La Zona»: περίκλειστη, μ’ενα τείχος να τη χωρίζει από τον κόσμο, είναι μια «προνομιούχος» περιοχή, ένα πλούσιο προάστιο που ζει με την ευτυχία και την κατάρα της απομόνωσής του. Κάμερες σε κάθε γωνιά του τείχους, εσωτερική αστυνόμευση και φαινομενική ηρεμία. Μέχρι που μια νυχτερινή καταιγίδα δημιουργεί μια ρωγμή στον τοίχο -και οι πρώτες ρωγμές αρχίσουν να δημιουργούνται και στην «ιδανική» πολιτεία της Ζώνης. Ένα πλήθος από εξαγορασμένες, ένοχες συνειδήσεις προσπαθούν να κρύψουν μια αλήθεια βουτηγμένη στο αίμα, να κρύψουν όπως όπως κάτω από τα παχιά χαλιά τις βρωμιές τους και να εξαφανίσουν τα πτώματα μέσα στο ιλλουστρε περιτύλιγμα. Όταν η αυτοπροστασία μετατρέπεται σε αυτοδικία και η αίσθηση ασφάλειας σε απειλή εγκλεισμού, τότε έχετε εισέλθει στη la zona. Ο κίνδυνος μεταμορφώνει τους φιλήσυχους πολίτες σε αιμοδιψή θηρία και ο φόβος απώλειας των κεκτημένων ξυπνά τα πιο άγρια ένστικτα, σ’ενα ζοφερό κυνήγι μέχρι τελική πτώσεως. Πανέξυπνη η κεντρική ιδέα και δυνατή η αλληγορία, υπάρχουν όμως κάποια μικροπροβλήματα στην ανάπτυξη της ιστορίας που σε στιγμές μπερδεύουν και κουράζουν το θεατή. Μια συνολικά όμως πολύ καλή ταινία, που αξίζει προσοχής (και διανομής).

Thursday, September 27, 2007

Νύχτες Πρεμιέρας

[Aρκετές οι ταινίες από τη Δευτέρα που ήρθα.. Ορίστε ένα κατεβατό με αυτά που είδα ως τώρα]


Δευτέρα 25/9
Πρώτη μου μέρα στις Νύχτες Πρεμιέρας, στις οποίες κατέφθασα ενθουσιώδης αλλά ολίγον άτυχη -Το μεν πνεύμα πρόθυμο η δε σαρξ ασθενής! Με λίγο πυρετό, φτερνίσματα και πολλά χαρτομάντηλα (και λόγω συγκίνησης) κατάφερα να παρακολουθήσω μόλις μία προβολή, αλλά πολύ αναμενόμενη: Η «Εξιλέωση» (Atonement) του Τζο Ραϊτ, βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Ίαν ΜακΓιουαν, που άφησε πολύ καλές εντυπώσεις στην πρόσφατη Μόστρα της Βενετίας τόσο για τη σκηνοθεσία της όσο και για την ερμηνεία της Κίρα Νάϊτλι.
Στη Βρετανία της δεκαετίας του ’30 ένας έρωτας ανθίζει μέσα στο πλουσιόσπιτο των Τάλις, ανάμεσα στον καλής ανατροφής αλλά φτωχής καταγωγής γιο της οικονόμου Ρόμπι (Τζεϊμς ΜακΑβοι) και την μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας, Σεσίλια (Κιρα Ναϊτλι). Όμως, πίσω από τα κλειστά παράθυρα και τις γερμένες πόρτες, τους παρακολουθεί άγρυπνο το βλέμμα της μικρής αδερφής Μπράιονι, με την καλπάζουσα φαντασία και τον κρυφό πόθο της για τον Ρόμπι να την οδηγούν σε μια καταστροφική επιλογή: Ο Ρόμπι βρίσκεται στη φυλακή και μετέπειτα στην πρώτη γραμμή του πολέμου, η Σεσίλια απομένει μόνη της αναμένοντας στωικά την επιστροφή του, και η μικρή Μπράιονι βυθίζεται στις τύψεις της για την πράξη της και στην ανάγκη της για εξιλέωση, προσπαθώντας, χωρίς αποτέλεσμα, να ξεπλύνει το αίμα από πάνω της (μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά σε μερικές πολύ όμορφες αλληγορικές στιγμές). Το προσωπικό δράμα τριών ανθρώπων, οι λάθος επιλογές, οι στιγμές εκείνες που δεν μας αφήνουν να προχωρήσουμε μπροστά ή αυτές που μας δίνουν δύναμη να συνεχίσουμε όταν όλα δεχνουν μάταια, η τύψεις, το πάθος, το μίσος, ο έρωτας και η ενοχή μπερδεμένα μέσα στη δίνη και στον παραλογισμό του πολέμου.
Το έργο, συνολικά, δεν καταφέρνει να απογειωθεί ολοκληρωτικά (παρά μόνο σε κάποιες μεμονωμένες σκηνές), ενώ προσωπικά δεν με έπεισε η χημεία των πρωταγωνιστών. Αξιοσημείωτη είναι όμως η φωτογραφία και η σκηνοθετικη μαεστρία του Τζο Ράιτ (δεν θα εκπλαγώ καθόλου αν βρεθει στις υποψηφιότητες για Οσκαρ), ειδικά στις υπερβατικές, λυρικές και ταυτόχρονα σκληρές σκηνές της αποχώρησης από το Dunkirk που πραγματικά αφήνουν το θεατή με ανοιχτό το στόμα. Στην πολή όμορφη τελική σεκάνς, νιώθεις με κάποιο τρόπο την «εξιλέωση» που αναζητά η Μπράιονι, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα δεν φέρνει τελικά την πολυπόθητη λυτρωση για το θεατή.

Τρίτη 26/9
Zoo
Ένα θέμα ταμπού. Ένας θάνατος που απασχόλησε τα ΜΜΕ της Αμερικής πριν κάποια χρόνια. Και ένα ντοκυμαντερ που επικεντρώνει στο συγκεκριμένο θέμα, αποφεύγοντας την ηθικολογία -αλλά και σε στιγμές ακόμα και το θέμα του το ίδιο.
Η κτηνοβασία είναι αναμφίβολα ένα θέμα που δύσκολα αγγίζεται. Και δύσκολα δείχνεται. Και, ακόμα πιο δύσκολα, κρίνεται. Έτσι, το συγκεκριμένο «ντοκυμαντερ» αποφεύγει έμμεσα να κάνει οτιδήποτε από τα τρία. Ή μάλλον, επιδιώκει μόνο να αγγίξει το ζήτημα. Χωρίς όμως να δείξει, ούτε να σχολιάσει. Υπαινίσσεται. Συμβάντα, σκηνές, απόψεις, θέσεις. Καταγράφει τις εμπειρίες πρωταγωνιστών της συγκλονιστικής ιστορίας (ένας άνθρωπος πέθανε από εσωτερική αιμοραγία μετά τη συγκεκριμένη πράξη), με τρόπο αποσπασματικό, μέσα από εμβόλικα λυρικά πλάνα, ανάμεσα σε γεγονότα. Η ταινία, είναι η αλήθεια, φαίνεται να στερείται προσανατολισμού (αν βέβαια θεωρήσουμε οτι χρειάζεται). Παρουσιάζει όμως ένα θέμα δύσπεπτο και δύσκολο. Επειδή δεν κρίνει, μου είναι δύσκολο να την «κρίνω» κι εγώ. Απλά παρακολούθησα. Κι έμεινα μ’ένα μεγάλο ερωτηματικό, μετέωρη ανάμεσα στο «σωστό» και το «λάθος» κι ακόμα πιο σαστισμένη σ’αυτό το δυσπρόσιτο ταμπού.

Broken English, της Zoe Cassavetes
Το ύφος των ταινιών «Πριν το Ξημέρωμα» και «Πριν το ηλιοβασίλεμα» τείνει πλέον να γίνει σχολή. Άλλη μια ταινία λοιπόν που έρχεται με αντίστοιχες συστάσεις από το φεστιβάλ του Sundance, και πρόκειται για την πρώτη σκηνοθετική προσπάθεια της κόρης του John Cassavetes. Βέβαια λίγη -έως καμία- σχέση έχει με το σινεμά του πατέρα της. Καταπιάνεται με μια ανάλφρη κομεντί, πράγματι στο στυλ των προαναφερθεισών ταινιών, και η αλήθεια έιναι πως διαχειρίζεται καλά το θέμα της. Η ιστορία απλή και συνήθης: μια νευρωτική νεοϋορκέζα, (πολλές) αποτυχημένες σχέσεις, κρίσεις πανικού, χαμηλή αυτοπεποίθηση, αυτολύπηση. Μέχρι που εμφανίζεται ένας υπέροχος Γάλλος, που με τα «σπαστά αγγλικά» του και το ανάλαφρο και αλαφροϊσικωτο (μα τόσο ρομαντικό) στυλ του, θα της κλέψει την καρδιά και θα τη βάλει πάλι στο πιχνίδι της ζωής και του έρωτα. Τίποτα περισσότερο, αλλά και τίποτα λιγότερο από αυτό. Ένα ευχάριστο, αθεράπευτα ρομαντικό δίωρο, με όμορφο ρυθμό, ένα υπέροχο (πάντα!) Παρίσι, έναν ερωτεύσιμο πρωταγωνιστή κι ένα ζευγάρι με καλή χημεία. Μια καλή, δοκιμασμένη συνταγή για το πρώτο βήμα της (συμπαθέστατης, όπως αποδείχθηκε από αυτά που μας είπε στην αίθουσα) Zoe. Με πιο «σοβαρό» υλικό, δείχνει πως έχει κι άλλες δυνατότητες. Για την ώρα, οι ρομαντικές ψυχές σπέυσατε, μιας και τείνουν να εκλείψουν πλέον οι γνήσια ρομαντικές καλοστημένες ιστορίες.

Τετάρτη 27/9
Waitress, της Adrienne Shelly
Μια δραματική κομεντί με πρωταγωνίστρια μια δυστυχισμένη, καταπιεσμένη κοπέλα του αμερικάνικου νότου και ..τις πίτες της. Η Τζένα είναι εγκλωβισμένη σ’έναν αποτυχημένο γάμο με το βίαιο, καταπιεστικό άντρα της να μην την αφήνει να πάρει καμία πρωτοβουλία και να επιδιώκει να την κρατά κλειδωμένη στο σπίτι. Η μόνη της διέξοδος είναι η δουλειά της, ως σερβιτόρα σ’ένα ημιπαρακμιακό diner της περιοχής, όπου δημιουργεί θεσπέσιες πίτες, εμπνευσμένες από τα καθημερινά της προβλήματα. Η μoναδική της ελπίδα να ξεφύγει από αυτό το καταπιεστικό περιβάλλον είναι να το σκάσει, μαζεύοντας (κρυφά από τον άντρα της) λεφτά για να συμμετάσχει στον εθνικό διαγωνισμό πίτας, μέχρι που μένει (χωρίς να το επιδιώκει) έγκυος και ερωτεύεται τον νέο της γυναικολόγο. Παρά τους εύθυμους τόνους και τη γλυκερή ατμόσφαιρα, πρόκειται κατά βάση για ένα δράμα, που βασίζεται σε μια κλασική συνταγή, ανακατεύει όμως με πρωτότυπο τρόπο τα υλικά του και αφήνει τελικά μια γλυκόπικρη, πρωτόγνωρη γεύση. Και παρά το φαινομενικά «νόστιμο» happy end, την τελευταία μπουκιά αυτής της πίτας μπορεί να την καταπιείτε πιο δύσκολα: όλοι οι ήρωες εντέλει έχουν συμβιβαστεί, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, στο καλύτερο δυνατό και όχι στο καλύτερο συνολικά... “I’m happy enough. I don't expect much. I don't get much, I don't give much. I generally enjoy whatever comes along. That's my answer for you, summed up for your feminine consideration. I'm happy enough”.

Παρανοϊκή αγάπη / Crazy love των Dan Klores, Fisher Stevens
Ένα ντοκυμαντερ για μια πραγματικά «παρανοϊκή» για τα καθημερινά δεδομένα αγάπη, που απασχόλησε τα αμερικάνικα Μ.Μ.Ε από τη δεκαετία του ’50 μέχρι και σήμερα Ένα πάθος που παρά τα σκαμπανεβάσματα και τα πρωτοφανή περισταστικά που συνέβησαν μεταξύ του ζευγαριού παραμένει ζωντανό μέχρι σήμερα, αποδεικνύοντας με τον καλύτερο τρόπο οτι ο έρωτας είναι πράγματι.. τυφλός. «If I can’t have you, then nobody can” είναι η σκέψη - κινητήριος άξονας αυτής της εμμονής, που αφήνει τον ανυποψίαστο θεατή με ανοιχτό το στόμα. Αμοιβαίες εξωσυζυγικές σχέσεις, βίαιες επιθέσεις (με τραγικα αποτελέσματα), φυλακίσεις, πρωτοσέλιδα, «παρανοϊκές» επανασυνδέσεις. Δύο τρελοί κι ένας έρωτας φυσιολογικός.. Ή μήπως ο Μπερτ και η Λιντα είναι «φυσιολογικοί» και ο έρωτας τους τρελός; Ένα ντοκυμαντερ που βασίζεται στη δύναμη του θέματός του, αλλά είναι λίγο διεκπεραιωτικό ως προς την κατασκευή του.

Black sheep, του Jonathan King
“The violence of the lambs” θα μπορούσε να είναι ο υπότιτλος αυτής της ταινίας, που μόνον ο όρος “Frankensheep” είναι ικανός για να σας εισαγάγει στην παράνοιά του: Γενετικώς μεταλλαγμένα πρόβατα, που διατηρώντας το αθώο «αρνάκι-άσπρο-και-παχύ» παρουσιαστικό τους, μεταμορφώνονται εσωτερικά σε ανηλεή σαρκοβόρα τέρατα που επιτίθενται και κατασπαράζουν ο,τι κινείται, μετατρέποντας συγχρόνως (o,τι απομένει από) αυτό σε σαρκοβόρο πρόβατο. Ένα σπλάτερ με πρόβατα λοιπόν, για τους φαν του είδους (του σπλάτερ, όχι των προβάτων). Πολύ πρωτότυπη η κεντρική ιδέα και έξυπνη η αποτύπωσή της, μιας και τα πρόβατα διατηρούν το άκακο και αθώο ύοφς τους καθ’όλη τη διάρκεια της ταινίας, κι έτσι ο αιφνιδιασμός της πρωτοφανούς επιθετικής τους φύσης πετυχαίνει κάθε φορά, αν και το στορυ δεν αναπτύσσεται και δεν εξελίσσεται καθόλου. Όχι πως χρειάζεται κάτι περισσότερο μια τέτοιου είδους ταινία, αφού το fun της διατηρείται στο ακέραιο. Τα σχόλια για τα ενδοοικογενειακά προβλήματα, την παρέμβαση του ανθρώπου στη φύση και για τη βιοηθική σαφώς και (μπορούν να) μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Ο σκοπός του έργου επιτυγχάνεται στο έπακρο (αν και εξαντλείται εκεί) στις σκηνές ανθολογίας με τα τεράστια κοπάδια από αφράτα, πανάγαθα πρόβατα να κατεβαίνουν απειλητικά το λόφο με επική μουσική υπόκρουση εκστρατείας. Μπεεεεε!
*Δημοσιέυτηκε με παραλλαγές στον Εξώστη

Tuesday, September 11, 2007

"Dans Paris", του Christophe Honoré

Μια ταινία γεμάτη άρνηση. Οι πρωταγωνιστές της αρνούνται να παραδεχτούν τα συναισθήματά τους, αρνούνται να δεχτούν τη συντροφικότητα, αρνούνται να αποδεχτούν την απώλειά της, αρνούνται να αποδεχτούν το θάνατο, αρνούνται να αγκαλιάσουν ο ένας τον άλλον. Και η ίδια η ταινία, αρνείται να ξετυλιχτεί με συμβατικούς όρους. Μια οικογένεια μισή σε ανθρώπους και συναισθήματα, γεμάτη μπερδεμένες σχέσεις, με δυο γιους συναισθηματικά ανάπηρους κι έναν πατέρα ανίκανο να διοχετεύσει σωστά την αγάπη του και τον υπερπροστατευτισμό του, θα συναντηθεί σε μια αναγκαστική συγκατοίκηση, που θα φέρει τα δυο αδέρφια -και τις δυο αρνήσεις τους- σε μετωπική -αλλά όχι βίαιαη- σύγκρουση. Από τη μία, η πλήρης κατάρρευση του χωρισμένου Πωλ, με μια κατάθλιψη σχεδόν ψυχαναγκαστική και από την άλλη η μάλλον επίπλαστη, μα επιφανειακά διασκεδαστική, πλήρης συναισθηματική αδιαφορία του Τζοναθαν.
Και μέσα σε μια μόλις μέρα, με μερικές βουτιές στον Σικουάνα, μια μεγάλη βόλτα στην πόλη με πολλές παρακάμψεις, μερικά τηλεφωνήματα χωρίς απάντηση και ένα παιδικό παραμύθι, η "επιστροφή στο Παρίσι", θα αποδειχθεί καταλυτική -και για τους δυο.
Κι αν η ταινία, συνολικά, αυθάδικα αρνείται να δοθεί στο θεατή, ακριβώς όπως οι πρωταγωνιστές αρνούνται να δοθούν στις σχέσεις τους, και τριγυρίζει μάλλον αδιάφορα τόσο στους δρόμους του Παρισιού όσο και στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων της, αυτή η σκηνή κατάφερε να γλιστρήσει μεσα στην καρδιά μου..

Friday, August 3, 2007

"Scenes of a sexual nature", του Εd Bloom


Σ’ένα ηλιόλουστο πάρκο στο κέντρο του μουντού Λονδίνου διασταυρώνονται οι ανοιχτές καρδιές μια χούφτας ανθρώπων. Λίγα μόλις μέτρα μακριά από τους πολύβουους δρόμους της μητρόπολης, οι ρυθμοί χαλαρώνουν και άνθρωποι κάθε ηλικίας, χρώματος και φύλου επιδίδονται σε ένα ατέρμονο παιχνίδι φλερταρίσματος: Σχέσεις που ξεκινούν, σχέσεις που τελειώνουν πριν καν ξεκινήσουν, σχέσεις που δεν ξεκίνησαν ποτέ, σχέσεις που χάθηκαν και στην πορεία αναζωπυρώθηκαν. Θραύσματα διαλόγων που δεν ξέρουμε πότε ξεκίνησαν κι ούτε πότε θα τελειώσουν, ερωτικά καλέσματα, βλέμματα, αποκρίσεις. Κάθε κουβέντα και μια προσπάθεια για επαφή. Βρετανικό φλέγμα αλλά και αμηχανία, πρόκληση αλλά και αποθάρρυνση, αποδοχή αλλά και απόρριψη. Μια συνεχής διελκυστίνδα ανάμεσα στον έρωτα και το σεξ, κι όλα αυτά στη διάρκεια μερικών ανέμελων περιπάτων σ’ενα πάρκο, στο διάλειμμα μια τυχαίας μέρας.

Ένα ζευγάρι που χωρίζει, ένα ζευγάρι που τσακώνεται, ένα ζευγάρι που γνωρίζεται, ένας μυστήριος άνδρας που φλερτάρει μια -όχι και τόσο- αθώα κοπέλα, ένα ζευγάρι ομοφυλοφίλων που προσπαθεί να ανανεώσει τη σχέση του, δυο ηλικιωμένοι που ανακαλύπτουν τον χαμένο νεανικό τους έρωτα.
Σχέσεις διαφορετικές, ανάγκες κοινές, συναισθήματα αντιφατικά, διάλογοι διασταυρούμενοι, κι ένα κοινό μονοπάτι: αυτό του έρωτα -που, αν και κοινό για όλους, κρύβει για τον καθένα μας έναν διαφορετικό προορισμό.

Tuesday, July 31, 2007

"Wild Strawberries", του Ingmar Bergman


Ενα παλιο αυτοκινητο και μια τελευταια διαδρομη.
Στασεις στο παρελθον, σε ονειρα και οραματα μιας ζωης που περασε αλλα δεν βιωθηκε, αποκαλυψεις σ' ενα σπιτι στην εξοχη με μια αναμνηση απο αγριες φραουλες που ο ψυχρος καθηγητης Borg δεν γευτηκε ποτε. Μια παρελαση χαρακτηρων με διπλη υποσταση, σ'ενα θεατρο φανταστικο εμπνευσμενο απο τη ζωη που δεν εζησε. 'Η μηπως μια αναπαρασταση αναμνησεων σε μια προσπαθεια ανασυνθεσης μιας ολοκληρης ζωης που ξερει πως φτανει στο τελος; Μια αναγκη εσωτερικη, ενα παιχνιδι της φαντασιας αχρονο και αιωνιο, μ'ενα ρολοι χωρις δεικτες για το χρονο που ακομα κι οταν φτανει το τελος, δεν τελειωνει ποτε.

Ενα καλοκαιρινο βραδυ, στου Ψυρρη. Σε μια ηλικια που ο κινηματογραφος ηταν μονο ανεμελη σαββατιατικη αποδραση στο Village με παρεα και ποπ κορν, ο πατερας μου με πηρε απο το χερι για να δουμε τον αγαπημενο του σκηνοθετη. Ακολουθησα με συγκρατημενη περιεργεια και συγκεκαλυμμενη βαρεμαρα. Δεν ειχε ποπ κορν, ουτε χρωματα στην οθονη.
Ειχε ενα ρολοι χωρις δεικτες και αγριες φραουλες με γευση πικρη. Και μια αποκαλυψη.
Ολα απο καπου ξεκινουν..

Χρονια μετα, ταινιες μετα, φτασαμε αισιως τα φετινα Χριστουγεννα. Φευγοντας απο τη Στοκχολμη, απαιτησαμε να κανουμε μια μικρη παρακαμψη -για το απαραιτητο προσκυνημα στην Ουπσαλα.
Εδω που μεγαλωσε η Φανυ και ο Αλεξανδρος, εδω που φυτρωσαν οι Αγριες Φραουλες, εδω που περασε το Καλοκαιρι με τη Μονικα, εδω που ακουσε Κραυγες και Ψιθυρους, εδω που επαιξε τη Φθινοπωρινη Σονατα, εδω που εζησε Σκηνες απο ενα Γαμο (απο πολλους γαμους), εδω που πρωτοσυναντηθηκε με τη μυστηρια Περσονα, εδω που επαιξε τη μυθικη παρτιδα σκακι. Αυτη που φοβηθηκε πως θα τη χασει, μα τελικα την κερδισε. Χτες το βραδυ, την κερδισε την καταραμενη παρτιδα. Γιατι ο Ingmar Bergman δεν θα πεθανει ποτε.

Teacher (in dream): Would you please diagnose this patient, professor Borg?
Isak Borg: But, this patient is dead.
[the patient bursts into laughter]

[συμβουλη: δειτε τι καλα που τα λεει και ο φιλος
identity cafe, με αφορμη το θανατο των δυο μεγαλων]

Thursday, June 28, 2007

The List

[It's that time of the year. Η ώρα της μεγάλης δεκάδας. H σειρά δεν είναι αξιολογική]

«Οι ζωές των άλλων» (Das leben der anderen), του Florian Henckel von Donnersmarck – Με καθολική (παραδόξως) αποδοχή, απλά η καλύτερη ταινία της χρονιάς.


«Τα παιδιά των ανθρώπων» (Children of men), του Alfonso Cuarón – Μια ιδιοφυής φουτουριστική απεικόνιση του ζοφερού παρόντος μας, τόσο απειλητικά ρεαλιστική και σκοτεινή που από φόβο μάλλον, υποτιμήθηκε..



«Γράμματα από την Ιβο Τζίμα» (Letters from Iwo Jima), του Clint Eastwood – Μαθήματα ιστορίας, κινηματογράφου και ανθρώπινης συμπεριφοράς από τον Clint Eastwood. Αν δεν είχε πάρει οσκαρ τα προηγούμενα χρόνια, θα κέρδιζε πανάξια και φέτος.



«Σε είδα στο όνειρό μου» (La science des rêves), του Michel Gondry – Φτιαγμένη με υλικό ονείρων, μου θύμισε τους πρωταρχικούς λόγους για τους οποίους αγαπώ το σινεμά. Ένα όργιο χρωμάτων και εικόνων σε μια συμφωνία δημιουργικότητας και φαντασίας από την αιώνια λιακάδα του μυαλού του Gondry.


«Little Miss Sunshine», των Jonathan Dayton, Valerie Faris – Αυτή η βόλτα με το κίτρινο δυσλειτουργικό βανάκι ήταν απλά η απολαυστικότερη της χρονιάς. Spread the sunshine!


«Η πηγή της ζωής» (The fountain), του Darren Aronofsky – Ο έρωτας πέρα και μέσα από το θάνατο σε ένα βαθύτατα συναισθηματικό κινηματογραφικό ποίημα.


«Shortbus», του John Cameron Mitchell – Κι αν είχε ελλείψεις, είναι από τις σημαντικότερες ταινίες των τελευταίων χρόνων.
Απενοχοποίηση του κινηματογράφου ως τέχνης ηδονοβλεπτικής, χωρις οπτική ή/και συναισθηματική λογοκρισία.


«INLAND EMPIRE», του David Lynch – Ο εσωτερικός μας κόσμος μέσα στο λαβύρινθο της κινηματογραφικής εικόνας και ο θεατής ως μέρος της παραίσθησης που λέγεται κινηματογράφος.


«Πιο παράξενο κι από παράξενο» (Stranger than fiction), του Marc Forster – Από τις πιο έξυπνες σεναριακές ιδέες των τελευταίων ετών, αξιοποιημένη με τρόπο απολαυστικό.


«Eduart», της Αγγελικής Αντωνίου – Η καλύτερη και πιο ολοκληρωμένη ελληνική ταινία της χρονιάς -μαζί με την «Ψυχή στο στόμα», που μπορεί να μην ήταν η πιο ολοκληρωμένη, ήταν όμως η σημαντικότερη ελληνική ταινία για φέτος.


..Επίσης δεν μπορώ να παραβλέψω: «Ζωή σαν Τριαντάφυλλο» (La Mome) του Olivier Dahan, o «Λαβύρινθος του Πάνα» (Pan's Labyrinth) του Guillermo del Toro, το «Thank you for Smoking» του Jason Reitman, το «Έγκλημα στο Κολλέγιο» (Brick) του Rian Johnson (που όμως δεν βρήκε διανομή στη Θεσσαλονίκη) καθώς και το «United 93», του Paul Greengrass.

[..σας προσκαλώ να διαφωνήσετε!]

Wednesday, June 13, 2007

"Dead Man's Shoes", του Shane Meadows

[επαναφέρω το ποστ στην αρχή, μιας και αύριο βγαίνει η ταινία στις αίθουσες και είναι επίκαιρο..]

«Ο Θεός θα τους συγχωρήσει. Θα τους συγχωρήσει και θα τους αφήσει να πάνε στον Παράδεισο. Δεν μπορώ να ζήσω γνωρίζοντας αυτό», μονολογεί στα σκοτεινά ο Ρίτσαρντ, και ως άλλος άγγελος-αξολοθρευτής βουτά αποφασιστικά τα χέρια του στο αίμα.
Ένα φάντασμα από το παρελθόν, ο αδύναμος Άντονυ, ένας εκδικητής του παρόντος, ο αμείλικτος Ρίτσαρντ και μια ομάδα ναρκομανών μικροκακοποιών με ένα ένοχο μυστικό. Να οι τρεις άξονες που συνθέτουν αυτό το τραγικό τρίγωνο ύβρεως-τιμωρίας-κάθαρσης. Και τα χέρια όλων, βαμμένα με αίμα. Είτε για παιχνίδι, είτε από φόβο, είτε από αδυναμία αντίδρασης, είτε για εκδίκηση, είναι όλοι συνένοχοι σε ένα φαύλο κύκλο που ξεκινά με αίμα και δεν μπορεί να κλείσει παρά μόνο με τον ίδιο τρόπο.
Όλα άρχισαν με μερικά επικίνδυνα «παιχνίδια» εις βάρος του αγαθού και διανοητικά καθυστερημένου Άντονυ. Παιχνίδια που μετεξελίχθηκαν σε βασανιστήρια με τραγικά αποτελέσματα, και που φέρνουν, χρόνια μετά, τον αδεφό του, τον απόστρατο Ρίτσαρντ, στη θέση του εκδικητή. Δεν έχει σημασία ο τρόπος, σημασία έχει το αποτέλεσμα. Ο θάνατος είναι η μόνη τιμωρία. Και θα επιτευχθεί με κάθε μέσο, μέχρι το τέλος.
Λιτές γραμμές, απλά μέσα, καθαρή γραφή μα ένα σύνθετο τελικά αποτέλεσμα, με ένα συγκλονιστικά τραγικό τελειωτικό χτύπημα, που αφήνει τον κύκλο ημιτελή και το αίμα να στάζει από χέρια που τρέμουν από τύψεις και συνενοχή.
Το φάντασμα μπορεί να εξιλεώθηκε από το αίμα, μα τα παπούτσια του νεκρού δε θα ξαναφορεθούν ποτέ. Και οι τύψεις θα παραμείνουν, βαραίνοντας τους αδύναμους ώμους του τελευταίου επιζώντα, του μόνου που δεν κατάφερε να πεθάνει..

[Είναι όμορφο όταν άνθρωποι με κέφι ξεκινάνε κάτι καινούργιο. Ακόμα καλύτερα όταν αυτούς τους ανθρώπους τους έχεις μες στην καρδιά σου. Όταν, δε, το πείραμα ξεκινά με τους καλύτερους οιωνούς, δεν μπορείς παρά να το στηρίξεις με χαρά.
Η ταινία αυτή βγαίνει στους κινηματογράφους από 14/6 από τη νεοσύστατη Seven Films. Αν κρίνω από τα διαμαντάκια που είδα στο καλοκαιρινό της πρόγραμμα, καλώς τη δεχτήκαμε!]

Friday, June 8, 2007

"Good Βye, Lenin!", του Wolfgang Becker

[Με αφορμή αυτή την είδηση. Όταν η ζωή αντιγράφει την τέχνη και η πραγματικότητα μας εκπλήσσει περισσότερο κι από την πιο τραβηγμένη φαντασία..]

Στα 1989, μια Γερμανία χρόνια διχασμένη, με δυο πλευρές αντικρυστές που κοίταζαν μα δεν έβλεπαν η μία την άλλη, γιατί ανάμεσά τους ορθωνώταν ένα τείχος από μπετόν και προπαγάνδα. Η καθεμία βυθισμένη στη δική της αλήθεια, που τρεφόταν με το ψέμα της απέναντι, και στη μέση ένα βάναυσο διαχωριστικό που δεν επέτρεπε στην αλήθεια της μιας πλευράς να μολύνει το ψέμα της άλλης.
Στα 1989, μια οικογένεια χρόνια χωρισμένη, ο πατέρας χαμένος κάπου από την απέναντι πλευρά, τα παιδιά να κοιτούν δειλά προς τα εκεί που δύει ο ήλιος και μια μάνα που εθελοτυφλεί καθηλωμένη πεισματικά σ'ενα όραμα προ πολλού (από την αρχή;) ξεθωριασμένο. Όμως εκείνη εκεί, πιστή σε ένα σύστημα που πίστευε πως την έθρεφε, στο σύστημα που τη μεγάλωσε, σε ένα σύστημα που άνθρωποι σαν κι αυτήν το έθρεψαν και το μεγάλωσαν.
Και κάπου εκεί, στη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ανατολή και δύση, σε μια από αυτές τις συνεχείς και ολοένα αυξανόμενες διαμάχες του νέου με το παλιό, έρχεται το σοκ. Ο γιος παραπατάει προς τα δυτικά και η μάνα συγκλονισμένη από τη συνειδητοποίηση, πέφτει σε κώμα. Και οι εξελίξεις δραματικές. Σε ένα βράδυ, σε δυο βράδυα, σε μερικές βδομάδες έπεσε ο τοίχος, έπεσαν οι παρωπίδες, έπεσαν οι μάσκες. Και εκείνη παρέμενε σε κώμα. Ο κόσμος άλλαζε, έτρεχε, προχωρούσε, μα το δικό της μυαλό έμενε εκεί, κολλημένο, ασυναίσθητα λόγω της συγκυρίας μα ίσως κατά βάθος συνειδητά λόγω της εσωτερικής της βαθιάς επιθυμίας.
Και μετά; Όταν ξυπνήσει; Μετά το πρώτο σοκ πως θα αντέξει το δεύτερο σοκ, το ουσιαστικό; Την πραγματική αλλαγή; Πως θα αντέξει η αδύναμη, σοσιαλιστική της καρδιά τον νέο κόσμο;
Και έτσι θα ξεκινήσει ένας αγώνας δρόμου, ένας αγώνας δρόμου τραγικά ειρωνικός, μια κούρσα προς τα πίσω, σε πείσμα των καιρών που έτρεχαν μπροστά, μπροστά, μπροστά. Όσο η χώρα προχωρούσε ακάθεκτη προς τη δύση, ένα σπίτι, ένα δωμάτιο έμενε προσηλωμένο, καθηλωμένο στα παλιά ιδανικά.
Με ένα βλέμμα γλυκό, σε στιγμές σχεδόν νοσταλγικό μα και σκληρά ειρωνικό, όμως πάντα τόσο μα τόσο ανθρώπινο, το "Good Bye Lenin" κουνά το μαντήλι στη διχασμένη Γερμανία και παρακολουθεί πατρικά την αναγεννημένη, "ενωμένη" Γερμανία να κάνει τα πρώτα της δειλά βήματα, μέσα από το βλέμμα του μπερδεμένου, απολιτικ πρωταγωνιστή που ισορροπεί φοβισμένος μα και αισιόδοξος ανάμεσα στα 80m2 του υπαρκτού σοσιαλισμού που (του) έχουν απομείνει και στην ανεξερεύνητη νέα χώρα του που απλώνεται προκλητική μπροστά του..

[Μου είχε κάνει εντύπωση και τότε, όπως μου έκανε και φέτος με τις "Ζωές των Άλλων", η υποδοχή που είχε επιφυλάξει το ελληνικό κοινό στην ταινία "Good bye Lenin!". Μια χώρα όπως η δική μας, που η σινεφιλ κοινότητα κρατάει σθεναρά το λάβαρο της αριστεράς και από τη συμπεριφορά της μοιάζει συχνά σχεδόν να μετανιώνει που δεν είχε αντίστοιχο πρόσφατο παρελθόν με τη Γερμανία (και γενικά με το ανατολικό μπλοκ), πίστευα -ευτυχώς λανθασμένα- ότι θα παραβλέψει αυτές τις ταινίες. Ταινίες που είναι φτιαγμένες με υλικά παρμένα μέσα από τη βιωμένη ιστορία του υπαρκτού σοσιαλισμού και που λαμβάνουν ως αυτονόητα πράγματα που εδώ στην Ελλάδα αδυνατούμε να κατανοήσουμε (ή που, χειρότερα, κατανοούμε, αλλά επειδή δεν "πάθαμε για να μάθουμε" προσποιούμαστε οτι δεν αντιλαμβανόμαστε και φωνασκούμε θεωρητικώς εκ του ασφαλούς). Υπάρχουν και οι ευχάριστες εκπλήξεις λοιπόν.]