Thursday, June 28, 2007

The List

[It's that time of the year. Η ώρα της μεγάλης δεκάδας. H σειρά δεν είναι αξιολογική]

«Οι ζωές των άλλων» (Das leben der anderen), του Florian Henckel von Donnersmarck – Με καθολική (παραδόξως) αποδοχή, απλά η καλύτερη ταινία της χρονιάς.


«Τα παιδιά των ανθρώπων» (Children of men), του Alfonso Cuarón – Μια ιδιοφυής φουτουριστική απεικόνιση του ζοφερού παρόντος μας, τόσο απειλητικά ρεαλιστική και σκοτεινή που από φόβο μάλλον, υποτιμήθηκε..



«Γράμματα από την Ιβο Τζίμα» (Letters from Iwo Jima), του Clint Eastwood – Μαθήματα ιστορίας, κινηματογράφου και ανθρώπινης συμπεριφοράς από τον Clint Eastwood. Αν δεν είχε πάρει οσκαρ τα προηγούμενα χρόνια, θα κέρδιζε πανάξια και φέτος.



«Σε είδα στο όνειρό μου» (La science des rêves), του Michel Gondry – Φτιαγμένη με υλικό ονείρων, μου θύμισε τους πρωταρχικούς λόγους για τους οποίους αγαπώ το σινεμά. Ένα όργιο χρωμάτων και εικόνων σε μια συμφωνία δημιουργικότητας και φαντασίας από την αιώνια λιακάδα του μυαλού του Gondry.


«Little Miss Sunshine», των Jonathan Dayton, Valerie Faris – Αυτή η βόλτα με το κίτρινο δυσλειτουργικό βανάκι ήταν απλά η απολαυστικότερη της χρονιάς. Spread the sunshine!


«Η πηγή της ζωής» (The fountain), του Darren Aronofsky – Ο έρωτας πέρα και μέσα από το θάνατο σε ένα βαθύτατα συναισθηματικό κινηματογραφικό ποίημα.


«Shortbus», του John Cameron Mitchell – Κι αν είχε ελλείψεις, είναι από τις σημαντικότερες ταινίες των τελευταίων χρόνων.
Απενοχοποίηση του κινηματογράφου ως τέχνης ηδονοβλεπτικής, χωρις οπτική ή/και συναισθηματική λογοκρισία.


«INLAND EMPIRE», του David Lynch – Ο εσωτερικός μας κόσμος μέσα στο λαβύρινθο της κινηματογραφικής εικόνας και ο θεατής ως μέρος της παραίσθησης που λέγεται κινηματογράφος.


«Πιο παράξενο κι από παράξενο» (Stranger than fiction), του Marc Forster – Από τις πιο έξυπνες σεναριακές ιδέες των τελευταίων ετών, αξιοποιημένη με τρόπο απολαυστικό.


«Eduart», της Αγγελικής Αντωνίου – Η καλύτερη και πιο ολοκληρωμένη ελληνική ταινία της χρονιάς -μαζί με την «Ψυχή στο στόμα», που μπορεί να μην ήταν η πιο ολοκληρωμένη, ήταν όμως η σημαντικότερη ελληνική ταινία για φέτος.


..Επίσης δεν μπορώ να παραβλέψω: «Ζωή σαν Τριαντάφυλλο» (La Mome) του Olivier Dahan, o «Λαβύρινθος του Πάνα» (Pan's Labyrinth) του Guillermo del Toro, το «Thank you for Smoking» του Jason Reitman, το «Έγκλημα στο Κολλέγιο» (Brick) του Rian Johnson (που όμως δεν βρήκε διανομή στη Θεσσαλονίκη) καθώς και το «United 93», του Paul Greengrass.

[..σας προσκαλώ να διαφωνήσετε!]

Sunday, June 24, 2007

Μέρες Καύσωνα


Νόμιζε οτι ξύπνησε από το φως που έμπαινε μέσα από τις γρίλιες. Όταν άνοιξε όμως τα μάτια καλά, και συνήθισε το βλέμμα της στο μισοσκόταδο, θυμήθηκε πως τα στόρια ήταν ερμητικά κλειστά. Έτσι έπρεπε. Για να μένει η ζέστη απ’έξω. Δεν πρέπει να ήταν το φως λοιπόν. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική, η υγρασία σχεδόν την έπνιγε, αλλά συγχρόνως ο λαιμός της ήταν ξερός. Ο ανεμιστήρας της οροφής γυρνούσε αργά και βασανιστικά –από καιρό το έλεγε οτι δεν λειτουργούσε σωστά. Δεν έφερνε δροσιά. Έτσι αργά που γυρνούσε και ράθυμα, έμοιαζε να ανακατέυει ένα μεγάλο καζάνι με βραστό αέρα. Πνιγόταν. Το ποτήρι δίπλα της είχε αδειάσει –πότε πρόλαβε μες στον ύπνο της; Δυο τρια ζωύφια πετούσαν γύρω από τον ανεμιστήρα. Βαριεστημένα κι αυτά. Μόνο τα κουνούπια δεν έδειχναν πτοημένα. Ζουζούνιζαν συστηματικά δίπλα στο αυτί της και πότε πότε έκαναν καμιά παύση για να κατευθυνθούν στο δέρμα της. Αποτελεσματικότατα. Μάλλον αυτά θα με ξύπνησαν, σκέφτηκε. Πρέπει να ήταν Κυριακή. Είχε χάσει τις μέρες, τόσο καιρό μέσα. Αλλά δεν άντεχε το έξω. Της το’χε άλλωστε απαγορεύεσει ο γιατρός. Ο καύσωνας σημαίνει θερμοπληξία για περιπτώσεις σαν τις δικές σας, είχε πει κουνώντας δασκαλίστικα το δάχτυλο. Σηκώθηκε αργά, το νυχτικό κολλημένο επάνω της, προσπαθώντας να καταλάβει τί ώρα θα ήταν έξω. Δεν άκουγε φωνές και βήματα πό το δρόμο, όμως οι Κυριακές ήταν μέρες πάντα σιωπηλές. Και μοναχικές για τους μοναχικούς. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ήχους του δρόμου. Παραιτήθηκε και σύρθηκε αργά αργά προς το μπάνιο. Τακ τακ. Τώρα το πρόσεξε πρώτη φορά. Τακ τακ. Ακουγόταν συστηματικά, από τη στιγμη που άνοιξε τα μάτια της. Μια σταγόνα έσταζε στον νιπτήρα. Τακ τακ. Ίσως ακουγόταν και πριν ξυπνήσει. Τακ. Ειρωνικός ήχος. Την χρειαζόταν αυτή τη σταγόνα στο πρόσωπό της, χρειαζόταν πολλές σταγόνες. Γύρισε τη βρύση και έκανε τη χούφτα της απο κάτω με προσμονή. Τακ τακ. Δυο σταγόνες μόλις, ακούμπησαν βασανιστικά στα χέρια της. Τακ. Χαμογέλασε με συγκατάβαση και ακούμπησε με τα χέρια της το πρόσωπό της και το αγκάλιασε όλο σαν να ήταν οι χούφτες της γεμάτες με νερό. Τακ, επανέλαβε σαρκαστικά η βρύση. Χρειαζόταν κάτι δροσερό. Επειγόντως, θα σκεφτόταν, αν η ζέστη δεν της έλιωνε το μυαλό. Έκλεισε τη ξερή,σαρκαστική βρύση και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο -περισσότερο με περιέργεια παρά με ελπίδα. Στο πλαστικό πιατάκι, στο ράφι, υπήρχε ένα μπλεγμένο κλαδάκι, που κάποτε στήριζε κάποιο τσαμπί σταφύλια. Τώρα στην άκρη του υπήρχαν μια δυο στφιδιασμένες ρώγες, χρώματος σκούρου μωβ. Στο μεγάλο μπωλ, στο κάτω ράφι, δεν είχαν μείνει παρά δυο φέτες καρπούζι, μισοφαγωμένες, πιο πολύ πράσινες παρά κόκκινες. Και πάνω στο ψυγείο, ένα μισογεμάτο ποτήρι νερό. Τα κοίταξε όλα με συγκατάβαση. Τακ τακ, πρόσεξε τώρα στον νεροχύτη. Η σταγόνες έλαμπαν, διαθλώντας το φως που έφερνε το φωτάκι του ψυγείου. Τακ τακ, ξερές, έσκαγαν στο μέταλλο του νεροχύτη. Και αυτή η βρύση νεκρή. Τί ωρα να ήταν; Ευτυχώς, με τα κλειστά στόρια γλίτωνε πολλή από τη ζέστη. Ήπιε λίγο από το νερό -ζεστό σαν τον αέρα που την έπνιγε. Τα υπόλοιπα τα άφησε για άλλη φορά. Τακ τακ. Ξαναγύρισε αργά αργά στο υπνοδωμάτιο με τον παλιό ανεμιστήρα οροφής. Κάθησε από κάτω του, μήπως νιώσει περισσότερη δροσιά, μήπως παρασυρθεί από την αόρατη δίνη που δημιουργούσε. Από το παράθυρο ακούστηκαν φωνές του δρόμου. Παιδιά πρέπει να ήταν. Ίσως ήταν μέρα. Ακούγονταν σαν να τρέχουν. Ίσως να πιτσιλίζονταν με νερό –Μπά, τα βήματά τους αντηχούσαν σε έδαφος ξερό. Αλλά οι φωνές τους έμοιαζαν χαρούμενες, ζωηρές. Ναι, ήταν μάλλον μέρα. Έξω, εκτός από ζέστη, θα είχε και φως. Χαμογέλασε, για πρώτη φορά χωρίς συγκατάβαση, και άρχισε με κόπο να ανεβάζει τα στόρια. Ναι, έξω ήταν μέρα. Ο ήλιος έκαιγε το χώμα, αλλά πέρα μακριά φαινόταν το φως να αντανακλά στη θάλασσα. Ωραία εικόνα σκέφτηκε, ενώ την τύλιγε η ζέστη. Τη δροσιά μου να έχετε, τους φώναξε, αλλά δεν πρέπει να την άκουσαν. Χαμογέλασε και έκανε να αγκαλιάσει τον ήλιο. Τα πάντα εγένετο από του φωτός και τα πάντα επιστρέφει εις το φως.

[η ιστοριούλα γραφτηκε ως comment στο ποστ "Ημερολογιο του Καυσωνα" στο blog του Νίκου Δήμου]

Thursday, June 14, 2007

Η Βαλίτσα

[Ένα κείμενο με αφορμή αυτή τη φωτογραφία, μετά από πρόσκληση του αγνώστου του μετρό. Ναι, ίσως βγήκε λίγο μεγάλο..]



Την παράτησε εκεί, γεμάτη –ή μήπως άδεια;– , μπροστά σ’εναν ουρανό που δεν μπορούσες να πεις αν άνοιγε ή αν ετοιμαζόταν να σε καταπιεί, δίπλα σε μια θάλασσα μυστήρια: φουσκωμένη, φουρτουνιασμένη; Δεν ήξερε να πει με σιγουριά. Επιτέλους, ξαλαφρωμένος.
Την είχε χρόνια πολλά αυτή τη φθαρμένη βαλίτσα, κι από τότε που την βρήκε, παιδί ακόμα, έμοιαζε παλιά. Ήταν ένα από εκείνα τα βράδια πριν φύγει η γιαγιά του, όταν του είχε πει να παει στο πατάρι και να πάρει δώρο από εκείνην ο,τι ήθελε από εκεί μέσα. Ένα μόνο πράγμα βέβαια μπορούσε να διαλέξει. Ίσως θα φαινόταν δύσκολο να μαντέψει κανείς τί θα διάλεγε, εκεί μέσα υπήρχαν κούτες και κουτάκια, χειρόγραφα, παλιά μουσικά όργανα και ρούχα, φωτογραφίες, χάρτες και εργαλεία, σωροί από αναμνήσεις και αναμνηστικά. Όμως αυτός δεν έψαξε σχεδόν καθόλου -όπως φαίνεται είχε μαντέψει κι η γιαγιά. Έσυρε την παλιά, φθαρμένη βαλίτσα με το σκουριασμένο λουκέτο έξω και χωρίς να προσπαθήσει καν να την ανοίξει, της φώναξε «βρήκα το δώρο μου». Κατέβηκε μαζί μ’ενα σύννεφο σκόνης και ένα χαμόγελο ικανοποίησης. «Διάλεξες λοιπόν, ε;» του είπε δήθεν απορημένη. Δεν ήταν έκπληξη για κανέναν τους, όμως δεν το ήξεραν. Έτσι, συνέχισε ενθουσιασμένος, με ειλικρινή απορία: «Λοιπόν, τί έχει μέσα το δώρο μου;». Kαι εκείνη του απάντησε, «Eσένα». Δεν το είπε όμως τρομαχτικά, ούτε μυστήρια σαν να συνέχιζε εκείνες τις τρομαχτικές ιστορίες που του έλεγε συχνά τα βράδια πριν κοιμηθεί, κρυφά από τους γονείς του. Ούτε το έλεγε με αυτό το τρεμούλιασμα στη φωνή, όπως όταν κάτι αξημέρωτα πρωινά τη χτύπαγε η αρρώστια στο κεφάλι και έλεγε ασυναρτησίες. Το έλεγε απλά και αληθινά, σαν να του έλεγε το πιο απλό πράγμα στον κόσμο. Έτσι δεν αμφισβήτησε το γεγονός. Ούτε τον τρόμαξε.
Όταν καθάριζαν το σπίτι εκείνο, κάποιους μήνες μετά, παραλίγο να την ξεχάσει φεύγοντας. Του φώναξε η μητέρα του από κάτω: «την παλιά βαλίτσα της αποθήκης είχες πει οτι τη θέλεις, έτσι δεν είναι; στην έβαλα στο πορτ μπαγκαζ», και άναψε τη μηχανή και ξεκίνησε.
Έτσι, η παλιά φθαρμένη βαλίτσα τον ακολούθησε στο δικό του σπίτι, πάλι καταχωνιασμένη σε μια άλλη αποθήκη.

Ήταν η δεύτερη φορά που θα χώριζε για τον ίδιο λόγο. Ίσως και τρίτη και δέκατη και εικοστή, δεν το ήξερε όμως με σιγουριά. Ήξερε σίγουρα τη μία. Και τώρα έβλεπε οτι ερχόταν και η άλλη. Όμως ήταν λάθος, και είχε προσπαθήσει να το πει εκείνη τη φορά που το κατάλαβε. Αλλά πάλι δεν μίλησε, για να μην παρεξηγηθεί. Δεν ήταν ότι δεν ένιωθε, εκείνη όμως γιατί δεν το κατάλαβε; Γιατί δεν το καταλάβαιναν; Απλά δεν ήθελε να τον βλέπουν οι άλλοι σαν να ήταν διαφανής, ήταν τόσο απλό. Είναι τόσο απλό. Δεν ήθελε να τα ξέρουν τα αρνητικά του, αφού μπορούσε να προσαρμοστεί παντού χωρίς πρόβλημα, τί τους ενδιέφερε. Και πάντα το έλεγε, μέσα του, "αυτοί που με ξέρουν, θα τα βρουν". Ας τα ψάξουν. "Εγώ έτσι είμαι αληθινός, και σ’όποιον αρέσω. Όχι, όμως, όχι σ’όποιον αρέσω –σε όλους θα αρέσω".
Και στην αρχή τα κατάφερνε πάντα καλά. Μια ανέφελη επιφάνεια και μια κοινωνικότητα αξιοθαύμαστη. Και σχέσεις, σχέσεις ουσιαστικές, πολλές. Και ένας διάχυτος θαυμασμός. Και μια εκτίμηση. Και μια αγκαλιά πάντα υπήρχε. Όμως, ήταν ιδέα του, ή δεν ήταν τόσο σφιχτή όσο του ζευγαριού απέναντι; Υπήρχε πάντα η λιακάδα της εκτίμησης, αλλά ποτέ δεν ένιωσε αυτή τη σπίθα της αγάπης. Αυτή την υπέροχη, δοτική αγάπη των ηλιθίων, των ερωτευμένων, που δε βλέπουν τα αρνητικά, κι ας είναι εκεί, μπροστά τους και να τους χτυπάνε καταπρόσωπο. Αυτός, που δεν είχε ελαττώματα, που δεν έδειχνε ελαττώματα, γι’αυτόν τί θα έκρυβε ο έρωτας;
Δεν του το είχε πει έτσι ακριβώς, αλλά το είχε καταλάβει πως έτσι ήταν. «Τόσα χρόνια κι είναι σαν να μη σε ξέρω» ανάμεσα στο παραλήρημα, το είχε ξεχωρίσει αυτό. Κάπως του είχε καρφωθεί αυτό, ανάμεσα σε άλλα πολύ σκληρότερα. Είχε απαντήσει ήρεμα, μεστά, είχε φωνάξει και λίγο -αρκετά μάλλον, αλλά όχι τόσο ώστε. Ώστε τι; Δεν ήξερε, αλλά πάντως είχε φωνάξει αρκετά. Αρκετά για να χωρίσουν, χωρίς να της εξηγήσει αρκετά, χωρίς να πληγώσει αρκετά, χωρίς να πληγωθεί αρκετά. Και τώρα για άλλη μια φορά, ντυνόταν αργά αργά, σαν σε ιεροτελεστία και ετοιμαζόταν να κάνει τον ίδιο διάλογο. Να τελειώνει με συνοπτικές διαδικασίες, σε μία συνάντηση. Όπως πάντα. Σαν να το είχε κάνει πολλές φορές αυτό, σκέφτηκε, περισσότερες από εκείνη τη μία. Περισσότερες από όσες θα έπρεπε -ή έτσι κάπως του φάνηκε; Αλλά πάντα του ήταν εντάξει, κανείς δεν τον κατηγόρησε γι’αυτό. Πάντα τον εκτιμούσαν στις σχέσεις του, ακόμα κι όταν αυτές τελείωναν, και τον κοιτούσαν όπως κοιτάζουν όλους αυτούς που κοιτάμε με θαυμασμό: από απόσταση. Και όχι με το τρυφερό βλέμμα που αγκαλιάζουμε τους αγαθούς. Άδικο, μα έτσι είναι.
Αυτό δεν ήταν μέρος της ιεροτελεστίας, αλλά ήταν μια κίνηση που έγινε αυτόματα. Πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου, κατέβηκε τις σκάλες και πριν σβήσει το φως, έσπρωξε την πόρτα της αποθήκης και ανέσυρε από την πίσω γωνιά την σκονισμένη βαλίτσα. Την τίναξε λίγο, ίσα να φανεί το κανονικό της χρώμα πίσω από τα στρώματα της σκόνης και την πήρε μαζί του έξω. Έσβησε τα φώτα, έκλεισε την πόρτα και βρέθηκε μπροστά στο σπίτι της.
Δεν υποκρίθηκαν πως είχαν βρεθεί για κάτι άλλο, ήταν ψυχροί –όπως έμοιαζαν πάντα;– και άρχισαν τα ευγενικά. Τα πιο σκληρά απ’όλα. «Δεν ξέρω αν φταίει κάτι ή εμένα μου φαίνεται, αλλά είμαστε κάπως μακριά τώρα. Πάντα ήμασταν; Δεν ξέρω. Ναι, ίσως, είναι αυτό, είσαι μυστήριος. Μυστήρια υπέροχος έλεγα, ναι, ναι το ξέρω. Αλλά κάπως νιώθω να σε έχω χάσει. Ναι αυτό. Αυτό ακριβώς, όπως το είπες, τόσα χρόνια και είναι σαν να μη σε ξέρω. Ή μάλλον σε ξέρω, σε ξέρω όμως ..κάπως. Τί εννοώ, ναι. Κάπως λίγο.. Δηλαδή, εννοώ, νιώθω πως σε γνωρίζω όπως ο κάθε συνάδελφός σου στο γραφείο, όπως οι φίλοι σου κι οι μακρινοί συγγενείς σου και οι μακρινοί συγγενείς οι δικοί μου, όπως οι γνωστοί μου που θα σου συστήσω στο δρόμο. Ναι εντάξει, λίγο περισσότερο.. Ίσως λίγο περισσότερο. Ναι περισσότερο, αλλά τελικά το ίδιο. Το ίδιο....». Θα έλεγε κι άλλα, αλλά τότε εκείνος άρχισε να κλαίει. Όχι αυτό το τρανταχτό κλάμα το συνηθισμένο, αλλά ένας σπαρακτικός λυγμός, όχι όπως έκλαιγε συνήθως έντονα μα και διακριτικά. Τώρα τρανταζόταν μέσα του και δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη ροή των δακρύων όπως άλλες φορές. Έσκυψε για να κρυφτεί, εκλαιγε πολύ. Και ξαφνικά, σηκώθηκε απότομα από τα κλάματα και κλώτσησε θυμωμένος το σκουριασμένο μάνταλο, άνοιξε την βαλίτσα, γέμισε ο τόπος σκόνες και έμεινε να την κοιτάει ενεός, με βλέμμα υγρό. Ήταν άδεια, μια άδεια βαλίτσα με μια καρώ φθαρμένη φόδρα και τσέπες σουρωτές, άδειες κι αυτές, στα πλάγια. Κι εκείνη κοίταζε απορημένη. Μια την ανοιχτή βαλίτσα και μια τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά του.
«Φοβάμαι, φοβάμαι πολύ. Πάντα φοβόμουν. Το σκοτάδι, τους κλειστούς χώρους, τα γέλια πίσω από την πλάτη μου, τα φίδια, τις αράχνες, το αίμα, τον πόνο, την απόρριψη -ναι αυτήν κυρίως, την απόρριψη. Τη μοναξιά και τις πόρτες που τρίζουν. Την αδυναμία και την αρρώστια. Και τη μοναξιά. Έχω φαντασιώσεις που ντρέπομαι να σου τις πω, δεν θέλω να ποτέ να δεις πόσο άσχημο πρόσωπο κρύβω πίσω από τα γυαλιά, τη στραβή μου μύτη και τα δόντια που ποτέ δεν τους έβαλα σιδεράκια. Θέλω να είμαι πάντα ο καλύτερος, ναι το ξέρεις, αλλά δεν με πειράζει να πατήσω τους άλλους κάτω, αυτό δεν το ξέρεις. Θέλω να περνάει πάντα το δικό μου, δεν θέλω να με παραβλέπουν, να κάνουν πως δεν υπάρχω. Είμαι βολικός για να αρέσω, όχι γιατί δεν έχω πρόβλημα. Στενοχωριέμαι που οι γονείς μου δεν με αγαπούσαν όσο την αδερφή μου, κλαίω τα βράδια όταν μια κοπέλα δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά μου, κλαίω όταν καταλαβαίνω οτι δεν είμαι αρκετά καλός. Νιώθω ηλίθιος όταν μιλάτε για αστρονομία κι εγώ δεν ξέρω τίποτα, νιώθω άσχετος όταν μιλάτε για πράγματα που εγώ δεν καταλαβαίνω κι έτσι προσποιούμαι χαμογελαστά οτι τα καταλαβαίνω. Γελάω από αμηχανία, αυτοσαρκάζομαι από φόβο, κλαίω μπροστά σας για να μη νομίζετε πως είμαι αναίσθητος. Και αγαπώ πιο πολύ απ’όσο δείχνω, αλλά αν το δεις θα με αφήσεις. Γιατί φοβάμαι, που είμαι εγωιστής, δειλός, ηλίθιος, ματαιόδοξος, ασχημος μέσα κι απ'έξω, σκληρός, δειλός, ιδιοτελής και συμπλεγματικός. Και εγωιστής. Και λίγος. Και ανάξιος. Και διαφορετικός από τους πολλούς. Και όχι αρκετά ξεχωριστός. Και δειλός και εγωιστής». Τα δάκρυα είχαν σταματήσει να κυλάνε από τα μάτια του -ίσως στέρεψαν, ίσως δεν είχαν λόγο να κυλάνε πια, κι έτσι κι αυτός σταμάτησε να μιλάει κι έμεινε να κοιτάει μόνο. Κοίταξε την τσαλακωμένη καρώ φόδρα, την ίσωσε λίγο με το χέρι του που έτρεμε ακόμα, και έκλεισε ήρεμα μα αποφασιστικά τη βαλίτσα. Την πάτησε από πάνω, όπως όταν είναι φουσκωμένη πολύ γιατί βάλαμε μέσα ένα παλτό παραπάνω, και προσπάθησε να την κλειδώσει με το σπασμένο λουκέτο. Άδικος κόπος φάνηκε, μα τελικά έκλεισε μόνη της -επιζούσαν ακόμα οι ξεχαραβαλωμένες, χρόνια αχρησιμοποίητες κλειδωνιές της, και το λουκέτο δεν χρειάστηκε.

«Μη φεύγεις. Νομίζω πως δεν τα είπαμε όλα», του είπε όπως πέρναγε στο χωλ.
«Ούτε εγώ», της απάντησε, κλείνοντας την πόρτα.
Ξεκλείδωσε το αυτοκίνητο, έβαλε τη βαλίτσα στο πίσω κάθισμα και οδήγησε μέχρι την παραλία.

Wednesday, June 13, 2007

"Dead Man's Shoes", του Shane Meadows

[επαναφέρω το ποστ στην αρχή, μιας και αύριο βγαίνει η ταινία στις αίθουσες και είναι επίκαιρο..]

«Ο Θεός θα τους συγχωρήσει. Θα τους συγχωρήσει και θα τους αφήσει να πάνε στον Παράδεισο. Δεν μπορώ να ζήσω γνωρίζοντας αυτό», μονολογεί στα σκοτεινά ο Ρίτσαρντ, και ως άλλος άγγελος-αξολοθρευτής βουτά αποφασιστικά τα χέρια του στο αίμα.
Ένα φάντασμα από το παρελθόν, ο αδύναμος Άντονυ, ένας εκδικητής του παρόντος, ο αμείλικτος Ρίτσαρντ και μια ομάδα ναρκομανών μικροκακοποιών με ένα ένοχο μυστικό. Να οι τρεις άξονες που συνθέτουν αυτό το τραγικό τρίγωνο ύβρεως-τιμωρίας-κάθαρσης. Και τα χέρια όλων, βαμμένα με αίμα. Είτε για παιχνίδι, είτε από φόβο, είτε από αδυναμία αντίδρασης, είτε για εκδίκηση, είναι όλοι συνένοχοι σε ένα φαύλο κύκλο που ξεκινά με αίμα και δεν μπορεί να κλείσει παρά μόνο με τον ίδιο τρόπο.
Όλα άρχισαν με μερικά επικίνδυνα «παιχνίδια» εις βάρος του αγαθού και διανοητικά καθυστερημένου Άντονυ. Παιχνίδια που μετεξελίχθηκαν σε βασανιστήρια με τραγικά αποτελέσματα, και που φέρνουν, χρόνια μετά, τον αδεφό του, τον απόστρατο Ρίτσαρντ, στη θέση του εκδικητή. Δεν έχει σημασία ο τρόπος, σημασία έχει το αποτέλεσμα. Ο θάνατος είναι η μόνη τιμωρία. Και θα επιτευχθεί με κάθε μέσο, μέχρι το τέλος.
Λιτές γραμμές, απλά μέσα, καθαρή γραφή μα ένα σύνθετο τελικά αποτέλεσμα, με ένα συγκλονιστικά τραγικό τελειωτικό χτύπημα, που αφήνει τον κύκλο ημιτελή και το αίμα να στάζει από χέρια που τρέμουν από τύψεις και συνενοχή.
Το φάντασμα μπορεί να εξιλεώθηκε από το αίμα, μα τα παπούτσια του νεκρού δε θα ξαναφορεθούν ποτέ. Και οι τύψεις θα παραμείνουν, βαραίνοντας τους αδύναμους ώμους του τελευταίου επιζώντα, του μόνου που δεν κατάφερε να πεθάνει..

[Είναι όμορφο όταν άνθρωποι με κέφι ξεκινάνε κάτι καινούργιο. Ακόμα καλύτερα όταν αυτούς τους ανθρώπους τους έχεις μες στην καρδιά σου. Όταν, δε, το πείραμα ξεκινά με τους καλύτερους οιωνούς, δεν μπορείς παρά να το στηρίξεις με χαρά.
Η ταινία αυτή βγαίνει στους κινηματογράφους από 14/6 από τη νεοσύστατη Seven Films. Αν κρίνω από τα διαμαντάκια που είδα στο καλοκαιρινό της πρόγραμμα, καλώς τη δεχτήκαμε!]

Friday, June 8, 2007

"Good Βye, Lenin!", του Wolfgang Becker

[Με αφορμή αυτή την είδηση. Όταν η ζωή αντιγράφει την τέχνη και η πραγματικότητα μας εκπλήσσει περισσότερο κι από την πιο τραβηγμένη φαντασία..]

Στα 1989, μια Γερμανία χρόνια διχασμένη, με δυο πλευρές αντικρυστές που κοίταζαν μα δεν έβλεπαν η μία την άλλη, γιατί ανάμεσά τους ορθωνώταν ένα τείχος από μπετόν και προπαγάνδα. Η καθεμία βυθισμένη στη δική της αλήθεια, που τρεφόταν με το ψέμα της απέναντι, και στη μέση ένα βάναυσο διαχωριστικό που δεν επέτρεπε στην αλήθεια της μιας πλευράς να μολύνει το ψέμα της άλλης.
Στα 1989, μια οικογένεια χρόνια χωρισμένη, ο πατέρας χαμένος κάπου από την απέναντι πλευρά, τα παιδιά να κοιτούν δειλά προς τα εκεί που δύει ο ήλιος και μια μάνα που εθελοτυφλεί καθηλωμένη πεισματικά σ'ενα όραμα προ πολλού (από την αρχή;) ξεθωριασμένο. Όμως εκείνη εκεί, πιστή σε ένα σύστημα που πίστευε πως την έθρεφε, στο σύστημα που τη μεγάλωσε, σε ένα σύστημα που άνθρωποι σαν κι αυτήν το έθρεψαν και το μεγάλωσαν.
Και κάπου εκεί, στη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ανατολή και δύση, σε μια από αυτές τις συνεχείς και ολοένα αυξανόμενες διαμάχες του νέου με το παλιό, έρχεται το σοκ. Ο γιος παραπατάει προς τα δυτικά και η μάνα συγκλονισμένη από τη συνειδητοποίηση, πέφτει σε κώμα. Και οι εξελίξεις δραματικές. Σε ένα βράδυ, σε δυο βράδυα, σε μερικές βδομάδες έπεσε ο τοίχος, έπεσαν οι παρωπίδες, έπεσαν οι μάσκες. Και εκείνη παρέμενε σε κώμα. Ο κόσμος άλλαζε, έτρεχε, προχωρούσε, μα το δικό της μυαλό έμενε εκεί, κολλημένο, ασυναίσθητα λόγω της συγκυρίας μα ίσως κατά βάθος συνειδητά λόγω της εσωτερικής της βαθιάς επιθυμίας.
Και μετά; Όταν ξυπνήσει; Μετά το πρώτο σοκ πως θα αντέξει το δεύτερο σοκ, το ουσιαστικό; Την πραγματική αλλαγή; Πως θα αντέξει η αδύναμη, σοσιαλιστική της καρδιά τον νέο κόσμο;
Και έτσι θα ξεκινήσει ένας αγώνας δρόμου, ένας αγώνας δρόμου τραγικά ειρωνικός, μια κούρσα προς τα πίσω, σε πείσμα των καιρών που έτρεχαν μπροστά, μπροστά, μπροστά. Όσο η χώρα προχωρούσε ακάθεκτη προς τη δύση, ένα σπίτι, ένα δωμάτιο έμενε προσηλωμένο, καθηλωμένο στα παλιά ιδανικά.
Με ένα βλέμμα γλυκό, σε στιγμές σχεδόν νοσταλγικό μα και σκληρά ειρωνικό, όμως πάντα τόσο μα τόσο ανθρώπινο, το "Good Bye Lenin" κουνά το μαντήλι στη διχασμένη Γερμανία και παρακολουθεί πατρικά την αναγεννημένη, "ενωμένη" Γερμανία να κάνει τα πρώτα της δειλά βήματα, μέσα από το βλέμμα του μπερδεμένου, απολιτικ πρωταγωνιστή που ισορροπεί φοβισμένος μα και αισιόδοξος ανάμεσα στα 80m2 του υπαρκτού σοσιαλισμού που (του) έχουν απομείνει και στην ανεξερεύνητη νέα χώρα του που απλώνεται προκλητική μπροστά του..

[Μου είχε κάνει εντύπωση και τότε, όπως μου έκανε και φέτος με τις "Ζωές των Άλλων", η υποδοχή που είχε επιφυλάξει το ελληνικό κοινό στην ταινία "Good bye Lenin!". Μια χώρα όπως η δική μας, που η σινεφιλ κοινότητα κρατάει σθεναρά το λάβαρο της αριστεράς και από τη συμπεριφορά της μοιάζει συχνά σχεδόν να μετανιώνει που δεν είχε αντίστοιχο πρόσφατο παρελθόν με τη Γερμανία (και γενικά με το ανατολικό μπλοκ), πίστευα -ευτυχώς λανθασμένα- ότι θα παραβλέψει αυτές τις ταινίες. Ταινίες που είναι φτιαγμένες με υλικά παρμένα μέσα από τη βιωμένη ιστορία του υπαρκτού σοσιαλισμού και που λαμβάνουν ως αυτονόητα πράγματα που εδώ στην Ελλάδα αδυνατούμε να κατανοήσουμε (ή που, χειρότερα, κατανοούμε, αλλά επειδή δεν "πάθαμε για να μάθουμε" προσποιούμαστε οτι δεν αντιλαμβανόμαστε και φωνασκούμε θεωρητικώς εκ του ασφαλούς). Υπάρχουν και οι ευχάριστες εκπλήξεις λοιπόν.]

Saturday, June 2, 2007

Defining Love

And I want to play hide-and-seek and give you my clothes and tell you I like your shoes and sit on the steps while you take a bath and massage your neck and kiss your feet and hold your hand and go for a meal and not mind when you eat my food and meet you at Rudy's and talk about the day and type your letters and carry your boxes and laugh at your paranoia and give you tapes you don't listen to and watch great films and watch terrible films and complain about the radio and take pictures of you when you're sleeping and get up to fetch you coffee and bagels and Danish and go to Florent and drink coffee at midnight and have you steal my cigarettes and never be able to find a match and tell you about the the programme I saw the night before and take you to the eye hospital and not laugh at your jokes and want you in the morning but let you sleep for a while and kiss your back and stroke your skin and tell you how much I love your hair your eyes your lips your neck your breasts your arse your... and sit on the steps smoking till your neighbour comes home and sit on the steps smoking till you come home and worry when you're late and be amazed when you're early and give you sunflowers and go to your party and dance till I'm black and be sorry when I'm wrong and happy when you forgive me and look at your photos and wish I'd known you forever and hear your voice in my ear and feel your skin on my skin and get scared when you're angry and your eye has gone red and the other eye blue and your hair to the left and your face oriental and tell you you're gorgeous and hug you when you're anxious and hold you when you hurt and want you when I smell you and offend you when I touch you and whimper when I'm next to you and whimper when I'm not and dribble on your breast and smother you in the night and get cold when you take the blanket and hot when you don't and melt when you smile and dissolve when you laugh and not understand why you think I'm rejecting you when I'm not rejecting you and wonder how you could think I'd ever reject you and wonder who you are but accept you anyway and tell you about the tree angel enchanted forest boy who flew across the ocean because he loved you and write poems for you and wonder why you don't believe me and have a feeling so deep I can't find words for it and want to buy you a kitten I'd get jealous of because it would get more attention than me and keep you in bed when you have to go and cry like a baby when you finally do and get rid of the roaches and buy you presents you don't want and take them away again and ask you to marry me and you say no again but keep on asking because though you think I don't mean it I do always have from the first time I asked you and wander the city thinking it's empty without you and want what you want and think I'm losing myself but know I'm safe with you and tell you the worst of me and try to give you the best of me because you don't deserve any less and answer your questions when I'd rather not and tell you the truth when I really don't' want to and try to be honest because I know you prefer it and think it's all over but hang on in for just ten more minutes before you throw me out of your life and forget who I am and try to get closer to you because it's a beautiful learning to know you and well worth the effort and speak German to you badly and Hebrew to you worse and make love with you at three in the morning and somehow somehow somehow communicate some of the overwhelming undying overpowering unconditional all-encompassing heart-enriching mind-expanding on-going never-ending love I have for you."

-Sarah Kane, μονόλογος από το έργο "Crave".

Monday, May 21, 2007

"La Tourneuse Des Pages", του Denis Dercourt


Η εκδίκηση πολλές φορές είναι θεαματική, αιματηρή και άμεση.
Άλλες φορές είναι υπόκωφη, ύπουλη και ψυχρή.
Το αποτέλεσμα βέβαια, αν είναι επιτυχημένο, δεν διαφέρει: Η ολοκληρωτική κατάρρευση μπορεί να επέλθει και με τους δύο τρόπους.
Ένα φαινομενικά αδιάφορο λάθος μιας ντιβας, κατέστρεψε ολόκληρο το μουσικό μέλλον μιας φερέλπιδος κοπέλας. Ένα απρόσεκτο αυτόγραφο τη λάθος στιγμή, έκανε τη μικρή Melanie να κλειδώσει το πιάνο της για πάντα και να κρύψει τις παρτιτούρες της βαθιά, στα σκοτάδια της μνήμης. Επιφανειακά, η αλλαγή φάνηκε μικρή. Η Melanie μεγάλωσε υποδειγματική, και το χάος που άφησε η απουσία μουσικής μέσα της, ήταν κρυμμένο καλά, σχεδόν χαμένο, πίσω από την αθώα μα μόνιμα ανέκφραστη ματιά της.
Τόσο αθώα που καταντά χυδαία και τόσο απλά ανεπιτήδευτη που μοιάζει τρομαχτική, η Melanie θα μπει, χρόνια μετά, στο σπίτι αυτής που την κατέστρεψε και μέρα με τη μέρα θα γίνει αναπόσπαστο μέρος του. Με ένα "τζοκόντειο" μυστηριώδες χαμόγελο θα κατακτήσει διακριτικά κάθε γωνιά του σπιτιού. Και η ατμόσφαιρα, μέσα στην καθημερινή απραξία, θα γίνεται όλο και πιο βαριά, όλο και πιο πνιγηρή. Όσο η εξάρτηση της ντίβας -αλλά και ολόκληρης της οικογένειας- από την πρόθυμη και ικανή Melanie μεγαλώνει και μετατρέπεται σε επικίνδυνο, υπόγεια ερωτικό πάθος, τόσο η πίεση του θεατή ανεβαίνει.
Μοιάζει με την ασφυξία όταν μένεις κάτω από το νερό περισσότερο απ'όσο πρέπει, με το σφίξιμο που νοιώθει ο καρπός όταν προσπαθείς να πιάσεις τον χτύπο του μετρονόμου μα τα δάχτυλα δεν προλαβαίνουν να ακολουθήσουν το ρυθμό στα πλήκτρα, με τη χαοτική ζαλάδα όταν χάνεσαι σ'εναν αχανή λαβύρινθο. Όλα μετέωρα, μια βασανιστική αναμονή, ένα ξέσπασμα που ποτέ δεν έρχεται, μιας που οι σελίδες της παρτιτούρας συνεχίζουν να γυρνούν φαινομενικά ανεμπόδιστα.
Η εκδίκηση δεν χρειάζεται να είναι ξαφνική και αιματηρή. Αρκεί να είναι αποτελεσματική. Δεν χρειάζεται καν να είναι μια εντυπωσιακή πράξη. Μπορεί να συνίσταται σε μια απλή παράλειψη. Και όσο μεγαλύτερη η εξάρτηση και η ανάγκη, τόσο καθοριστικότερη η παράλειψη.
Μια σελίδα που ποτέ δεν γύρισε, ένας χτύπος που δεν πρόλαβαν τα δάχτυλα, μια υπογραφή σε μια κάρτα, είναι αρκετά. Ειδικά όταν γίνονται από έναν άνθρωπο εμπιστοσύνης, όπως το φαινομενικά αθώο κορίτσι που γυρίζει τις σελίδες.
Και τόσο απλά, η μαγευτική μελωδία της ζωής μπορεί να μετατραπεί στην πνιγηρή σιωπή του θανάτου.

[Η ταινία προβλήθηκε περσι στους κινηματογράφους και τώρα κυκλοφορεί σε DVD, με ελληνικό τίτλο "Το κορίτσι που γυρίζει τις σελίδες"]

Wednesday, May 9, 2007

Take Me There...





Wong Kar Wai, Bela Tarr, Denis Arcand, Cohens, Quentin Tarantino, Gus Van Sant.

Enough said.


[Enough with wishful thinking....]

Saturday, May 5, 2007

"INLAND EMPIRE", του David Lynch


Μια παραίσθηση, μια ταινία, η ζωή, ένας εφιάλτης.
Ή τίποτα από αυτά. Ή και όλα αυτά μαζί.
Ένα αίνιγμα. Ή μάλλον οχι, δεν πρόκειται για αίνιγμα, γιατί αυτά που μας δείχνει ο Lynch δεν ζητούν λογική εξήγηση, σχεδόν δεν ζητούν αποκωδικοποίηση. Οι εικόνες που βλέπουμε είναι σκηνές από μια βουτιά στην ψυχή ενός ανθρώπου. Tόσο ανεξήγητα απλό.
Και τόσο απλά, ανεξήγητο.
Είναι η αποτύπωση ενός λαβυρινθώδους εφιάλτη, η κινηματογράφηση των φοβιών ενός ανθρώπου, μιας γυναίκας, μιας ηθοποιού. Είναι η πραγματικότητα μέσα από την Τέχνη και η Τέχνη ως όνειρο. Ένα όνειρο που γίνεται εφιάλτης, μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη μιας κάμερας ή ενός ταραγμένου μυαλού. Είναι εικόνες που γίνονται αφορμή για νέες εικόνες, είναι στιγμές που γίνονται αφορμές για νέα όνειρα, είναι φόβοι που γίνονται αφορμή για αιματηρούς εφιάλτες.
Και για εμάς υπάρχει κρατημένη μια θέση στην απέναντι πλευρά, στα σκοτεινά καθίσματα. Μαζί με την πρωταγωνίστρια, βλέπουμε το όσα της (και μας) συμβαίνουν στο πανί. Και βιώνουμε την ένταση, σχεδόν όπως αυτή η ίδια, ή όπως η μοναχική θεατίς που την παρακολουθεί από το σπίτι της στην τελευταία σκηνή, και που τελικά γίνεται ένα με την ταινία που βλέπει. Ίσως κι εμείς, με τον ίδιο τρόπο, να έχουμε θέση σε αυτό τον εφιάλτη. Ή ίσως αυτή η ταινία να έχει θέση στους εφιάλτες και τα όνειρά μας.
Γιατί μπορεί οι εικόνες, οι μνήμες, οι φόβοι να είναι διαφορετικοί, όμως η άβυσσος είναι κοινή. Είναι ο εσωτερικός μας κόσμος, η ενδοχώρα. Και οι εικόνες μπορεί να διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο και ίσως να αποκωδικοποιούνται με διαφορετικό τρόπο στον καθένα, όμως υπάρχουν σε όλους μας.
Μια αυτοκρατορία εικόνων - η αυτοκρατορία της ενδοχώρας.
Inland Empire.
[ Κύριε Lynch, ευχαριστώ για αυτή την υποδοχή.]

Monday, April 30, 2007

Court metrage

[Μια ιστορια γελιου, για ταλεντα που πανε χαμενα]

Χτες βραδυ, παρακολουθωντας την τελετη ληξης του 2 CrashFest (φεστιβαλ φοιτητικων και σπουδαστικων ταινιων), μ'επιασε ενα παραπονο. Γιατι ολοι αυτοι και οχι εγω; Γιατι να μην εχω γυρισει κι εγω καμια ταινιουλα αφου τοσο τον αγαπαω τον κινηματογραφο, και επεσα κατευθειαν στις κριτικες;
Μετα απο συντομη περισυλλογη, συνειδητοποιησα σοκαρισμενη γιατι πηρα τοσο νωρις τον λαθος δρομο. Μα, αγαπητε εαυτε -συνειδητοποιησα θριαμβευτικα- αφου εχεις ηδη γυρισει μια μικρου μηκους ταινια! Μαλιστα! Κι ηταν μια μια εμπειρια τοσο συγκλονιστικη αλλα και ρεζιλευτικη που εχει απωθηθει απο το μυαλο μου, συγχρονως ομως συνεχιζει να με επηρεαζει βαθυτατα, βολταροντας ελευθερα στο υποσυνειδητο μου.
Η συλληψη και η πραγματοποιηση της ταινιας εγινε τη βραδια πριν φυγω για Θεσσαλονικη, πριν 2 περιπου χρονια. Ειχαμε μαζευτει η στενη παρεα και αφου μεθυσαμε επαρκως σε καποιο club, βρεθηκαμε αξημερωτα για λογους που αυτη τη στιγμη αγνοω σε μια πλατεια/παρκο στο Παλαιο Φαληρο. Για επισης αγνωστους λογους, μια απο τις κοπελες που ηταν στην παρεα ειχε μαζι της βιντεοκαμερα. Αφου ειπαμε (και καναμε) διαφορες βλακειες, καποιος (οχι δεν ημουν εγω που να χτυπιεστε) εριξε καπως την ιδεα να γυρισουμε ενα ταινιακι. Η ιδεα βρηκε αμεσως γονιμο εδαφος (ημαστε ολοι ψωναρες και εγω συγκεκριμενα wannabe σηνοθετις) και ετσι με προχειρες ιδεες απο εδω και απο εκει, αρχισε να δημιουργειται το υποτυπωδεστατο σεναριο (το οποιο, σας διαβεβαιω, παρεμεινε υποτυπωδες μεχρι το τελος).
Η κεντρικη ιδεα βασιστηκε σε μια αλλη φιλη, η οποια μολις ειχε περασει Ψυχολογια. Εκεινη θα ηταν η ψυχολογος μας και εμεις οι διαφοροι «τρελοι» χαρακτηρες. Το βασικο concept ηταν οτι εμεις θα της παρουσιαζαμε τα προβληματα μας κι αυτη θα εντοπιζε τη ριζα τους και θα μας βοηθουσε να τα ξεπερασουμε. Ο καθενας αρχισε να προτεινει προβληματα για τον εαυτο του και για τους αλλους, αξιοποιωντας το γυρω περιβαλλον, το οποιο μας ενεπνευσε σε πολλα θεματα (οπως π.χ. στη δημιουργια του δικου μου χαρακτηρα), αλλα και τις προσωπικοτητες των πρωταγωνιστων. Δεν εχω συγκρατησει δυστυχως ολα τα ονοματα και τους χαρακτηρες με ακριβεια (ειπαμε, η μνημη οταν δε θελει να θυμαται παιζει παραξενα παιχνιδια). Η μια παντως ηταν η Παρθενα Τσιμπουκη, μια θεουσα κυρια καθωσπρεπει και ηθικων αρχων, που στην πραγματικοτητα ηταν νυμφομανης. Ο αλλος ηταν ενας σκληρος αστυνομικος (Ταξιαρχος κατι λεγοταν) που στην πραγματικοτητα ερωτευοταν τα αναρχικα θυματα του. Ο τριτος ηταν ενας "αγαλματολαγνος" (!) (σημ. λεξη που δημιουργησαμε εκεινη τη στιγμη, για να περιγραψει καποιον που ..ερωτευεται αγαλματα), ο οποιος κατι μετα ειχε να κανει με τον αστυνομικο (στο τελος ερωτευτηκαν και εφυγαν αγκαλιασμενοι και ανεμελοι στην παραλια), η αλλη ηταν η Καρλοτα ντιΡαντα (ναι, αυτη ημουνα εγω) που ημουν.. "γητευτης δρακων" (μη γελατε, δεν εχει σχεση με εμενα, απλα ειχε κατι αγαλματα μοντερνας τεχνης εκει γυρω που εμοιαζαν με δρακους. Επισης, δε θα κουραστω να επαναλαμαβανω, ημασταν αρκουντως μεθυσμενοι) που στην πραγματικοτητα αγαπουσε τις γατουλες και φοβοταν τρομακτικα τα τερατα. Ηταν και μια ακομα κοπελα που ομως εχω ξεχασει εντελως τον χαρακτηρα που "υποδυοταν".
Καθομασταν που λετε ολοι οι τρελοι σε εναν κυκλο στα γρασιδια και η ψυχολογος με υπομονη ακουγε το προβλημα μας. Μετα ο καθενας με τη σειρα του εκανε μια αναπαρασταση στο χωρο, που αναδεικνυε το προβλημα του σε ολο του το μεγαλειο και σε καποια στιγμη ερχοταν η ψυχολογος, "παγωνε" την εικονα (δηλαδη εμεις σταματαγαμε να κουνιομαστε αλα "αγαλματακια ακουνητα"), εκανε ενα rewind (δηλαδη εμεις καναμε τις ιδιες κινησεις απο την αναποδη με τραγελαφικα προφανως αποτελεσματα), εντοπιζε το καιριο σημειο οπου μας δημιουργηθηκε το τραυμα και ω του θαυματος μας θεραπευε (μερος ομως του προβληματος μας το φορτωνοταν κι εκεινη -συμβολικα, της φορτωναμε ενα απο τα αξεσουαρ που φορουσαμε).
Τελικα γιατρευτηκαμε ολοι και τρελαθηκε εκεινη.
Φυσικα δεν θα μπορουσαμε να παραλειψουμε το soundtrack, το ημισυ του παντος για μια επιτυχημενη ταινια (δεν πιστευω να αμφιβαλλει κανεις οτι το αλλο ημισυ υπηρχε και με το παραπανω;;). Επειδη δεν διαθεταμε προηγμενα τεχνολογικα μεσα, η μουσικη επενδυση εγινε με ringtones απο το κινητο. Μιλαμε για υπερπαραγωγη.
Ο τιτλος του αριστουργηματος; "Η Νυχτα των Τρελων".

Τωρα που τα ξαναδιαβαζω, συνειδητοποιω γιατι εχω απωθησει απο τη μνημη μου αυτη την εμπειρια και γιατι το εριξα κατευθειαν στο θεωρητικο του κινηματογραφου. Το VHS (προηγμενα μεσα επαναλμβανω) της ταινιας βρισκεται ντουλαπιασμενο σε ενα σπιτι στο Π.Φαληρο (οχι στο δικο μου), ενω το αριστουργημα δεν το εχω δει ποτε ολοκληρωμενο σε οθονη (ή καλυτερα, στη μεγαλη οθονη που του αναλογει). Τωρα που το θυμηθηκα, οταν ξανακατεβω Αθηνα, θα απαιτησω το αντιτυπο που μου αναλογει (για να το στειλω στο επομενο CrashFest και να κερδισω καμια βιντεοκαμερα).
Οπως καταλαβατε, εχετε να κανετε με μια σταρ.

[Να παρει, και ειχα περασει για σοβαρο ατομο μεχρι τωρα.]

Friday, April 27, 2007

"De battre mon coeur s'est arrêté", του Jacques Audiard


Ένα θηρίο ανήμερο. Ματωμένες γροθιές, ανοιχτοί λογαριασμοί και «μαύρο χρήμα».
Κι ένα πιάνο. Μια σύνθεση του Bach, ξανά και ξανά, εξαντλητικά, κάθε μοναχικό βράδυ.
Τα ίδια ματωμένα δάχτυλα που με το φως της μέρας γρονθοκοπούν αλύπητα αθώους και διώχνουν ανθρώπους από τα σπίτια τους, είναι αυτά που κάθε βράδυ χαϊδεύουν απελευθερωμένα, σχεδόν ερωτικά τις νότες του παλιού πιάνου.
Κάθε βράδυ, αυτές οι λίγες ώρες πάνω από το πιάνο, είναι οι μόνες στιγμές γαλήνης που σιγά σιγά εξημερώνουν το άγριο, επιφανειακά αναίσθητο θηρίο. Οι μόνες ώρες που o Τομά καταφέρνει να ξεφεύγει από τον πιεστικό πατέρα του, που τον βυθίζει κάθε μέρα πιο βαθιά στον βούρκο, και τους «φίλους» και συνεργάτες του που τον τραβάνε καθημερινά όλο και πιο βίαια στα σκοτάδια της παρανομίας.
Είναι εκείνες οι στιγμές που ο ηλεκτρονικός βόμβος που τραντάζει ολημερίς τα αυτιά του μέσα από τα ακουστικά, μετατρέπεται σε πραγματική μουσική μέσα του.
Μια μελωδία, ένα μοναδικό φως στο σκοτάδι που έχει βυθιστεί.
Μια μελωδία, ξανά και ξανά, μέχρι να την τελειοποίησει, μέχρι την μεγάλη οντισιον, μέχρι αυτός να τρελαθεί, μέχρι το μέτρο της να συγχρονιστεί με τους χτύπους της καρδιάς του και τότε αυτή, πάνω στην κορύφωση, να σταματήσει, να τον απελευθερώσει.
Μια μελωδία που θα τον κάνει να βρει τον εαυτό του και να κατανοήσει γιατί η μουσική είναι η αυτή που μπορεί να εξημερώσει και τα πιο άγρια θηρία: Γιατί είναι η μόνη που τα εξημερώνει χωρίς να τα κλείνει σε κλουβιά, μα φέρνοντας γαλήνη στην ψυχή τους.

[Η ταινία γυρισμένη το 2005, κυκλοφορεί σε DVD με τίτλο "Ο χτύπος που έχασε η καρδιά μου"]

Monday, April 23, 2007

Poppy Fields Forever

Μακαρι ολες οι μερες μου να ειναι τοσο γεματες οσο το σαββατοκυριακο που περασε.
Στιγμες, ανθρωποι, συναισθηματα, δραστηριοτητες.
Και στο τελος, ενα ηλιολουστο ταξιδι με το τραινο, αναμεσα σε λιβαδια με παπαρουνες.
Ευτυχια!

Πως το λεει καπου ο Brel;

"Je pars aux fleurs la paix dans l'âme.."

Friday, April 20, 2007

Εδω κι Εκει











Σημερα θα'θελα να πω πολλα.
Τα καλα ξεχειλιζουν
και τα κακα με πνιγουν,
φυσικα στο τελος της μερας μου εχουν μεινει μονο τα αρνητικα
γιατι ηλιθιωδως επιμενω να κανω το ιδια λαθη
και, το χειροτερο, προσποιουμαι οτι δεν με πειραζουν.
Δεν πειραζει.
Το θεμα μου αποψε ας ειναι το "εκει" που εγινε πια "εδω".

Και για ενα σαββατοκυριακο παλι εδω (δηλαδη εκει..).


[οι φωτογραφιες, κατα σειρα: Απογευμα στο ΠορτοΧελι, Ηλιοβασιλεμα στο Θερμαικο, Ξημερωμα στη Νορβηγια, Απογευμα στην Ναυαρινου, Νυχτα στη Φιλοθεη, Ηλιοβασιλεμα στην Αλεξανδρας, Τρενα στον Κεραμεικο, Βραδυ στο Λευκο Πυργο, Νυχτα στην Αριστοτελους, Μεσημερι στην Πνυκα]

Wednesday, April 18, 2007

"Ο Δαιμονιστης", του Αυγουστου Κορτω

Δαιμονίστηκα απνευστί. Και εν μια νυκτί.
Ναι, ένας δαιμονιστής κατάφερε να εισδύσει μέσα μου, όχι όμως με τον τρόπο που περιγράφει στο νέο του βιβλίο ο Αύγουστος Κορτώ. Ο δικός μου δαιμονιστής ξεπήδησε μέσα από τις σελίδες του βιβλίου και βούτηξε μέσα στην ψυχή μου. Και συνυπάρχοντας μαζί της, την τριβελίζει εδώ και κάμποσες μέρες.

Στην τραχειά και νοσηρή επιφάνεια του βιβλίου αυτού, θα μπορούσε να πει κανείς οτι, εν ολίγοις, σκιαγραφείται με αδρές γραμμές η ομοφυλόφιλη Αθήνα και ο σκοτεινός λαβύρινθος της διαδικτυακής επικοινωνίας. Μέσα όμως στη δαιμονισμένη του ψυχή, αυτό το βιβλίο κρύβει πολλά περισσότερα. Πίσω και μέσα από τις σκληρές και συχνά διεστραμμένες περιγραφές, όπου το ανθρώπινο σώμα εξευτελίζεται σε ακραίο βαθμό και κατακρεουργείται, κρύβεται το πραγματικό, το ουσιαστικό βασανιστήριο -το βασανιστήριο της ψυχής.
Διαχωρίζοντας ιδιοφυώς ψυχή και σώμα -με το εύρημα της ύπαρξης των άψυχων «δαιμονιστών» που περιφέρονται ατέρμονα από σώμα σε σώμα διαμέσου της επαφής- ο συγγραφέας καταφέρνει να κοιτάξει βαθιά μέσα στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής, με τον πιο ιδιόμορφο τρόπο: επικεντρώνοντας στο α-ψυχο σώμα. Τα δαιμονισμένα, άψυχα κορμιά που παρελαύνουν ως χαρακτήρες στις σελίδες του βιβλίου, υποβάλλουν τους εαυτούς τους σε κάθε είδους ακρότητα, προεχόντως σωματική, μιας και δεν φοβούνται την παροδική, επιφανειακή φθορά του σώματος. Δεν τους αφορά. Το κορμί τους είναι απλά ένας μανδύας που περικλύει τη δαιμονισμένη τους ψυχή και που όταν αυτό φθαρεί ή τους κουράσει, θα το εγκαταλείψουν. Έτσι το υποβάλλουν σε κάθε είδους δοκιμασία χωρίς οίκτο. Και έτσι, ενώ επιφανειακά εξετάζονται τα όρια της ανθρώπινης αντοχής, τα όρια του σώματος, αυτά που τελικά εξερευνώνται -με συγκλονιστική καθαρότητα-, είναι τα όρια της ψυχής. Αυτής της αβύσσου, αυτής της κόλασης και μαζί και παραδείσου.
Απογυμνωμένη από την ανάγκη του σώματος, αλλά ταυτόχρονα συνυφασμένη και με αυτό, η ψυχή των δαιμονιστών φτάνει στα άκρα, εξερευνώντας έτσι και τα δικά μας όρια. Αδηφάγος και ακόρεστη -σεξουαλικά- η ψυχή των δαιμονιστών, αχόρταγη και παμφάγος η δική μας ψυχή -σε κάθε τομέα. Μόνο που εμείς κρύβουμε αυτή την άβυσσο, ο καθένας προσεκτικά και με τον τρόπο του, για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε, για να μπορέσουμε συνυπάρξουμε με τους άλλους. Κάθε μέρα της ζωής μας προσποιούμαστε πως δεν υπάρχει αυτή η άβυσσος, πως δε μας αφορά, πως είμαστε μόνο μια ανέφελη επιφάνεια. Και διάγουμε, συνήθως, ευτυχώς. Όσο μάλιστα μεγαλύτερη η άγνοια και η προσποίηση, τόσο μεγαλύτερη και η ευτυχία. Όμως οι δαιμονιστές, πλάσματα άχρονα και αιώνια, που περιφέρονταν στον κόσμο απο πάντα και για πάντα, δεν μπορούν να μεταμφιέζουν πια αυτήν την νοσηρή άβυσσο σε συμβατική ευτυχία. Απαιτούν το παν, απαιτούν να δουν τα άκρα και να βουτήξουν στην άβυσσο, κι ας ξέρουν πως θα βυθιστούν σενα σκοτεινό δρόμο χωρίς γυρισμό.
Και ο Κορτώ, σαν δαιμονιστής και αυτός, βούτηξε σαυτή την άβυσσο, την αποτύπωσε στις σελίδες του βιβλίου του και μας την αφήνει έκθετη, για να τη δούμε κι εμείς. Κι αν έχουμε το θάρρος, να τη συγκρίνουμε με τη δική μας..

[το βιβλιο κυκλοφορει απο τις εκδοσεις Καστανιωτης]

Saturday, April 14, 2007

Αυλαια

[Πολλες παραστασεις αυτη τη χρονια, θα ερθουν κι αλλες πιθανως. Σημερα μια συντομη αναφορα σ'οσες μου κινησαν το ενδιαφερον μεχρι τωρα, με ανακατη σειρα (πολλες απο τις παραστασεις εχουν ηδη κατεβει)]


Δαφνις & Χλοη, ταξιδι αναψυχης: ενα ταξιδι στην παιδικοτητα και τον αυτοσχεδιασμο, ενας υμνος στην παιδικοτητα και τη.. μωρια, χρηισμοποιωντας τα πρωτογενη υλικα του θεατρου. Ενα ιδιοφυες παιχνιδι που προσωπικα με παρεσυρε. (θεατρο Πορεια)

GoΛFΩ version 2.3 beta: Ποιμενικο ειδυλλιο και γιαπωνεζικα manga, ενας συνδυασμος εκρηκτικος -και που ευκολα γινεται γελοιος. Ομως στο πιο επιτυχημενο θεατρικο πειραμα της χρονιας, στο αγαπημενο Bios, βγηκε μια παρασταση απολαυστικη, πρωτοτυπη και ιδιαιτερη, με απολυτο σεβασμο στο πνευμα της αγαπητης βοσκοπουλας (με το κειμενο απο το πρωτοτυπο).

Οι αγριοι (ή ο αντρας με τα θλιμμενα ματια): Ενας συνδυασμος απο Dogville και Χανεκε, ενα συγχρονο εργο ιδιαιτερο σε μια εξαιρετικα καλοστημενη παρασταση με καταπληκτικες ερμηνειες (τι να πει κανεις για Ξαφη, Σαουλιδου, Σαμαρα; la creme de la creme!) στον Εξωστη του Αμορε. Αδηφαγα πλασματα με αγαθα προσωπεια σε μια πανεξυπνη και σκληρη αλληγορια πανω στην αλλοτριωση (κοινωνικη και προσωπικη).

Νοσφερατου Διδοντικους: Μαυρη, δαιμονικη, βρικολακιασμενη κωμωδια που μας ταξιδευει στα Καρπαθια για μια επισκεψη στον πυργο του αγαπητου Κομη. Αλλη μια παρασταση με ταπεινα υλικα, μα με υπεροχο αποτελεσμα. Αυτος ο Νοσφερατου ας το ρουφηξει το αιμα μας! (θεατρο της Ανοιξης)

Τσινετσιτα: Ενα σινεφιλικο ανεκδοτοτο, καθε μια σκηνη "κατι σου θυμιζει", καθε φραση και σκηνη απο μια αναφορα. Ενας κλεφτης ποδηλατων συναντα την Καμπιρια και ζητα να ζησει μια Dolce Vita -μα η Via Venetto ειναι τοσο μακρια απο τη Via Garibaldi.. Δυο πορνες θα αναζητησουν τη δοξα της τσινετσιτα και εμεις ακολουθωντας τες θα βουτηξουμε στη νοσταλγια ενος cinema paradiso. (θεατρο Αλικη)

Ενα ονειρο (κατα το ονειρο Θερινης Νυχτας): Ο personal favourite Μαστορακης εφτιαξε με υλικο ονειρων μια συγχρονη διασκευη του διαχρονικου εργου του Σεξπηρ. Δεν εχω πολλα να πω: ενα ονειρο! (στο υπογειο του Θεατρου Τεχνης).

Επτα Λογικες Απαντησεις: Καμια απαντηση. Μονο ερωτησεις. Λογικες ή παραλογες, μας βομβαριζουν σαν γροθιες στο στομαχι. Η συγχρονη ελληνικη δραματουργια στα καλυτερα της.(Απλο θεατρο)

Ερρικος ο Δ': Αν και κατα τη γνωμη μου ηταν μια παρασταση πολυ "επεξηγηματικη" και διδακτικη, δεν μπορω να μην υποκλιθω στα σκηνικα και τα κοστουμια του Διονυση Φωτοπουλου, αλλα και στην ιδιοφυια του αγαπημενου μου Πιραντελλο.

Πολυ κακο και τιποτα: Μια ακροβασια του Ρηγου αναμεσα σε κλασικα αποσπματα απο κειμενα του Σεξπηρ και στην exrtavagant κιτσερελα, με συγχρονο soundtrack και χορογραφιες. Υπηρχαν στιγμες που η παρασταση απογειωνονταν και στιγμες που γινοταν υπερβολικη χωρις λογο. Η μοναχικη χορογραφια ομως του Hope there's someone του σπαρακτικου Antony καθως και η χορογραφια τελους, μου καρφωθηκαν κατευθειαν στην καρδια.

(δεν θυμαμαι αλλα προς στιγμην, ομως σιγουρα κατι ξεχναω. Πιθανον να επανελθω με update)

Friday, April 6, 2007

Σπαραγματα πολης

Ενα μαυρο Agila, βολτες σε ολη την πολη.
Ειναι σχεδον αστειο, το ενα ποδι εδω, το αλλο εκει, και τα δυο να δειχνουν να πατουν σταθερα, αλλα τελικα τρεκλιζω. Ένας "εξαίσιος ίλιγγος".
Δεν ειναι οτι δεν κατεβαινω συχνα. Ισα ισα, φιλοι μου "επανω" με κοροιδευουν, οτι δεν εχω αγαπησει αρκετα τη συμπρωτευουσα.
Αλλα δεν ειναι αυτο. Κατεβαινα για συγκεκριμενους λογους καθε φορα. Για ανθρωπους που ειναι εδω. Καθε φορα με συγκεκριμενο σκοπο, συγκερκιμενο προορισμο. Ενα θεατρο, μια συναντηση, μια συναυλια, ενα καλεσμα, παντα για κατι. Αλλα ποτε για την ιδια την πολη.
Αυτη τη φορα, για τις πασχαλινες διακοπες, εκανα ενα απροσμενο δωρο στον εαυτο μου. Φαινεται το ειχα υποσυνειδητα αναγκη. Ξαναγνωρισα την πολη μου.
Και εβάλα στη θεση τους πολλα κομματια απο ενα παζλ πολυ μπερδεμενο.
Σκηνη πρωτη, Σαββατο βραδυ, στο μαυρο Agila απο το σταθμο κατευθειαν στο πρωτο αγπημενο "Β" της Αθηνας. Κινηση, φωνες δυνατη μουσικη απο τα παραθυρα, απορημενα βλεμματα απο τα διπλανα αμαξια.
Η αγαπημενη μου πρωινη διαδρομη, η Σταδιου, η Πανεπιστημιου και μετα πανω στα στενα- Κολωνακι και Λυκαβητο. Το βραδυ ειναι πιο ωραια, φωτισμενα τα μεγαλεπηβολα κτιρια (παντα θα το αγαπω αυτο το λαθος μου). Πρωινα ραντεβου εξω απο το Ιντεαλ. Το γυαλινο τζαμι στη Βασιλισσης Σοφιας και Πανεπιστημιου και οι ανθρωποι κατω σαν μυρμηγκια.
Ας κατηφορισουμε παλι, στην Ομονοια. Την αγαπαω και χαλασμενη.
Στην Πειραιως, κολλημενοι, φωνες, "Γκολφωωωω" και γελια.
Σκηνη Δευτερη, με αλλο αυτοκινητο, και αλλη διαδρομη. Αλλη διαθεση. "Γνωρισε μου την Αθηνα", οπως παλια. "Αχ, κοιτα, ο Κεραμεικος ειναι διπλα στο Βιος" "Οχι, γλυκο μου. Το Βιοs ειναι διπλα στον Κεραμεικο".
Πισω στο Θησειο, στην Ηρακλειδων. Η παλια γειτονια στην Καλλισθενους, χαμενη.
Ολα ενωνονται και εντυπωσιαζομαι ξανα.
Τα κομματια του παζλ δεν ειναι πια χωρισμενα.
Στην τριτη σκηνη, στο Κολωνακι με τα σφιγμενα ξινα προσωπα. Μεσα μου η ψυχη μου γελαει με την ξινιλα τους. Λυνονται πολλα προσωπα -ενα μειδιαμα προς το μερος μου. Γελαω απο μεσα μου. Μ ε τον εαυτο μου αυτη τη φορα. "Σε εσενα χαμογελουν, γιατι τους ξερεις. Μην προσποιεισαι πως δεν ανηκες ποτε εδω". Μα δεν ανηκα.
Βολτες στα Εξαρχεια, συνθηματα στους τοιχους, ο Σκουφιας και το Καφετι. Δεν μπορω να παω μονη μου, παντα θα χανομαι. Ε αφου ειπαμε, ξενη στην πολη μου. "Δεν τα φοβαμαι πια τα Εξαρχεια το βραδυ", οπως τοτε. Γελαω παλι με τις σκεψεις μου.
Το επομενο καρε στην ηλιολουστη Πνυκα. Στον διπλα βραχο, οχι σε αυτον που πανε οι πολλοι. Ηρεμια. Σκεψεις. Ποιον κοροιδευουμε; Γελια, ποιες σκεψεις;
Η Αρεοπαγειτου συνεχιζει, και ομως.
Και φτανει, που; Ναι, δεν το μαντεψα, στον Κεραμεικο.
Η Πλακα για τους τουριστες. Ή αυτους που αισθανονται τουριστες στην πολη τους.
Εχει κι αλλα, πολλα. Η Κολοκοτρωνη και το δευτερο "Β" της πολης. Ωραια ηταν πριν το ανακαλυψουν ολοι, ωραια και τωρα που εχει γινει σημειο συναντησης.
Πανω κατω στον ιδιο δρομο, γυρω γυρω το ιδιο τετραγωνο, σαν να ειναι ολα ιδια. Ψαχνουμε για θεση. Μαλλον για στιγμες ψαχνουμε.
Ειναι ωραια να ξανα ανακαλυπτεις την πολη σου. Και να αναγνωριζεις σε αυτη τις διαφορες εποχες σου. Στα μικρα κομματια της, που τελικα ενωνονται, σαν τα κομματια ενος παζλ.

Κριμα που δεν μπορω απο εδω που ειμαι να σας ανεβασω φωτογραφιες, να σας δειξω τις μικρες γωνιες που τοσο καιρο δεν εβλεπα.
Αλλα δεν πειραζει, ολοι εχετε τις δικες σας.

[πολλες ανακαλυψεις αυτο το Πασχα. Εφυγα τωρα απο την Αθηνα μου, σταματησα τις "μεγαλες" ανακαλυψεις και εδω που ειμαι κανω αλλες. Κριμα που αυτες ειναι θλιβερες. Θελω να γυρισω πισω]

Monday, April 2, 2007

"La Mome" (La Vie en Rose), του Olivier Dahan

«Allez, venez, Milord!
Vous asseoir à ma table;
Il fait si froid, dehors,
Ici c'est confortable.
(..)
Allez, venez, Milord!
Vous avez l'air d'un môme!
(..)
Eh ben, voyons, Milord!
Souriez-moi, Milord!...
Mieux qu' ça! Un p'tit effort...
Voilà, c'est ça!
Allez, riez, Milord!
Allez, chantez, Milord!
La-la-la...
Mais oui, dansez, Milord!»

Ένας καμβάς άδειος. Και ριπές χρωμάτων: Πινελιές σκούρες, σκοτεινές.
Γκρίζες αποχρώσεις από τα παιδικά χρόνια της εγκατάλειψης, καφετιές στιγμές από το χώμα των δρόμων που τραγουδούσε για να επιβιώσει, σταχτί σαν τους καπνούς που την έπνιγαν στα υπόγεια πορνεία που πρωτοξεκίνησε, βαθύ, σκούρο κόκκινο σαν το αίμα που έχανε μέρα με τη μέρα ο φιλάσθενος οργανισμός της και βέβαια μαύρο -το μαύρο του πόνου, της δυστυχίας, της κραυγής μιας διαλυμένης καρδιάς.
Και η ένωση όλων αυτών;
Ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο.
Voilà le portrait d’ Edith Piaf, sans retouche..

Με αδρές γραμμές, ο σκηνοθέτης συνθέτει αυτό τον ιδιόμορφο πίνακα, αξιοποιώντας μεμονωμένα επεισόδια από τη ζωή της γαλλίδας τραγουδίστριας, χωρίς να χρησιμοποιεί ευθεία χρονική αφήγηση: το πινέλο τρέχει σε κάθε γωνιά του πίνακα, σε διάφορες στιγμές της ζωής της. Δεν πρόκειται για μια κλασική βιογραφία, δεν είναι μια απλή ταινία τεκμηρίωσης που περιγράφει τη ζωή της Πιαφ –είναι ένα έργο τέχνης που ζωγραφίζει με τις νότες των τραγουδιών της τον πίνακα της ζωής της.
Μιας ζωής πολυτάραχης, αν και σχετικά σύντομης. Ένα φιλάσθενο «σπουργιτάκι» (Piaf, στα γαλλικά σπουργίτι) που μόλις άνοιγε τα φτερά της στη σκηνή μεταμορφωνόταν κυριολεκτικά, παρασέρνοντας με την τόσο ιδιαίτερη φωνή της το κοινό, που δεν μπορούσε να διανοηθεί πως πίσω από αυτή τη συγκλονιστική παρουσία κρυβόταν ένας αδύναμος οργανισμός, που στεκόταν μετά βίας όρθιος με ενέσεις και αλκοολ, και μια πληγωμένη κοπέλα, που είχε δεχτεί απανωτά τα χτυπήματα της μοίρας και όμως συνέχιζε να χαμογελά, να μη μετανιώνει για τίποτε και να πιστεύει με πάθος στον έρωτα και σε μια vie en rose..

"Quand il me prend dans ses bras
Il me parle tout bas,
Je vois la vie en rose.

Il me dit des mots d'amour,
Des mots de tous les jours,
Et ca me fait quelque chose.
Il est entre dans mon coeur
Une part de bonheur
Dont je connais la cause.
C'est lui pour moi, moi pour lui
Dans la vie,
Il me l'a dit, l'a jure pour la vie.
Et des que je l'apercois
Alors je sens en moi
Mon coeur qui bat

Des nuits d'amour a ne plus en finir
Un grand bonheur qui prend sa place
Des enuis des chagrins, des phases
Heureux, heureux a en mourir"

Ίσως είναι οι αναμνήσεις από τα παιδικά τραγούδια, ίσως το γεγονός οτι το είδα με τον άνθρωπο που μου έμαθε την Πιαφ και την αγαπάει όσο τίποτε, ίσως είναι η ερμηνεία της Κοτιγιαρ.. Ίσως είναι όλα αυτά. Όταν πάντως μαύρισε η οθόνη, με τα δάκρυα στα μάτια, έκανα να χειροκροτήσω, κι ας μην ακολούθησε κανείς.
Γιατί ένιωθα σαν να ήμουν σε εκείνη την τελευταία της εμφάνιση στο Olympia, και την άκουγα να τραγουδά με τη φωνή να βγαίνει από τα βάθη της ψυχής της..

«Non, Rien De Rien,
Non, Je Ne Regrette Rien
Ni Le Bien Qu'on M'a Fait, Ni Le Mal
Tout Ca M'est Bien Egal

Non, Rien De Rien,
Non, Je Ne Regrette Rien
C'est Paye, Balaye, Oublie,
Je Me Fous Du Passe
Avec Mes Souvenirs
J'ai Allume Le Feu
Mes Shagrins, Mes Plaisirs,
Je N'ai Plus Besoin D'eux
Balaye Les Amours
Avec Leurs Tremolos
Balaye Pour Toujours
Je Reparas A Zero

Non, Rien De Rien,
Non, Je Ne Regrette Rien
Ni Le Bien Qu'on M'a Fait,
Ni Le Mal
Tout Ca M'est Bien Egal

Non, Rien De Rien,
Non, Je Ne Regrette Rien
Car Ma Vie, Car Me Joies
Aujourd'hui Ca Commence Avec Toi»

[οι στίχοι, από τα κομμάτια Milord, Je ne regrette rien, La vie en rose]

Sunday, March 25, 2007

Έντεκα πράγματα που αγαπώ στη Θεσσαλονίκη την περίοδο των κινηματογραφικών Φεστιβαλ

  1. Η επιστροφή από την παραλία μετά τις μεταμεσονύχτιες προβολές στις αποθήκες.
  2. Τα καθίσματα στην αίθουσα Παύλος Ζάννας. Αγαπώ να τα μισώ (μεγάλο πιάσιμο, σχεδόν προτιμώ να κάθομαι κάτω!..).
  3. Οι συζητήσεις με τους δημιουργούς των έργων μετά το τέλος της προβολής και οι προβοκατόρικες ερωτήσεις κάποιων θεατών.
  4. Η μυρωδιά από τον Τερκενλή που μοιάζει ακόμα πιο έντονη (κι όμως, γίνεται!) όταν βγαίνεις από το Ολύμπιον έχοντας παρακολουθήσει ένα τρίωρο ή τετράωρο έργο..
  5. Οι άνθρωποι κάθε.. είδους και ηλικίας που μελετούν με εμβρίθεια το πρόγραμμα του Φεστιβαλ στα λεωφορεία και στα καφέ. Νιώθω συνένοχη σε μια υπέροχη συνωμοσία.
  6. Ο εξώστης στο Ολύμπιον.
  7. Τα barακια γεμάτα από χαρούμενες φετσιβαλόφατσες που ξεδίνουν. (Αυτός απέναντι που χορεύει ξέφρενα τις eightίλες καθόταν στην απογευματινή προβολή στο διπλανό κάθισμα παρακολουθώντας με ειλικρινή αφοσίωση ένα ντοκυμαντερ για τυφλά παιδιά στην Ινδία που βρήκαν το δρόμο του Θεού).
  8. Οι συναυλίες (call me «παράλληλες εκδηλώσεις»).
  9. Η διαδρομή Αριστοτέλους-Αποθήκες (-Βακούρα-Μουσείο) τρέχοντας για να προλάβω επόμενη προβολή στο υπερφορτωμένο πρόγραμμα. Αντί να με κουράζει, μου δίνει ενέργεια για την επόμενη προβολή.
  10. Η αριστερή πλευρά στο Ολύμπιον, που όσο γεμάτη κι αν είναι η αίθουσα, πάντα βρίσκω μια άδεια θέση για να κάτσω.
  11. Οι αγαπημένοι «τουρίστες με τις διαπιστεύσεις» (σκηνοθέτες, press κ.λπ.) που ανεβοκατεβάινουν χαμογελαστοί την Τσιμισκή και ζητάνε οδηγίες για να βρούνε τους δρόμους.

*bonus: τα καλά παιδιά που δουλεύουν στο Φεστιβαλ και αφήνουν τους σινεφιλ φοιτητές να μπαίνουν τζάμπα [και να κάθονται στους διαδρόμους-μην παίρνουμε και τις θέσεις των ανθρώπων:)))]

[το concept της εντεκάδας είναι προφανώς εμπνευσμένο από τον no1 λιστολόγο της ελληνικής μπλογκοσφαιρας, τον enteka]

Tuesday, March 20, 2007

"The Fountain", του Darren Arοnofsky

Είναι κάποια σημεία οριακά που δεν μπορούμε να τα αγγίξουμε. Η θνητότητά μας μας το απαγορεύει. Και στεκόμαστε μπροστά τους με φόβο και δέος, αδύναμοι να τα αντιμετωπίσουμε: Ο έρωτας και ο θάνατος. Η σχηματοποίηση του απόλυτου και η αδυναμία του ανθρώπου να το κατανοήσει, να το αποδεχτεί και να το ξεπεράσει. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο άνθρωπος δεν μπορεί κατά τη συνήθη τακτική του να εκλογικεύσει, να αρχίσει τις υπεκφυγές.
Πρέπει απλά να βιώσει. Απόλυτα. Τον έρωτα ή το θάνατο. Ή και τα δύο μαζί. Να βιώσει το απόλυτο, αλλά και να είναι έτοιμος ανα πάσα στιγμή να αποδεχτεί την απώλειά του. Όπως γίνεται συνήθως. Μια λογική πορεία: Η αγάπη, η φθορά της και ο θάνατος (της). Και η αποδοχή του τέλους.

Υπάρχουν όμως φορές που το βίωμα γίνεται τόσο έντονο, που οι άνθρωποι δεν μπορούν να αποδεχτούν το τέλος. Και θέλουν να κάνουν οι ίδιοι το επόμενο βήμα, να φτάσουν προς το απόλυτο. Και να αποτρέψουν το αναπόφευκτο.
«Ο θάνατος είναι αρρώστια, όπως κάθε άλλη. Και υπάρχει γιατρειά. Και θα την βρω».
Ποιά είναι η γιατρειά αυτής της αρρώστιας; Μπορεί να είναι η αγάπη; Ξεφεύγει κάτι απο το θάνατο; Μπορεί η αγάπη να ξεφύγει από το θάνατο; Και, ακόμα περισσότερο, είναι αυτή που μπορεί να τον νικήσει;
Ίσως όχι σε αυτή τη ζωή. Ίσως οχι στην προηγούμενη, ίσως όχι στην επόμενη. Αλλά σε όλες μαζί, μπορεί. Αν είναι δυνατή, μπορεί να αντέξει στο διηνεκές, να ξεπεράσει το χώρο και το χρόνο και να ζήσει για πάντα, στην ψυχή αυτών που δεν μπορούν να την αφήσουν να φύγει. Θα ζει για πάντα, σε ένα χαραγμενο δαχτυλίδι, σε μια ανάμνηση, σε ένα σπασμένο κοντυλογράφο. Θα ζει για πάντα, σε ένα μισοτελειωμένο βιβλίο, που το τέλος του καλούμαστε να γράψουμε εμείς.
«Τελείωσέ το».
Η προσταγή σε εμάς απευθύνεται. Δική μας είναι εντέλει η επιλογή. Ο Αρονόφσκι μας έδειξε απλά το δρόμο για την «Πηγή της Ζωής». Εμείς όμως είμαστε αυτοί που θα επιλέξουμε αν θα βουτήξουμε ή όχι στα νερά της.
Μια βουτιά προς το θάνατο του σώματος. Αλλά, ίσως, και προς την αθανασία της ψυχής.

Wednesday, March 14, 2007

Μια μεγάλη απόδραση, με τον Κ. Βήτα..

Όταν δημιουργούνταν οι ΣτερεοΝοβα, εγω ακόμα τραγουδούσα το "αχ κουνελάκι κουνελάκι"..
Όταν διαλύονταν οι ΣτερεοΝοβα, εγώ άκουγα Backstreet Βoys..
Όταν ο Κωνσταντίνος Βήτα έβγαζε τον πρώτο του δίσκο, πρωτομάθαινα πως οι ΣτερεοΝοβα ήταν μουσικό συγκρότημα-και δεν είχαν καμία σχέση με την αστρική έκρηξη σουπερνόβα..
Όταν ο Κ. Βητα έβγαλε το CD Transformations με πειραματισμούς πάνω στη μουσική του Χατζηδάκι, έκανα την πρώτη προσπάθεια να συγχρονιστώ μαζί του. Σιγά σιγά.
Όταν όλη η Ελλάδα τον ανακάλυπτε με το υπέροχο "2", εγώ προσπαθούσα να αφομοιώσω την "Άγρια Χλόη" και τα πρώτα Cd των ΣτερεοΝοβα.

Όταν τον είδα το Σάββατο το βράδυ live στην Πάτρα, συνειδητοποίησα πως μια ζωή είχα πολύ λάθος timing οσον αφορά στη μουσική του. Και αποφάσισα πως είναι επιτέλους καιρός να καλύψω οριστικά το χαμένο χρόνο..



«Όταν κοιμάσαι
γίνεσαι παιδί, χαρταετός, παλίρροια,
ταξιδιάρικο πουλί.
Μπορείς να καθορίσεις
τη ζωή με τη σκανδάλη
να πατήσεις σαν τσιγάρο,
ένα παραπάνω.
Μπορείς να πας όπου θες
να βρεις ελευθερία
να πετάξεις τα λεφτά σου σε μια μεγάλη πλατεία.

Εσύ έφυγες
Εγώ είχα μείνει εκεί
Μέχρι που έσπασε το χρώμα
Και ήρθε το πρωί..»




«..Γιατί υπάρχει ένας κόσμος
που δεν καταλαβαίνει
πως καταντάει μια επιθυμία που μένει κρυμμένη
Γιατί στην ουσία μισούν τον εαυτό τους
κι αυτά που κάνουν
αυτά που μέσα τους ποθούν
και τα καταδικάζουν.
Από παιδί αναρωτιόμουν
ποιος έχει τη δύναμη
αυτός που χτυπάει ή αυτός που πονάει;»




«..Σε χτυπάνε και νομίζεις πως χτυπιέσαι όταν χορεύεις
γύρνα και χτύπα τους με όλα αυτά που εσύ πιστεύεις
αυτή είναι μια αιτία να μπορείς να γελάς
ή απλά κάποιοι στίχοι να μπορείς να τραγουδάς
δες την ψυχή μου, είναι τόσο πεινασμένη
σα μια τίγρη που είναι στο κλουβί κλεισμένη
κοίταξε, η ζωή μάς ανήκει
δε θα χαθούμε γιατί ένας δρόμος ανοίγει
έι, σε σένα μιλάω, δείξε μας το πιο καλό σου σημάδι
κι έλα μαζί μου γιατί είναι Σάββατο βράδυ
Σάββατο βράδυ, Σάββατο βράδυ, Σάββατο βράδυ..»




«Η φύση μου είναι να είμαι ένα τίποτα
να γυρνάω
να πηδάω
να είμαι καλά με όλους
κι αν δεν είμαι,
να το ξεχνάω.
Έτσι σπατάλησα
και σπαταλήθηκα
σ'όσους μ'αγάπησαν
φέρθηκα ανήθικα..»



"Μια μεγάλη απόδραση με τον Ήτα-Βήτα / για μεγάλους κλέφτες σαν τον Κ.Βήτα..."


-----------
[Οι (όχι και τόσο επιτυχημένες, ομολογουμένως) φωτογραφίες, τραβηγμένες με το κινητό στη διάρκεια της συναυλίας. Ο
ι στίχοι, από τα τραγούδια "3 Υποθέσεις", "Το Παιχνίδι της Εξουσίας", Προάστια", "Γκάου Μπίου" και "Εξώστης", όλα σε στίχους Κ.Βήτα]

Saturday, March 10, 2007

"300", του Zack Snyder

«Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία·»

Αν πατε να δειτε τους περιφημους «300» του Λεωνιδα σε καποια αιθουσα του σινεμα, το πρωτο που θα προτεινα να κανετε, ειναι να βγαλετε απο το μυαλο σας την παραπανω λιτη, λακωνικη οπτικη του Καβαφη για τους Σπαρτιατες.
Γιατι σε αυτη την ταινια ολα, κατα τη γνωμη μου, ειναι θεμα οπτικης.
Αυτοι οι "300" λοιπον ειναι αποτελεσμα καθαρης μυθοπλασιας. Ειναι αποτελεσμα της οργιωδους και σκοτεινης φαντασιας του κομιστα Φρανκ Μιλερ, ο οποιος πηρε το θρυλο που ακολουθει την ιστορια των ηρωικων 300 (οπως τον.. διαδωσαμε εμεις) και τον ανεπλασε μεσα στη φαντασια του –αυθαιρετα, οπως αναπλαθει βεβαια παντα η φαντασια. Ετσι,με αφορμη αυτο το γεγονος και εκκινωντας απο το απλουστευτικο σχημα: Σπαρτιατες-ανηλεεις πολεμικες μηχανες/Περσες-μυστηριες, αγνωστες πολεμικες φυλες απο το βαθη της Ανατολης, ο Μιλερ αφησε την φαντασια του να οργιασει. Κυριολεκτικα. Και να πλασει φιγουρες περιεργες, ιδιομορφες, υπερβολικες –και φυσικα, εξωιστορικες. Προφανως λοιπον η ταινια δεν αποζητα δαφνες ιστορικης ακριβειας. Δεν προσποιειται καν κατι τετοιο. Δεν προσπαθει να το παιξει επικη ταινια του τυπου «χιτωνας-σανδαλι», κανοντας δηθεν ακριβη ιστορικη-αρχαιολογικη αναπαρασταση μιας εποχης, κατι που ειναι ολοφανερο απο την υπερβολικη και εξωπραγματικη αισθητικη της.
Προσωπικα, αυτη η ιδιοτυπη αλα Sin City αισθητικη με γοητευσε, ενω οι σκοτεινες, μουντες αποχρωσεις με τις κοκκινες ριπες εδωσαν ενα στιγμα επικο που δυσκολα βρισκω σε αλλες ταινιες του ειδους. Δεν μπαινω καν στην διαδικασια να σχολιασω το ιστορικο της περιεχομενο και να ψαξω και αναλυσω "πολιτικα" τις υπαρκτες ανακριβειες και υπερβολες, αφου θεωρω πως δεν εγκειται εκει η ουσια της συγκεκριμενης ταινιας (που αλλωστε, επαναλαμβανω, δεν προσποιειται καν οτι ειναι «ιστορικη»).
Αν παντως θελετε να νιωσετε πιο σιγουροι, ας εχετε προχειρο και ενα βιβλιο ιστοριας (οχι της ΣΤ’ δημοτικου παντως!) στην επιστροφη απο τον κινηματογραφο, για να δειτε πως αληθινα εγιναν το γεγονοτα στις.. Hotgates. Ως τοτε ομως, ας το εχετε στο μυαλο σας: η ταινια αξιζει ως εικαστικη προταση. Αυτην απορριψτε ή ενθουσιαστειτε μαζι της. Ή αδιαφορηστε. De gustibus et coloribus non disputandum est.
Αλλα, παρακαλω, οχι αλλα κολληματα περι ιστορικοτητας. Γιατι, αν ηταν ετσι, ο Αχμαντινετζαντ θα επρεπε μονο και μονο για την αλα «Elizabeth-Taylor-Cleopatra/David-Bowie-στα-πιο-gay-του» εμφανιση του Ξερξη, να εχει ηδη στειλει συστημενο πυρηνικο μανιταρακι(δεν το εχει και σε τιποτα απ'ο,τι φαινεται) στο σπιτι του Μιλερ, για.. προσβολη της Ιρανικης ιστοριας!! Αλλα η ταινια δεν παραδισει μαθηματα ιστοριας. Και το παραδεχεται τοσο εξοφθαλμα, που καταληγει να ειναι ακινδυνη, ακομα και γι'αυτους που αγνοουν το ιστορικο γεγονος.

[UPDATE! Χμμ.. Ανησυχητικα επιδραστικο το μπλογκινγκ, οπως φαινεται εδω.
Ελπιζω να μη με διαβαζει και ο ιδιος ο Αχμαντινετζαντ και εχουμε τρεχαματα!]

Thursday, March 1, 2007

Let the sunshine in...

Όταν άνοιξα τα μάτια μου μετά τη βροχερή νύχτα, είδα το φως του ήλιου να περνάει μέσα από τις γρίλιες.
Χαμογέλασα ασυναίσθητα. Μια νέα μέρα ξεκινάει με λιακάδα.
Ποιός μπορεί να είναι καλύτερος οιωνός;

Μόνο όταν ξεκινάει η εβδομάδα με λιακάδα.
Δευτέρες με Λιακάδα..



Γιατί όχι και μια Τετάρτη με λιακάδα;
Κατηφορίζοντας, συναντάω τους Sunshine Boys και τη Little Miss Sunshine αραγμένους στην πλατεία. Να ψάχνουν για μια θέση στον ήλιο..



..Τους γνέφω, μα δεν με παρατηρούν. Και συνεχίζω τη βόλτα μου χαμογελώντας. Mε ηλιόλουστες σκέψεις.

"Έτσι συχνά όταν μιλω για τον ήλιο
Μπερδεύεται στη γλώσσα μου ενα
μεγάλο τριαντάφυλλο κατακόκκινο
αλλά δε μου είναι βολετό να σωπάσω".





Ακόμα κι όταν συναντάω τους άλλους, οι ηλιόλουστες σκέψεις δεν με αφήνουν να παρακολουθήσω τη συζήτηση. Αλλά δεν με πειράζει. Εγώ είμαι που δεν τις αφήνω να φύγουν.

Γιατί θέλω να κρατήσω την αιώνια λιακάδα στο μυαλό μου.


"How happy is the blameless vestal's lot! /
The world forgetting, by the world forgot /
Eternal sunshine of the spotless mind! /
Each pray'r accepted, and each wish resign'd".



The Eternal Sunshine Of My Spotted Mind..

[οι στίχοι, "'Ηλιος ο Πρώτος", Ο. Ελύτης
και "Eloisa to Abelard", του Α. Pope - Ολόκληρο το ποίημα εδώ,

poster από τις ταινίες "Los Lunes al Sol" και "Little miss Sunshine",
φωτογραφίες, ο Λευκός Πύργος και στη Νίκαια της Γαλλίας]
*updated!*

Saturday, February 24, 2007

"United 93", του Paul Greengrass

Διαβάζοντας τους τίτλους τέλους, χωρίς να έχω μετακινηθεί ούτε εκατοστό από τη θέση μου -νομίζω δεν είχα πάρει καν αναπνοή- έβλεπα τα γράμματα να πέφτουν: «As himself», μου υπενθύμιζαν, δίπλα σε πολλά ονόματα. Όχι, δεν ήταν διάσημα cameos που έριχναν λίγη από τη λάμψη τους σε αυτή την σκληρή και δυσπεπτη ταινία. Ήταν οι άνθρωποι που τα έζησαν, που συμμετείχαν σ’αυτά τα γεγονότα.
Δεν χρειάζονταν οι τίτλοι για να μου το υπενθυμίσουν. Ούτε να διαβάσω για άλλη μια φορά την ανεστραμμένη ημερομηνία 9/11 στα γράμματα του τέλους. Γιατί κάθε δευτερόλεπτο που την παρακολουθούσα, ήξερα πως αναφέρεται σε κάτι πραγματικό. Και το επαναλάμβανα στον εαυτό μου, μήπως και το συνηθίσει.
Απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες, μαύρα κουτιά, πλάνα ειδήσεων.
Και εγω για άλλη μια φορά στην απέναντι πλευρά της οθόνης να κοιτάω με ανοιχτό το στόμα. Και να μην το πιστεύω. Για άλλη μια φορά.
Όπως εκείνο το μεσημέρι, που τρώγοντας το μεσημεριανό μου μπροστά στην τηλεόραση, έβλεπα τους συγκεχυμένους και τρομοκρατημένους τίτλους να περνάνε μπορστά στην οθόνη μαζί με πρωτόγνωρες εικόνες που, μαζί με τα δράματα που ακολούθησαν (και εξακολουθούν), λίγο καιρό αργότερα θα γίνονταν αυτονόητο μέρος της συλλογικής μνήμης: Σα να γεννηθήκαμε έχοντας αυτές τις εικόνες σφηνωμένες στο μυαλό μας. Έχοντας αυτή την αντίληψη για τον κόσμο. Σαν να μην υπήρχε ο κόσμος πριν.
Έχουν περάσει 6 χρόνια. Πολύ μικρό διάστημα για να γυρίσεις πίσω και να μπορέσεις να δεις κάτι τέτοιο αντικειμενικά. Ήδη έχουν πέσει πολλοί στην παγίδα. Γιατί δεν είναι μόνο το ίδιο το γεγονός. Είναι η οπτική. Είναι η ίδια η αντίληψη μας για τον κόσμο. Mετά από εκείνη την ημέρα -και δεν είναι απλά μια φράση κλισε-, βλέπουμε τα πάντα διαφορετικά. Σχεδόν μανιχαϊστικά. Οι μεν δαιμονοποιούν τους δε, σαν να ήταν από πάντα έτσι, σαν να υπήρχε μια προαιώνια διαμάχη Καλού και Κακού.
Ο Greengrass δεν το έκανε. Γύρισε στο σημείο μηδέν, σε εκείνη τη μέρα που ο κόσμος άριχσε να βλέπει τα πάντα διαφορετικά και τον κοίταξε όπως πριν. Σαν να συμβαίνουν τα πάντα για πρώτη φορά μπροστά στην κάμερά του, σαν ντοκυμανταιρ: Πλήρως αποδραματοποιημένη, χωρίς μουσική υπόκρουση, η κάμερά του παρακολουθεί σαν εξωτερικός παρατηρητής. Σαν να μην ξέρουμε τι πρόκειται να συμβεί. Όπως τότε, όπως πριν. Οι Άραβες δεν αντιμετωπίζονται καχύποπτα, σαν υποψήφιοι τρομοκράτες στο αερδρόμιο, ούτε από τους συνεπιβάτες τους. Η αεροπειρατεία και η τρομοκρατία μοιάζουν έννοιες πρωτόγνωρες στο κέντρο ελέγχου.
Υπάρχει ακόμα μια «προτρομοκρατική αθωότητα» που πλεον δεν μπορούμε ούτε καν να διανοηθούμε. Και ο Greengrass, μόλις μια 5ετία μετά, το καταφέρνει. Διαλέγει τον άσημο δευτεραγωνιστή, το τραγικό United 93 που δεν έφτασε στο στόχο του, και διηγείται όλη την ιστορία από εξωτερική σκοπιά. Σε μια εποχή προπαγάνδας και τρομολαγνείας εκατέρωθεν, ο Greengrass προσπαθεί να ελαχιστοποιήσει τις μεγαλοστομίες και να απογυμνώσει μια αλήθεια, με όσα κομμάτια του παζλ μπόρεσε να περισυλλέξει κάτω από τα συντρίμια του United 93.

«Μαμά να ξέρεις ότι σε αγαπάω. Αντίο».
Όταν ακούς αυτή τη φράση στη διάρκεια μιας ταινίας, ευελπιστείς αρχικά πως το τέλος θα είναι διαφορετικό. Πως ο σκηνοθέτης με λίγη τραγική ειρωνία θα φέρει τελικά τη λύτρωση. Ή πως τουλάχιστον σε προετοιμάζει κάπως για το τραγικό τέλος. Και βγάζεις τα χαρτομάντηλα. Και δακρύζεις.
Όταν όμως γνωρίζεις ποιό θα είναι το τέλος, σωπαίνεις. Και όταν γνωρίζεις πως αυτό συνέβη πραγματικά, κλαις. Χωρίς να προλάβεις να πάρεις χαρτομάντηλα.
Γιατί παρακολυθείς το United 93 στην τελευταία του πτήση.

Θάνατος στη Βενετία

Τί κοινό μπορεί να έχουν ο Tomas Mann, o Luchino Visconti και οι Στερεο Νοβα;



"..κι από τον εξώστη εκείνο βλέπω την ίδια ταινία, κάθε καλοκαίρι το "Θάνατο στη Βενετία".."



Μια πόλη. Ένα ιδανικό.
Και το θάνατο.

Η απόλυτη ομορφιά που σε πνίγει.




"Αυτός που προσπαθεί να πετύχει το Εξαιρετικό, λαχταρά να ξεκουραστεί στο Τέλειο. Και δεν είναι άραγε το Τίποτα μια μορφή του Τέλειου;"




[Tomas Mann, "Death in Venice".
Οι φωτογραφιες, καρε από την ομώνυμη ταινία του Luchino Visconti.
Οι στίχοι, ΣτερεοΝοβα, "Εξώστης"]

Wednesday, February 21, 2007

5 x 2 (The Game)

[ευχαριστω για την προσκληση, ιδου "2 ou 3 choses que je sais d'elle " -αντε 5:]

1.Amarcord (ή Das Parfum): Oι πρώτες μου θολές αναμνήσεις είναι από τον ένα χρόνο που έζησα μικρή στο Βέλγιο. Όλα θολά -το μόνο που θυμάμαι ολοκάθαρα είναι το άρωμα της "κακιάς δασκάλας" (στριμμένη και με μισούσε επειδή δεν μπορούσα να μιλήσω γαλλικά), που μόνο που το μύριζα, έκλαιγα. Ακόμα και σήμερα, όταν μυρίζω αυτό το άρωμα, νιώθω ένα σφίξιμο στο στομάχι.

2.La science des reves (ή Insomnia): Αποφεύγω να βλέπω θριλερ γιατί φοβάμαι πως μετά θα μείνω ξάγρυπνη από τις τρομαχτικές σκέψεις ή θα βλέπω εφιάλτες, σχετικούς με αυτά που είδα στην ταινία. Κάτι που βέβαια συμβαίνει τελικά σπανιότατα.

3.Death in Venice (ή Μαύρη Γάτα, Άσπρος Γάτος): Παρόλο που λάτρεψα την Βενετία όταν την επισκέφτηκα, στο μυαλό μου δεν την έχω συνδυάσει παρά με ένα γεγονός: το θάνατο του γατούλη μου. Ενώ περιφερόμασταν χαρωποί και αμέριμνοι σαν κλασικοί τουρίστες στην πιατσα Σαν Μαρκο, εγώ μάθαινα απο το τηλέφωνο πως τον πάτησε αυτοκίνητο. Πρέπει να υπάρχω κάπου δακρυσμένη ως φόντο στη φωτογραφία κάποιου εύθυμου Γιαπωνέζου τουρίστα..

4.Everyone says i love you (ή Great Expectations): Φοβάμαι να εκφράζω στους γύρω μου πόσο πολύ τους συμπαθώ, όταν τους θεωρώ συμπαθητικούς, και να λεω στους αγαπημένους μου οτι τους αγαπάω. Δεν ξέρω γιατί..

5. La pianiste (ή Prova d'orchestra): Έκανα πιάνο για 12 χρόνια. Από τότε που σταμάτησα (2 χρόνια τώρα), το έχω πιάσει μόνο τρεις-τεσσερις φορές. Μόνο σε στιγμές μεγάλου άγχους ή θλίψης.

*Mon Oncle (ή Les vacances de mr Hulot): O θείος μου, μου θυμίζει πάρα πολύ τον mr Hulot. Και συχνά έρχεται και μαζί μας διακοπές. . (δεν κάνω λογοπαίγνιο!)


[οι περισσότεροι που ήθελα να προτείνω για τη συνέχεια, έχουν ήδη προταθεί, οπότε..έχουν ξεμείνει λιγότερες σκυτάλες. ας συνεχίσουν, αν είναι παιγνιώδεις τύποι: identitycafe, titan53, etalon, just thinking]