[Φταίει που η πρόσκληση είναι του εκλεκτού και αγαπημένου etalon που δεν μπορώ να του αρνηθώ τίποτα. Επειδή όμως εδώ είναι κατά βάση κινηματογραφικό το περιβάλλον, παραλλάσσω λίγο τους "κανόνες".
7+1 στιγμές του 2007, μέσα από τις ταινίες που αυτές συνδυάστηκαν, για όποιο λόγο, μέσα στο μυαλό μου. Τις ταινίες, παλιές ή καινούργιες, τις γνωρίζετε. Τις στιγμές, τις κρατάω για μένα, αφήνοντάς σας μια μικρή γεύση]
1. [La Μome] Γιατί κάποιες αναμνήσεις είναι ακόμα πιο όμορφες όταν αποκτούν σάρκα και οστά. Ο χρόνος ίσως να είναι διαφορετικός, αλλά όσο παράξενο κι αν ακούγεται, το συναίσθημα μπορεί να μοιάζει πολύ..
2. [Inland Empire] Κάποιοι ερωτεύονται εύκολα, κάποιοι πιο δύσκολα. Υπάρχουν κάποιες φορές που βρίσκεις, νομίζεις, κάτι πολύ κοντά σ'αυτό που εσύ ονομάζεις τέλειο. Τότε ακόμα και ο παρανοϊκός κόσμος του Lynch μπορεί να μοιάσει ρομαντικός..
3. [The Apartement] Για έναν άνθρωπο που νόμιζε (ήλπιζε) πως θα αργήσει αρκετά να αφήσει την οικογενειακή εστία, οι μετακομίσεις πάντα μοιάζουν σκληρές. Άλλο αν οι μετακινήσεις, προκύπτουν, εκ των υστέρων, σε καλό.
4. [The Boondock Saints] Πράγματι, δεν την ήξερα την ταινία, όπως έλεγε η πρόβλεψη. Την έμαθα κι αυτή, όπως και κάτι άλλο. Μάλλον πιο σημαντικό. Και υπόσχομαι να δω και την ταινία μες στο 2008..
5. [It's a Wonderful Life] Γιατί οικογένεια, όπου κι αν βρίσκονται διασκορπισμένα τα μέλη της, δεν είναι τίποτε άλλο από τεσσερα ζευγάρια κάλτσες που προεξέχουν από την κουβέρτα στον καναπέ και τέσσερα ζευγάρια μάτια που δακρύζουν (κρυφά πάντα από τα υπόλοιπα) οταν ο χρεοκοπημένος George Bailey συνειδητοποιεί την υπέροχη ζωή του.
6. [Das Leben Der Anderen] Γιατί κάποιες φορές, δεν μας χρειάζονται οι ιαχές και οι αλαλαγμοί χαράς. Τουλάχιστον σε εμένα αρκεί αυτό το μικρό νεύμα και καταλαβαίνω την αποδοχή, όταν την έχω ανάγκη -από αυτούς, κυρίως, που το έχω ανάγκη.
7. [Little Miss Sunshine] Γιατί οι καλοκαιρινές διακοπές εκτός από ξενύχτια και μεθύσια και άλλα τέτοια (πράγματι) όμορφα, είναι να ξυπνάω από τον ήλιο που αφήνω να περάσει ανάμεσα από τα δάχτυλά μου και να με τυφλώνει.
+1. [Τhe Fountain] Γιατί οι εκπλήξεις έρχονται όταν πραγματικά δεν τις περιμένεις. Και το τέλος (που τόσο φοβάσαι μα κατά βάθος αποζητάς) δεν έρχεται τότε ειδικά που το περιμένεις μοιρολατρικά..
Tuesday, January 15, 2008
Friday, January 11, 2008
"The Assassination Of Jesse James By The Coward Robert Ford", του Andrew Dominik

Η ιστορία, πράγματι, εξαντλείται σε μια φράση: Ο ατρόμητος, θρυλικός παράνομος Τζέσε θα δολοφονηθεί από τον δειλό Ρόμπερτ Φορντ, μέλος της συμμορίας του. Πώς όμως αποτυπώνεται αυτή η ιστορία στο πανί και πώς κλιμακώνεται η ένταση από την αρχή μέχρι την προεξαναγγελθείσα δολοφονία;
Μια διήγηση μέσα από εικόνες και βλέμματα. Μια διαδρομή μοναχική, μέσα από ωκεανούς από σταχυα, μέσα από θολές εικόνες, σε μια Δύση που είναι άγρια λόγω της λιτότητας και της υπόγειας έντασής της κι όχι λόγω των εκκωφαντικών πυροβολισμών. Ο Τζέσε εκεί είναι ένας θρύλος όχι μόνο γιατί σκορπά τον θάνατο αλλά γιατί καλλιεργεί τον φόβο. Κι ο Ρόμπερτ Φορντ έχει μεγαλώσει με τον θρύλο αυτό. Με το δικό του είδωλο της εποχής. Τον θαυμάζει, τον ζηλεύει, τον φθονεί.
"Θέλεις να γίνεις όπως εγώ, ή θέλεις να γίνεις εγώ", τον ρωτά κάποια στιγμή ο Τζέσε, που γνωρίζει -όπως πάντα- από την αρχή τι ακριβώς πρόκειται να ακολουθήσει. Που, όπως ακριβώς καλλιεργεί το φόβο, καλλιεργεί εντελώς συνειδητά και το φθόνο. Και προετοιμάζει το έδαφος για το τέλος του. Αργά, συστηματικά και υπόκωφα ανοίγει το δρόμο για μια λυτρωτική τελικά δολοφονία από τον μικρό και ασήμαντο (μα πάντως συνειδητά επιλεγμένο), τον καταπιεσμένο, τον παραμελημένο κι ελαφρώς παράφρονα Μπομπ Φορντ που ζει για να ταυτιστεί με το είδωλό του. Που ζει για να κάνει το εγώ του Τζεσε δικό του εγώ. Και τη στιγμή που θα νιώσει πως το καταφέρνει (τη στιγμή ακριβώς που ο Τζεσε του έχει δώσει τη δυνατότητα να το πιστέψει), θα σηκώσει το όπλο εναντίον του σε μια προδιαγεγραμμένη δολοφονία - αυτοκτονία. Και που βέβαια, δε θα του δώσει πίσω τίποτα από αυτά που ήλπιζε.
Το στιγμαία σταθερό του χέρι θα αρχίσει και πάλι να τρέμει, η στιγμιαία λάμψη στο βλέμμα του θα σβήσει άμεσα και θα επανάλθει το θολό και απλανές της ανυπαρξίας και, φυσικά, η ιστορία δε θα είναι λιγοτερο αμείλικτη: Ο δειλός Ρόμπερτ Φορντ δολοφόνησε τον ηρωικό Τζέσε Τζειμς. Κι αυτή είναι η πιο σκληρή τιμωρία.
Μια διήγηση μέσα από εικόνες και βλέμματα. Μια διαδρομή μοναχική, μέσα από ωκεανούς από σταχυα, μέσα από θολές εικόνες, σε μια Δύση που είναι άγρια λόγω της λιτότητας και της υπόγειας έντασής της κι όχι λόγω των εκκωφαντικών πυροβολισμών. Ο Τζέσε εκεί είναι ένας θρύλος όχι μόνο γιατί σκορπά τον θάνατο αλλά γιατί καλλιεργεί τον φόβο. Κι ο Ρόμπερτ Φορντ έχει μεγαλώσει με τον θρύλο αυτό. Με το δικό του είδωλο της εποχής. Τον θαυμάζει, τον ζηλεύει, τον φθονεί.
"Θέλεις να γίνεις όπως εγώ, ή θέλεις να γίνεις εγώ", τον ρωτά κάποια στιγμή ο Τζέσε, που γνωρίζει -όπως πάντα- από την αρχή τι ακριβώς πρόκειται να ακολουθήσει. Που, όπως ακριβώς καλλιεργεί το φόβο, καλλιεργεί εντελώς συνειδητά και το φθόνο. Και προετοιμάζει το έδαφος για το τέλος του. Αργά, συστηματικά και υπόκωφα ανοίγει το δρόμο για μια λυτρωτική τελικά δολοφονία από τον μικρό και ασήμαντο (μα πάντως συνειδητά επιλεγμένο), τον καταπιεσμένο, τον παραμελημένο κι ελαφρώς παράφρονα Μπομπ Φορντ που ζει για να ταυτιστεί με το είδωλό του. Που ζει για να κάνει το εγώ του Τζεσε δικό του εγώ. Και τη στιγμή που θα νιώσει πως το καταφέρνει (τη στιγμή ακριβώς που ο Τζεσε του έχει δώσει τη δυνατότητα να το πιστέψει), θα σηκώσει το όπλο εναντίον του σε μια προδιαγεγραμμένη δολοφονία - αυτοκτονία. Και που βέβαια, δε θα του δώσει πίσω τίποτα από αυτά που ήλπιζε.
Το στιγμαία σταθερό του χέρι θα αρχίσει και πάλι να τρέμει, η στιγμιαία λάμψη στο βλέμμα του θα σβήσει άμεσα και θα επανάλθει το θολό και απλανές της ανυπαρξίας και, φυσικά, η ιστορία δε θα είναι λιγοτερο αμείλικτη: Ο δειλός Ρόμπερτ Φορντ δολοφόνησε τον ηρωικό Τζέσε Τζειμς. Κι αυτή είναι η πιο σκληρή τιμωρία.
[Καλή χρονιά σε όλους!
To κείμενο, με μικρές διαφοροποιήσεις, είχε γραφτεί την περίοδο του φεστιβάλ για το sevenfilmgallery.
Σε λιγότερο από 15 μέρες θα τα λέμε στα γαλλικά πλέον.
Καλή χρονιά και πάλι με ωραίες εικόνες και στιγμές!!]
To κείμενο, με μικρές διαφοροποιήσεις, είχε γραφτεί την περίοδο του φεστιβάλ για το sevenfilmgallery.
Σε λιγότερο από 15 μέρες θα τα λέμε στα γαλλικά πλέον.
Καλή χρονιά και πάλι με ωραίες εικόνες και στιγμές!!]
Friday, December 21, 2007
"My Blueberry Nights", του Wong Kar Wai

H Ελίζαμπεθ, ένας χωρισμός κι ένα ταξίδι ενδοσκόπησης χωρίς προορισμό, γεμάτο καπνούς, αλκοόλ και έρωτες μισούς.
Ένα ταξίδι ενάντια στο χρόνο που μας κάνει να ξεχνάμε, αλλά και μέσα στο χρόνο τον πανδαμάτορα, που γιατρεύει όλες τις πληγές.
Ταξιδι χωρίς σκοπό, σε μέρες φορτισμένες αλλά και ανέμελες και σε νύχτες με γεύση πότε στυφή και πότε γλυκιά. Στο δρόμο της θα συναντήσει έναν ιδιόμορφο καφεστιάτορα, τον Τζέρεμυ, έναν καθωσπρέπει καταπιεσμένο αλκοολικό με διαλυμένη καρδιά και μια νεαρή αλλαφροϊσκιωτη κοπέλα εθισμένη στον τζόγο. Μια διαδρομή ανάμεσα σε ανθρώπους, συναισθήματα, εθισμούς.
Ταξιδι χωρίς σκοπό, σε μέρες φορτισμένες αλλά και ανέμελες και σε νύχτες με γεύση πότε στυφή και πότε γλυκιά. Στο δρόμο της θα συναντήσει έναν ιδιόμορφο καφεστιάτορα, τον Τζέρεμυ, έναν καθωσπρέπει καταπιεσμένο αλκοολικό με διαλυμένη καρδιά και μια νεαρή αλλαφροϊσκιωτη κοπέλα εθισμένη στον τζόγο. Μια διαδρομή ανάμεσα σε ανθρώπους, συναισθήματα, εθισμούς.
Άλλωσε και ο έρωτας τι άλλο είναι από εθισμός; Και οι σχέσεις τι άλλο από κράματα συναισθημάτων, διαθέσεων, ανασφαλειών;
Σ’ ένα τέτοιο αλληγορικό ταξίδι μας παίρνει γι’ ακόμα μια φορά ο ιδιοφυής Γουόνγκ Καρ Γουάι. Ο άνθρωπος που μας έβαλε στο «Chunking Express» και μας οδήγησε στο δωμάτιο «2046», ο άνθρωπος που πότισε τις οθόνες και τις καρδιές μας με «Ερωτική Επιθυμία». Αυτός ο δημιουργός που λατρεύει σχεδόν φετιχιστικά την εικόνα, που εξυμνεί υπόκωφα τον έρωτα, που δημιουργεί σύμπαντα τόσο αβάσταχτα μα και συνάμα τόσο βαθιά ερωτικά, που ζωγραφίζει με κάδρα και αποχρώσεις απαράμιλλης ομορφιάς.
Σ’ ένα τέτοιο αλληγορικό ταξίδι μας παίρνει γι’ ακόμα μια φορά ο ιδιοφυής Γουόνγκ Καρ Γουάι. Ο άνθρωπος που μας έβαλε στο «Chunking Express» και μας οδήγησε στο δωμάτιο «2046», ο άνθρωπος που πότισε τις οθόνες και τις καρδιές μας με «Ερωτική Επιθυμία». Αυτός ο δημιουργός που λατρεύει σχεδόν φετιχιστικά την εικόνα, που εξυμνεί υπόκωφα τον έρωτα, που δημιουργεί σύμπαντα τόσο αβάσταχτα μα και συνάμα τόσο βαθιά ερωτικά, που ζωγραφίζει με κάδρα και αποχρώσεις απαράμιλλης ομορφιάς.
Πορτοκαλοπράσινες αποχρώσεις που υπνωτίζουν, καδραρίσματα που προκαλούν το βλέμμα, αργή κίνηση της κάμερας που χορεύει γλυκά με την καρδιά.
Η ιστορία; Αυτή συνήθως, δεν έχει σημασία.
Αυτό όμως που έχει σημασία είναι το συναίσθημα. Αυτό το ιδιαίτερο συναίσθημα που δίνει ζωή στις εικόνες, που σε κάνει να βυθίζεσαι σ’ αυτό το ιδιόμορφο, ξεχωριστό σύμπαν που κάθε φορά δημιουργεί ο Καρ Γουάι. Και που εδώ, δυστυχώς, για πρώτη φορά, λείπει.
Για πρώτη φορά, ένιωσα θεατής και όχι συμμέτοχη σε αυτό που έβλεπα. Για πρώτη φορά, ένιωσα πως αυτό το προκλητικό, το κάθε φορά δικό μου σύμπαν δεν με καλούσε να βυθιστώ μέσα του γιατί του ήμουν, κατά κάποιο τρόπο, ξένη.
Ίσως έφταιγε η μεταφορά στον ανοιχτό χώρο, στην αχανή αμερικανική ενδοχώρα που δεν μπορούν εύκολα να κλειστούν τα συναισθήματα που πότιζαν τόσο ερωτικά τους τοίχους και τις ταπετσαρίες στα χαμηλά, στενά σπιτάκια του Χονγκ Κόνγκ του '60. Ίσως έφταιγε η μετατόπιση του βάρους από το κάδρο και τα πράγματα, στα πρόσωπα των γνωστών ηθοποιών. Δεν ξέρω.
Για πρώτη φορά, ένιωσα θεατής και όχι συμμέτοχη σε αυτό που έβλεπα. Για πρώτη φορά, ένιωσα πως αυτό το προκλητικό, το κάθε φορά δικό μου σύμπαν δεν με καλούσε να βυθιστώ μέσα του γιατί του ήμουν, κατά κάποιο τρόπο, ξένη.
Ίσως έφταιγε η μεταφορά στον ανοιχτό χώρο, στην αχανή αμερικανική ενδοχώρα που δεν μπορούν εύκολα να κλειστούν τα συναισθήματα που πότιζαν τόσο ερωτικά τους τοίχους και τις ταπετσαρίες στα χαμηλά, στενά σπιτάκια του Χονγκ Κόνγκ του '60. Ίσως έφταιγε η μετατόπιση του βάρους από το κάδρο και τα πράγματα, στα πρόσωπα των γνωστών ηθοποιών. Δεν ξέρω.
Για πρώτη όμως φορά, ένιωσα ξένη στο ολοδικό μου σύμπαν των εμμονών, όπου άλλες φορές τα πράγματα, οι γωνιές, τα δρομάκια και τα χαμηλά φώτα αποκτούσαν ζωή και με καλούσαν συνωμοτικά να νιώσω τον έρωτα, την επιθυμία, το ανεκπληρωτο πάθος, την κρυφη ομορφιά της λεπτομερειας. Βγήκα από την αίθουσα μετέωρη, με μια περίεργη γεύση του ανολοκλήρωτου στον ουρανίσκο.
Ένας μήνας μετά, εκατομμύρια στιγμές και εικόνες μετά, κι όμως υπάρχουν ακόμα στιγμές και σκηνές που επίμονα με ακολουθούν -με ξυπνούν τα πρωινά και με νανουρίζουν κάποια βράδια.. Περίεργο. Απογοητευμένη λοιπόν, αλλά και συνάμα γοητευμένη χωρίς να το καταλάβω, περιμένω τη δεύτερη θέαση.
Sunday, December 2, 2007
"Lust, Caution", του Ανγκ Λι
Στην κατεχόμενη από τους Ιάπωνες Κίνα του ‘40, όπου περιορίζονται οι αντιδράσεις και συνθλίβονται τα συναισθήματα, υποβόσκει μια συγκεκαλυμένη ένταση -όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε περίπτωση κατάκτησης και κατοχής. Εξουσία και υποταγή. Ο κυρίαρχος που προσπαθεί να καταπνίξει τον πόθο -για ελευθερία, για συναίσθημα, για οτιδήποτε-, και αυτός που υπόγεια φουντώνει ψάχνοντας να βρει διέξοδο. Και συνήθως τη βρίσκει: στην αντίσταση, που με τη σειρά της θα φέρει την καταστολή. Ένα ακόμα δίπολο έντασης και πάθους, που δίνει την ευκαιρία στον πνιχτό πόθο να ξεχυθεί και να πλημμυρίσει τα πάντα, πνίγοντας με τη σειρά του αυτούς που θέλησαν να τον καταστείλουν.
Ο πόθος μπορεί να υποδηλώνει αγάπη, μίσος, έρωτα, φόβο, απέχθεια ή έλξη. Δεν έχει όμως σημασία τί είναι αυτό που κρύβει. Σημασία έχει τί είναι αυτό που αφήνει να διαφανεί. Τη στιγμή του πάθους αποκαλύπτονται όλα αυτά που πασχίζει να κρύψει η λογική. Πέρα από σκοπιμότητες, σχέδια και σκέψεις, υπάρχουν κάποιες στιγμές που ο πόθος ξεσκεπάζει τα πάντα. Με καταστροφικά, συχνά, αποτελέσματα και για τις δύο πλευρές.
Μια νεαρή αντιστασιακή φοιτήτρια κι ένας στρατηγός συνεργαζόμενος με τις δυνάμεις κατοχής. Μια νεαρή άβγαλτη ηθοποιός και ο έμπειρος σκηνοθέτης του ειδυλλίου τους. Ένα σχέδιο εξόντωσης και ένα μέσο εκτόνωσης. Προσποίηση και δεύτερες σκέψεις εκατέρωθεν, μέχρι που τα σώματά τους ενώνονται και ο πόθος συσκοτίζει τα πάντα. Οι ρόλοι δε θ’αλλάξουν, μα η ένταση θα αποκαλύψει πτυχές που πιθανόν να έπρεπε να έχουν μείνει ανέπαφες..
Ο πόθος απαιτεί την προσοχή σας.
Ο πόθος μπορεί να υποδηλώνει αγάπη, μίσος, έρωτα, φόβο, απέχθεια ή έλξη. Δεν έχει όμως σημασία τί είναι αυτό που κρύβει. Σημασία έχει τί είναι αυτό που αφήνει να διαφανεί. Τη στιγμή του πάθους αποκαλύπτονται όλα αυτά που πασχίζει να κρύψει η λογική. Πέρα από σκοπιμότητες, σχέδια και σκέψεις, υπάρχουν κάποιες στιγμές που ο πόθος ξεσκεπάζει τα πάντα. Με καταστροφικά, συχνά, αποτελέσματα και για τις δύο πλευρές.
Μια νεαρή αντιστασιακή φοιτήτρια κι ένας στρατηγός συνεργαζόμενος με τις δυνάμεις κατοχής. Μια νεαρή άβγαλτη ηθοποιός και ο έμπειρος σκηνοθέτης του ειδυλλίου τους. Ένα σχέδιο εξόντωσης και ένα μέσο εκτόνωσης. Προσποίηση και δεύτερες σκέψεις εκατέρωθεν, μέχρι που τα σώματά τους ενώνονται και ο πόθος συσκοτίζει τα πάντα. Οι ρόλοι δε θ’αλλάξουν, μα η ένταση θα αποκαλύψει πτυχές που πιθανόν να έπρεπε να έχουν μείνει ανέπαφες..
Ο πόθος απαιτεί την προσοχή σας.
Monday, November 26, 2007
Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου, κινηματογραφόφιλου εν Θεσσαλονίκη, 2007 μ.Χ.
[Αφού τέλειωσε αυτή η υπέροχη βδομάδα, έρχεται ένας άλλος λόγος για να πανηγυρίσουμε. Έχω επιτέλους σύνδεση internet στο σπίτι. Είναι σχεδόν συγκινητικό]




Το σπίτι μοιάζει βομβαρδισμένο από επέλαση ακατάστατων σινεφίλ (και μιας ακατάστατης οικοδέσποινας). Έφυγαν και οι τελευταίοι την Παρασκευή, αλλά το σπίτι ακόμα στην ίδια κατάσταση. Προγράμματα πεταμένα από εδώ και από εκεί, εικόνες ατάκτα πεταμένες μέσα στο μυαλό μου, στο πάτωμα και στον καναπέ. Το κεφάλι μου πρώτη μέρα μετά από μια βδομάδα συνεχόμενων ξενυχτιών και ατελείωτου τρεξίματος πονάει και ο λαιμός μου είναι ξερός. Και ο πυρετός ξανανέβηκε. Έχει και συννεφιά έξω, νιώθω μελαγχολικά. Όλη η Θεσσαλονικη δείχνει διαφορετική, ζαλισμένη μα γουργουρίζει ευτυχισμένη. Το χαμόγελο είναι ακόμα ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μου. Να γιατί:
Παρασκευή 16/11
Πρωί πρωί με το αδιάφορο μελό του Zeki Demirkubuz "Πεπρωμένο" που θύμιζε ανησυχητικά πολύ Φώσκολο στις μαύρες του. Κάπου ανάμεσα εξαφανίζεται το πορτοφόλι μου και μια όμορφη περιπέτεια στις αστυνομίες και τις δημόσιες υπηρεσίες ξεκινά. Το βράδυ τελετή έναρξης. Ενθουσιασμός, μα φρικτή οργάνωση, πολύς κόσμος, στήσιμο στη βροχή (πρώτη επαφή με την πνευμονία), άχρηστα λόγια. Απολαυστική η παρακολούθηση μετά σχολίων. "My Blueberry Nights" από τον Γουονγκ Καρ Γουαι. Πανέμορφες για ακόμα μια φορά εικόνες μα γεύση στυφή. Δεν ένοιωσα την ερωτική επιθυμία που τόσα χρόνια μας είχε μάθει ο λατρεμένος δημιουργός και ένοιωσα ξένη σε ένα σύμπαν που κάθε φορά με καλούσε προκλητικά να βυθιστώ μέσα του.
Σάββατο 17/11
Αποθήκες, κόσμος και κακό, το φεστιβάλ βρίσκει τους ρυθμούς του. Ξεκινάει η μέρα με την "11η ώρα" ένα διδακτικό (και ολίγον δασκαλίστικο) ντοκυμαντερ για την οικολογική καταστροφή με εξαιρετικό soundtrack. Στη συνέχεια Μίκιο Ναρούσε, σε μια ταινία από το αφιέρωμα που έκανε το φετινό φεστιβάλ στον γιαπωνέζο δημιουργό, η μόνη που τελικά είδα στη διάρκεια του. "Τα τελευταία χρυσάνθεμα", που ανθίζουν σ'ένα ιδιότυπο σύμπαν παρακμής. Στο μεταξύ έρχεται το πρώτο κύμα φίλων, την ώρα που προβαλλόταν "Η άκρη του ουρανού" του Φατίχ Ακίν. Ένα από τα πιο δυνατά φιλμ του φεστιβάλ, βαθιά ανθρώπινο και συγκινητικό. Το βράδυ μεταμεσονύχτια προβολή στην κατάμεστη Φαργκάνη, με τους "Κλέφτες" του Μάκη Παπαδημητράτου να κερδίζουν πολλά χαμόγελα. Καταρρακτώδης βροχή (το κρύωμα δεν το γλιτώνα), τέσσερις άνθρωποι με μια ομπρέλα, η Τσιμισκή ποτάμι, στο dj set του Φατίχ Ακίν στο It's only δεν πέφτει καρφίτσα κι έτσι το Berlin είναι ιδανικός προορισμός μέχρι πρωίας.
Αποθήκες, κόσμος και κακό, το φεστιβάλ βρίσκει τους ρυθμούς του. Ξεκινάει η μέρα με την "11η ώρα" ένα διδακτικό (και ολίγον δασκαλίστικο) ντοκυμαντερ για την οικολογική καταστροφή με εξαιρετικό soundtrack. Στη συνέχεια Μίκιο Ναρούσε, σε μια ταινία από το αφιέρωμα που έκανε το φετινό φεστιβάλ στον γιαπωνέζο δημιουργό, η μόνη που τελικά είδα στη διάρκεια του. "Τα τελευταία χρυσάνθεμα", που ανθίζουν σ'ένα ιδιότυπο σύμπαν παρακμής. Στο μεταξύ έρχεται το πρώτο κύμα φίλων, την ώρα που προβαλλόταν "Η άκρη του ουρανού" του Φατίχ Ακίν. Ένα από τα πιο δυνατά φιλμ του φεστιβάλ, βαθιά ανθρώπινο και συγκινητικό. Το βράδυ μεταμεσονύχτια προβολή στην κατάμεστη Φαργκάνη, με τους "Κλέφτες" του Μάκη Παπαδημητράτου να κερδίζουν πολλά χαμόγελα. Καταρρακτώδης βροχή (το κρύωμα δεν το γλιτώνα), τέσσερις άνθρωποι με μια ομπρέλα, η Τσιμισκή ποτάμι, στο dj set του Φατίχ Ακίν στο It's only δεν πέφτει καρφίτσα κι έτσι το Berlin είναι ιδανικός προορισμός μέχρι πρωίας.
Κυριακή 18/11
Τζον Μάλκοβιτς για πρωινό. Υπερβολικά πολύς κόσμος -ευτυχώς ήμουν από τους τυχερούς που μπήκαν- ένα απολαυστικό masterclass. Εντελώς sui generis, με ένα σαρδόνιο χαμόγελο και προσεκτικά επιλεγμένες απαντήσεις μ'έκανε να τον λατρέψω. Γυρνώντας προς το σπίτι, μια ηλιόλουστη Κυριακή με κατακόκκινα μπαλόνια σ'όλη τη Θεσσαλονίκη. Αιτία, το φιλμ "Le Ballon Rouge" του Albert Lamorisse, ένα από τα πιο γλυκά φιλμ που έχω δει ποτέ. Στο δρόμο μια αναπάντεχη συνάντηση κι μια ακόμα φιλοξενούμενη προστίθεται με συνοπτικές διαδικασίες στο ανήλιαγο σπιτικό μου. Στη συνέχεια, η ταινία από το διεθνές διαγωνιστικό "Τετάρτη, Πέμπτη πρωί" του Γκζέγκος Πάτσεκ από την Ουγγαρία, μια ιδιότυπη ερωτική ιστορία ανάμεσα σε δυο αντιδραστικά, δυσλειτουργικά παιδιά. Η μέρα τελειώνει με συνεχόμενες "ματιές στα βαλκάνια" με το ρουμανικο μικρου μηκους "Σωλήνας με καπέλο" του Ράντου Ζούντε και το αλβανικο "Μάο Τσε Τουνγκ" του Μπεσνίκ Μπίσα. Ο "Μάο" προέκυψε μια από τις πιο αγαπημένες μου ταινίες στο φεστιβάλ, με φασαριόζικους, εντελώς βαλακνικούς ρυθμούς που μου θύμισαν Κουστουρίτσα στα καλύτερά του και δηκτικό πολτικό σχόλιο που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Το βράδυ το art house, σε χαλαρούς ρυθμούς, μας φιλοξένησε ιδανικά.

Δευτέρα 19/11
Πονοκέφαλος και πρώτα σημάδια πυρετού, αλλά το ξύπνημα παραμένει το ιδανικότερο των τελευταίων ημερών. Αλφόνσο Κουαρόν ενθουσιώδης, πολυλογάς, αξιολάτρευτος. Απαντούσε με ενθουσιασμό σε κάθε ερώτηση (και στη δική μου), δίνοντας παραλειπόμενα από ταινίες του και ενδιαφέροντα αποσπάσματα από την προσωπική του διαδρομή. Τρέξιμο στο μουσείο, για την ταινία του DigitalWave "Ερωτικά μαθήματα για επαναστατική δράση" του Νίκου Αλευρά, ένα χειροποίητο φαρσοειδές μανιφέστο πάνω στον έρωτα που κέρδισε πολλά χαμόγελα. Στη συνέχεια εγκατάσταση στην αίθουσα Παύλος Ζάννας, αρχικά με το εκπληκτικό, παρά τους εξαιρετικά αργούς ρυθμούς του, φιλμ του Κάρλος Ρειγάδας "Silent Light" για τα μικρά και μεγάλα θάυματα της ζωής, και στη συνέχεια με το μάλλον αδιάφορο "Η αγάπη όλα τα νικά" της Ταν Τσούι Μούι (και τα δύο από την ενότητα Ημέρες Ανεξαρτησίας).

Τρίτη 20/11

Τρίτη 20/11
Μια μέρα με ωραίες ταινίες και λίγο πυρετό. Ξεκίνημα με Χόνας Κουαρόν (γιου του Αλφόνσο), "Η στιγμή σου" από το διεθνές διαγωνιστικό. Όμορφη, πρωτότυπη σύλληψη, ένα φωτογραφικό άλμπουμ που αποκτά ζωή και γίνεται ταινία. Από τις πολύ αγαπημένες μου στγιμές του φεστιβάλ. Ο Ντιέγκο Λούνα λίγο αργότερα, εκτός του ότι έκλεψε την καρδιά μου (όπως και πολλών γυναικών στη Θεσσαλονίκη) μας παρουσίασε την πρώτη του ταινία "Τσάβες" ένα ενδιαφέρον ντοκυμαντερ για τον μεξικανό πυγμάχο Χούλιο Σέζαρ Τσάβες. Μια έκπληξη ήρθε στη συνέχεια από την ΠΓΔΜ, με το φιλμ "Πάνω Κάτω" του Ιγκόρ Ιβάνοφ, που με κέρδισε με την πολύ καλή κινηματογράφησή της και την πρωτότυπη ανάπτυξή της και σίγουρα αξίζει μεγαλύτερης προσοχής. Τέλος, ο Τζέισον Ράιτμαν του "Thank you for smoking" επανήλθε φέτος δριμύτερος με το απολαυστικό "Juno". Η φετινή ανεξάρτητη feel good πρόταση της αμερικής είναι πραγματικά αξιολάτρευτη και διασκεδαστικότατη, παραμένει ανάποδη μέχρι τέλους και σε κάνει να ξεκαρδίζεσαι με τους καταιγιστικά κωμικούς ρυθμούς του.
Τετάρτη 21/11
Continental - Μια ταινία χωρίς όπλα του Στεφάν Λαφλέρ (Ημέρες Ανεξαρτησίας), μια ταινία που αγαπήθηκε πολύ στο φεστιβάλ και προσωπικά μου κέντρισε το ενδιαφέορν, θυμίζοντάς μου τον πολύ αγαπητό ιδιοφυή Ρόι Άντερσον. Στη συνέχεια μια επεισοδιακή προβολή με το πιο εκπληκτικό κινηματογραφικό γέλιο να έχει ξεκαρδιστεί δίπλα μου και στην οθόνη να παρακολουθώ το γλυκό και αληθινό "Valse sentinmentale" της Κωνσταντίνας Βούλγαρη από το διεθνές διαγωνιστικό. Ειλικρινές, χειροποίητο το βαλσάκι με παρέσυρε στο ρυθμό του. Το βράδυ ακόμα και τα γνωστά στέκια γέμισαν φεστιβαλιστές, που όμως έδωσαν ραντεβού γι' αργότερα στο πάρτυ του "Σινεμά" στο Θερμαϊκό.
Πέμπτη 22/11
Το σπίτι αδειάζει πριν ξαναγεμίσει, ο πυρετός ανεβαίνει και ο βήχας εντείνεται. Αδιαφορώ και κατευθύνομαι το πρώι προς τις αποθήκες να δω μια ταινία του αφιερώματος στον Γουίλιαμ Κλάιν. "Ποια είστε, Πόλι Μαγκού"; Δεν μάθαμε επακριβώς, αλλά κάναμε μια βόλτα στα άδυτα της βιομηχανίας μόδας μέσα από το ιδιότυπο δηκτικό βλέμμα του Κλάιν. Το βράδυ μια ακόμα πιο επεισοδιακή προβολή με τη "διόρθωση" του Θάνου Ανστόπουλου που έχει γίνει talk of the festival. Προσωπικά μάλλον με απογοήτευσε, αφού συγκέντρωνε όλα τα χαρακτηριστικά κλισέ του "ελληνικού σινεμα" που για χρόνια αντιπαθούσα. Το βράδυ στο Sante η παρουσία ήταν επιβεβλημένη -κι όχι άδικα. Στο παρτυ του τμήματος "Ημέρες Ανεξαρτησίας" πέρασαν άπαντες -φεστιβαλιστές και μη- και πέρασαν.. μεθυστικά υπέροχα μέχρι (πολύ) πρωίας.
Παρασκευή 23/11
Συζήτηση για το blogging και την κινηματογραφική κριτική. Αισιόδοξες και απαισιόδοξες απόψεις ακούστηκαν από το πάνελ, αναφορές στη λογοκρισία του τύπου και στην ελευθερία του διαδικτύου, φόβοι για ασυδοσία, χαρά για την ευκολία του μέσου. Στη συνέχεια, "Κόλπα" από την Πολωνία (ενότητα Μέρες Ανεξαρτησίας, σκηνοθεσία Αντρέι Γιακιμόφσκι). Ένα πολύ όμορφο φιλμ για την παιδική αθωότητα αλλά και τα γυρίσματα της τύχης, με δύο εκφραστικότους πρωταγωνιστές και ωραία αισθητική στην κινηματογράφηση. Μετά δοκιμάσαμε λίγο "Κους κους και φρέσκο ψάρι", όπως μας το σέρβιρε ο Αμπντελατίφ Κεσίς. Παρά τη μεγάλη του διάρκεια (σε σημεία ήταν πραγματικά κουραστικό), ο ουμανισμός του και ο ρεαλισμός που του προσέδιδε αξιοθαύμαστη αμεσότητα, έκανε αυτό το φιλμ πραγματικά ξεχωριστό, και παρά τη λιότητα και την απλότητά του δημιουργούσε έντονα και ειλικρινή συναισθήματα στο θεατή. Τέλος, τιμητική εκδήλωση για τον Γίρι Μένζελ, πρόεδρο της φετινής κριτικής επιτροπής και προβολή της πολύ καλής, νοσταλγικά κωμικής τελευταίας του ταινίας, "Υπηρέτησα τον βασιλιά της Αγγλίας". Για καληνύχτα, περάσαμε ως συνήθως στην απέναντι αποθήκη (την περίφημη αποθήκη Γ) για διασκέδαση σε βαλκανικούς ρυθμούς.

Σάββατο 24/11
Το φεστιβάλ πλησιάζει στο τέλος του, αλλά μια από τις καλύτερες ταινίες του φεστιβάλ ήρθε να διώξει τις κακές σκέψεις. PVC -1 του Σπύρου Σταθουλόπουλου από το διεθνές διαγωνιστικό. Πρωτόγνωρη ένταση, πραγματικά συναισθήματα, μοναδικό στήσιμο. Μια φιλήσυχη οικογένεια, μια επίθεση, μια γυναίκα-ζωντανή βόμβα και η αγωνιώδης προσπάθεια της οικογένειας να απαλλαγεί από το θάνατο που της φορτώθηκε. Κι όλα αυτά σε ένα και μοναδικό πλάνο 85 λεπτών. Απλά συγκλονιστικό τόσο ως σύλληψη (η ιστορία απλή, λιτή, ανθρώπινη, καταγράφει μέσα από ένα μικρό χρονικό τον άνθρωπο σε όλες του τις εκφάνσεις -βασισμένη μάλιστα σε αληθινά γεγονότα) και φυσικά όσο και ως προς την πραγματοποίησή της. Αξιοθαύμαστη, η μόνη ταινία που χωρίς μελοδραματισμούς και εξεζητημένους συναισθηματισμούς με έκανε να δακρύσω με τον ανθρώπινο ρεαλισμό της. Μετά, μια βουτιά στην "ανεξάρτητη" (και όχι μόνο) Αμερική με το πικρό μα αληθινό "The savages" της Ταμάρα Τζέκινς, το "Snow Angels" του Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν σε ένα σύμπαν παρακμής και σήψης και τέλος τη "Δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς από το δειλό Ρόμπερτ Φόρντ" του Άντριου Ντόμινικ. Εκτός του ότι ήταν τρία πολύ δυνατά φιλμ, στα δύο τελευταία συμπρωταγωνιστούσε ο Σαμ Ρόκγουελ, ο οποίος τιμήθηκε από το Φεστιβάλ. Μετά το Snow Angels απάντησε κεφάτος στις ερωτήσεις μας, ενώ πιο σοβαρός δέχτηκε την τιμητική πλακέτα πριν από την προβολη του Τζέσε Τζέιμς. Η αποθήκη Γ ξανά μας υποδέχτηκε με κέφι, πριν φύγουμε γι' αλλού.
Τελευταία μέρα, ξαφνικά χωρίς πυρετό. Πρώτη ταινία του Σέιλς που αξιώθηκα να δω στο φεστιβάλ, το φιλμ "Λιάνα" από τη δεκαετία του '80. Το σινεμά του Σέιλς (που είχα δει μονάχα στο Lone Star) μου κίνησε, έστω και καθυστερημένα, το ενδιαφέρον. Το βράδυ τελετή λήξης, τρυπώσαμε κι εμείς, βραβεία, λόγοι και κακό, μετά από 2 ώρες τέλειωσε η τελετή και άρχισε επιτέλους η ταινία. "The Darjeeling Limited" από τον λατρεμένο Γουές Άντερσον. Το γνωστό, εντελώς ιδιόμορφο, πάντα δυσλειτουργικό και φυσικά ολίγον τραγικό του σύμπαν, χωρίς δυστυχώς κάτι καινούργιο. Το βράδυ πάρτυ λήξης, που αλλού, στην αποθήκη Γ. Το δωρεάν ποτό δεν βοηθά στη σημερινή μου κατάσταση.
Δευτέρα 26/11
Νιώθω σαν να ξύπνησα από ένα όνειρο. Αυτό το μικρό ημερολόγιο, που δε χωρά ούτε τις μισές από τις στιγμές αυτού του φεστιβάλ, γράφτηκε καταρχήν για μένα. Για να θυμάμαι τους σταθμούς αυτής της υπέροχης, γεμάτης, επειδοσιακής βδομάδας. Φίλοι, γνωριμίες, ξενύχτια, ταινίες. Και όλα στον υπερθετικό βαθμό. Και του χρόνου.
Sunday, October 14, 2007
"The Bourne Ultimatum", του Paul Greengrass
[contains spoilers]

Ενας κουρδιστος ανθρωπος - Ενας κουρδισμενος πρακτορας.
Δυο ταινίες πριν, ο νεαρος David Webb μεταμορφωνεται στον Jason Bourne. Εθελουσιως ή ακουσιως; Το ερωτημα παραμενει αλλα το αποτελεσμα επερχεται ετσι κι αλλιως: Ο ανθρωπος πεθαινει (ή τουλαχιστον βρισκεται εν υπνωσει) και ο αυτοματοποιημενος υπερπρακτορας γεννιεται. Bourne is born. Χωρις μνημη, αλλα με σχεδον υπερφυσικες ικανοτητες. Χαρη σε μια εκπαιδευση χωρις προηγουμενο, με μεθοδους που ποτε δε θα μαθουμε και που καμια επισημη αρχη ποτε δε θα παραδεχτει. Με αποστολες απροσδιοριστες, μυστικες και ακρως επικινδυνες. Για λογους ομως παντα ασαφεις. Τι κρυβεται πισω απο τους "ακρως απορρητους" φακελους και τι είναι αυτό που προσπαθεί εδω και τρεις ταινιες να ανασυνθεσει στη μνημη του ο Μπορν;
Πισω απο τους καταιγιστικους ρυθμους, τα αγχωτικα -αριστοτεχνικα παρουσιασμενα απο τον Greengrass- ανθρωποκυνηγητα, τις ασφυκτικες παρακολουθησεις των παντων, τους πυροβολισμους, τους διαξιφισμους αναμεσα σε "καλους" και "κακους", κρυβεται κατι περισσοτερο. Κρυβεται ενας ανθρωπος. Που δεν ειναι lifestyle πρακτορας προς τερψη, σαν τον James Bond. Για τον ηρωα του Matt Damon οι ανθρωπινες απωλειες, οι αποστολες, το κυνηγητο δεν γινεται στο ονομα καποιου ανωτερου "καλου" και εναντιον καποιου αορατου, απροσδιοριστου "κακου". Ο Μπορν, δεσμιος μιας αποφασης που δεν γνωριζει γιατι πηρε (και που ποτε εντελει δε θα μαθει) , βρισκεται εγκλωβισμενος σε μια σειρα κινησεων που δεν μπορει να ελεγξει.
Προσπαθει να ξεφυγει μαλλον απο συνηθεια. Αυτοματα, οπως σε καθε του κινηση, επιβιωνει ανασυροντας αναμνησεις. Ειναι μια πολεμικη μηχανη γιατι ετσι του εμαθαν. Και το θυμαται, εστω αμυδρα. Και δρα σαν αυτοματο. Eιναι ομως και ανθρωπος, γιατι ετσι γεννηθηκε. Και το θυμαται κι αυτο, κι ας προσπαθησαν να τον κανουν να το ξεχασει. Και αντιδρα και ως ανθρωπινο ον. Και προσπαθει να εκδικηθει, αλλα χωρις να ξερει τι εκδικειται. Νομιζει πως εκδικειται τον θανατο της φιλης του, αλλα στην πραγματικοτητα θελει να εκδικηθει το δικο του θανατο. Το θανατο του David Webb. Τη γεννηση του Jason Bourne.
Οταν λοιπον, μετα απο πολλες παρακαμψεις, θα φτασει επιτελους στον τοπο της μεταμορφωσης, της γεννησης του υπερπρακτορα, στην αρχη του -εκει που τον "κουρδισαν" και του αφαιρεσαν σχεδον την ανθρωπινη υποσταση, οταν θα ανασυνθεσει τις αναμνησεις και θα ξαναφτασει στην αφετηρια, εκει ακριβως θα μπορεσει να ξαναγινει ανθρωπος.
Και εκεινη τη στιγμη, τη μηδενικη, ενας πυροβολισμος θα τον οδηγησει σε ενα συμβολικο θανατο και μια βουτια θα τον οδηγησει σε μια κυριολεκτικη αναγεννηση μεσα απο το νερο: Jason Bourne is reborn και εμεις, οι θεατες μπορουμε επιτελους, λυτρωμενοι, να παρουμε μια ανασα. Οι "ταινιες δρασης" μολις αγγιξαν τη νεα τους κορυφη.

Ενας κουρδιστος ανθρωπος - Ενας κουρδισμενος πρακτορας.
Δυο ταινίες πριν, ο νεαρος David Webb μεταμορφωνεται στον Jason Bourne. Εθελουσιως ή ακουσιως; Το ερωτημα παραμενει αλλα το αποτελεσμα επερχεται ετσι κι αλλιως: Ο ανθρωπος πεθαινει (ή τουλαχιστον βρισκεται εν υπνωσει) και ο αυτοματοποιημενος υπερπρακτορας γεννιεται. Bourne is born. Χωρις μνημη, αλλα με σχεδον υπερφυσικες ικανοτητες. Χαρη σε μια εκπαιδευση χωρις προηγουμενο, με μεθοδους που ποτε δε θα μαθουμε και που καμια επισημη αρχη ποτε δε θα παραδεχτει. Με αποστολες απροσδιοριστες, μυστικες και ακρως επικινδυνες. Για λογους ομως παντα ασαφεις. Τι κρυβεται πισω απο τους "ακρως απορρητους" φακελους και τι είναι αυτό που προσπαθεί εδω και τρεις ταινιες να ανασυνθεσει στη μνημη του ο Μπορν;
Πισω απο τους καταιγιστικους ρυθμους, τα αγχωτικα -αριστοτεχνικα παρουσιασμενα απο τον Greengrass- ανθρωποκυνηγητα, τις ασφυκτικες παρακολουθησεις των παντων, τους πυροβολισμους, τους διαξιφισμους αναμεσα σε "καλους" και "κακους", κρυβεται κατι περισσοτερο. Κρυβεται ενας ανθρωπος. Που δεν ειναι lifestyle πρακτορας προς τερψη, σαν τον James Bond. Για τον ηρωα του Matt Damon οι ανθρωπινες απωλειες, οι αποστολες, το κυνηγητο δεν γινεται στο ονομα καποιου ανωτερου "καλου" και εναντιον καποιου αορατου, απροσδιοριστου "κακου". Ο Μπορν, δεσμιος μιας αποφασης που δεν γνωριζει γιατι πηρε (και που ποτε εντελει δε θα μαθει) , βρισκεται εγκλωβισμενος σε μια σειρα κινησεων που δεν μπορει να ελεγξει.
Προσπαθει να ξεφυγει μαλλον απο συνηθεια. Αυτοματα, οπως σε καθε του κινηση, επιβιωνει ανασυροντας αναμνησεις. Ειναι μια πολεμικη μηχανη γιατι ετσι του εμαθαν. Και το θυμαται, εστω αμυδρα. Και δρα σαν αυτοματο. Eιναι ομως και ανθρωπος, γιατι ετσι γεννηθηκε. Και το θυμαται κι αυτο, κι ας προσπαθησαν να τον κανουν να το ξεχασει. Και αντιδρα και ως ανθρωπινο ον. Και προσπαθει να εκδικηθει, αλλα χωρις να ξερει τι εκδικειται. Νομιζει πως εκδικειται τον θανατο της φιλης του, αλλα στην πραγματικοτητα θελει να εκδικηθει το δικο του θανατο. Το θανατο του David Webb. Τη γεννηση του Jason Bourne.
Οταν λοιπον, μετα απο πολλες παρακαμψεις, θα φτασει επιτελους στον τοπο της μεταμορφωσης, της γεννησης του υπερπρακτορα, στην αρχη του -εκει που τον "κουρδισαν" και του αφαιρεσαν σχεδον την ανθρωπινη υποσταση, οταν θα ανασυνθεσει τις αναμνησεις και θα ξαναφτασει στην αφετηρια, εκει ακριβως θα μπορεσει να ξαναγινει ανθρωπος.
Και εκεινη τη στιγμη, τη μηδενικη, ενας πυροβολισμος θα τον οδηγησει σε ενα συμβολικο θανατο και μια βουτια θα τον οδηγησει σε μια κυριολεκτικη αναγεννηση μεσα απο το νερο: Jason Bourne is reborn και εμεις, οι θεατες μπορουμε επιτελους, λυτρωμενοι, να παρουμε μια ανασα. Οι "ταινιες δρασης" μολις αγγιξαν τη νεα τους κορυφη.
Monday, October 8, 2007
"Το άλλο δωμάτιο", του Αχιλλέα Παπακωνσταντή

Γεγονότα και μηνύματα. Πομποί και δέκτες. Θύτες και θύματα.
Αντίθετοι πόλοι, αντιφατικά κείμενα. Και ανάμεσα τους το μέσο: η εικόνα. Αυτή που καταγράφει το γεγονός ή που το παραμορφώνει, αυτή που μεταφέρει το μήνυμα, και αυτή που το διαμορφώνει συγχρόνως. Μπροστά από την οθόνη ο δέκτης και πίσω από αυτήν ο πομπός. Και ανάμεσά τους οι εικόνες, που αναπαριστώντας (αντικαθιστώντας) την πραγματικότητα και μεταδίδοντας (μεταμορφώνοντας) τα μηνύματα διαμορφώνουν τις συνειδήσεις. Συνειδήσεις που κατατάσσουν τόσο τους πομπούς, όσο και τους δέκτες: Παθητικοί καταναλωτές και (ή) ενεργοποιημένοι πολίτες. Εναλλασόμενοι και οι ρόλοι, ανάλογα με τη διάθεση και το βαθμό ενεργοποίησης και ευαισθητοποίησης. Ο θύτης γίνεται θύμα, ο ανακριτής γίνεται ανακρινόμενος, ο πομπός γίνεται δέκτης.
Δεν είναι απλά θέμα οπτικής. Είναι, κυρίως, θέμα αντίληψης της πραγματικότητας. Και, συνακόλουθα, συμπεριφοράς. Εθισμένοι, συνειδητά ή ασυνείδητα, να καταναλώνουμε εικόνες (τηλεοπτικές αλλά και κινηματογραφικές), υπάρχει πάντα η πιθανότητα (ο κίνδυνος;) να παρασυρθούμε από αυτές. Και να ξεχάσουμε οτι η πραγματικότητα μπορεί να βρίσκεται σ'ένα άλλο δωμάτιο, έξω από την οθόνη. Οτι τρέχει ανεξάρτητα από το πάτημα του κουμπιού του τηλεκοντρολ, οτι συχνά δεν είναι αποτυπωμένη σε φιλμ. Οτι η αλήθεια δε μοντάρεται και οτι η ζωή δεν προβάλλεται σε οθόνη, αλλά χορεύει σε ηλιόλουστους κήπους και φωνάζει στους δρόμους.
Μια ταινία που παίζει με τη διφορούμενη έννοια του "μηνύματος" χωρίς να επιχειρεί να διαμορφώσει απόψεις αλλά θέτοντας ερωτήματα και ένας δημιουργός που έχει την ευφυία να παίξει με το κοινό του χρησιμοποιώντας την εικόνα ως μέσο για να αναρωτηθεί για το ρόλο και την παντοδυναμία της..
[η μικρού μήκους ταινία "Το άλλο δωμάτιο" του φίλου συνblogger Αχιλλέα προβλήθηκε στο πλαίσιο του AZAshortfilmfestival στη Θεσσαλονίκη]
Αντίθετοι πόλοι, αντιφατικά κείμενα. Και ανάμεσα τους το μέσο: η εικόνα. Αυτή που καταγράφει το γεγονός ή που το παραμορφώνει, αυτή που μεταφέρει το μήνυμα, και αυτή που το διαμορφώνει συγχρόνως. Μπροστά από την οθόνη ο δέκτης και πίσω από αυτήν ο πομπός. Και ανάμεσά τους οι εικόνες, που αναπαριστώντας (αντικαθιστώντας) την πραγματικότητα και μεταδίδοντας (μεταμορφώνοντας) τα μηνύματα διαμορφώνουν τις συνειδήσεις. Συνειδήσεις που κατατάσσουν τόσο τους πομπούς, όσο και τους δέκτες: Παθητικοί καταναλωτές και (ή) ενεργοποιημένοι πολίτες. Εναλλασόμενοι και οι ρόλοι, ανάλογα με τη διάθεση και το βαθμό ενεργοποίησης και ευαισθητοποίησης. Ο θύτης γίνεται θύμα, ο ανακριτής γίνεται ανακρινόμενος, ο πομπός γίνεται δέκτης.
Δεν είναι απλά θέμα οπτικής. Είναι, κυρίως, θέμα αντίληψης της πραγματικότητας. Και, συνακόλουθα, συμπεριφοράς. Εθισμένοι, συνειδητά ή ασυνείδητα, να καταναλώνουμε εικόνες (τηλεοπτικές αλλά και κινηματογραφικές), υπάρχει πάντα η πιθανότητα (ο κίνδυνος;) να παρασυρθούμε από αυτές. Και να ξεχάσουμε οτι η πραγματικότητα μπορεί να βρίσκεται σ'ένα άλλο δωμάτιο, έξω από την οθόνη. Οτι τρέχει ανεξάρτητα από το πάτημα του κουμπιού του τηλεκοντρολ, οτι συχνά δεν είναι αποτυπωμένη σε φιλμ. Οτι η αλήθεια δε μοντάρεται και οτι η ζωή δεν προβάλλεται σε οθόνη, αλλά χορεύει σε ηλιόλουστους κήπους και φωνάζει στους δρόμους.
Μια ταινία που παίζει με τη διφορούμενη έννοια του "μηνύματος" χωρίς να επιχειρεί να διαμορφώσει απόψεις αλλά θέτοντας ερωτήματα και ένας δημιουργός που έχει την ευφυία να παίξει με το κοινό του χρησιμοποιώντας την εικόνα ως μέσο για να αναρωτηθεί για το ρόλο και την παντοδυναμία της..
[η μικρού μήκους ταινία "Το άλλο δωμάτιο" του φίλου συνblogger Αχιλλέα προβλήθηκε στο πλαίσιο του AZAshortfilmfestival στη Θεσσαλονίκη]
Tuesday, October 2, 2007
Νύχτες Πρεμιέρας - end titles

Κυριακή 29 / 9
Hallam Foe / Το ημερολόγιο ενός ρομαντικού ηδονοβλεψία
Ένας συμπλεγματικός έφηβος, πληγωμένος τόσο βαθιά από το μυστήριο θάνατο της μητέρας του, που αρνείται ουσιαστικά να ζήσει. Και έτσι επιλέγει να παρασιτήσει τρυπώνοντας στις ζωές των άλλων. Ένας ηδονοβλεψίας που παρακολουθεί για την ηδονή της παρακολούθησης και όχι για τη σεξουαλική ηδονή. Επιτηδευμένα αγριάνθρωπος, προσπαθεί να δυσκολέψει τη ζωή της μητριάς του, μα το μόνο που καταφέρνει είναι να μπερδέψει ακόμα περισσότερο την κατάσταση και να γεμίσει τον εαυτό του με ακόμα περισσότερες συμπλεγματικές ενοχές. Αφήνει ο σπίτι του, αφήνει την εξοχή του και μας δημιουργεί την ελπίδα πως θα μπορέσει να αφήσει πίσω του και τις πληγές του παρελθόντος. Όμως, φτάνοντας στο Λονδίνο, πετυχαίνει ακριβώς το αντίθετο: παθιάζεται με μια σωσία της χαμένης μητέρας του και μπλέκει σε μια δίνη που το “φυσιολογικό” δεν έχει θέση, φτάνοντας στα άκρα. Aυτός όμως θα αποδειχτεί τελικά και ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να έρθει αντιμέτωπος με τους δαίμονές του και να τους διώξει μακριά. Αντιμετωπίζοντάς τους καταπρόσωπο θα καταφέρνει, επιτέλους, να κάνει το πολυπόθητο βήμα μπροστά. Ένα θέμα θεωρητικά δύσκολο, και ένας ψυχισμός σκοτεινός, όμως αυτό είναι ένα φιλμ γεμάτο ευαισθησία, φως και ανθρωπιά (και ωραίες μουσικές), που παρακολουθεί τον ήρωά του όχι με το ενοχικό βλέμμα ενός ηδονοβλεψία αλλά με το ειλικρινές ενδιαφέρον ενός φίλου.
*δημοσιεύτηκε με παραλλαγές στον Εξώστη
Ένας συμπλεγματικός έφηβος, πληγωμένος τόσο βαθιά από το μυστήριο θάνατο της μητέρας του, που αρνείται ουσιαστικά να ζήσει. Και έτσι επιλέγει να παρασιτήσει τρυπώνοντας στις ζωές των άλλων. Ένας ηδονοβλεψίας που παρακολουθεί για την ηδονή της παρακολούθησης και όχι για τη σεξουαλική ηδονή. Επιτηδευμένα αγριάνθρωπος, προσπαθεί να δυσκολέψει τη ζωή της μητριάς του, μα το μόνο που καταφέρνει είναι να μπερδέψει ακόμα περισσότερο την κατάσταση και να γεμίσει τον εαυτό του με ακόμα περισσότερες συμπλεγματικές ενοχές. Αφήνει ο σπίτι του, αφήνει την εξοχή του και μας δημιουργεί την ελπίδα πως θα μπορέσει να αφήσει πίσω του και τις πληγές του παρελθόντος. Όμως, φτάνοντας στο Λονδίνο, πετυχαίνει ακριβώς το αντίθετο: παθιάζεται με μια σωσία της χαμένης μητέρας του και μπλέκει σε μια δίνη που το “φυσιολογικό” δεν έχει θέση, φτάνοντας στα άκρα. Aυτός όμως θα αποδειχτεί τελικά και ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να έρθει αντιμέτωπος με τους δαίμονές του και να τους διώξει μακριά. Αντιμετωπίζοντάς τους καταπρόσωπο θα καταφέρνει, επιτέλους, να κάνει το πολυπόθητο βήμα μπροστά. Ένα θέμα θεωρητικά δύσκολο, και ένας ψυχισμός σκοτεινός, όμως αυτό είναι ένα φιλμ γεμάτο ευαισθησία, φως και ανθρωπιά (και ωραίες μουσικές), που παρακολουθεί τον ήρωά του όχι με το ενοχικό βλέμμα ενός ηδονοβλεψία αλλά με το ειλικρινές ενδιαφέρον ενός φίλου.
*δημοσιεύτηκε με παραλλαγές στον Εξώστη
Sigur Ros: Heima / μια ταινία για τους Sigur Ros
Η μυστηριακές, σχεδόν μυστικιστικές μελωδίες των ισλανδών Sigur Ros εξηγούνται καλύτερα μόνο όταν ρίξει κανείς μια ματιά στον τόπο γέννησής τους: Το ηφαιστιογενές και παγωμένο αντιφατικό τοπίο της απομονωμένης Ισλανδίας μπορεί να διαφωτίσει, κάνοντας έτσι την ακρόαση των τραγουδιών τους μια συγκλονιστική εμπειρία. Μετά από μια σειρά επιτυχημένες συναυλίες σε όλο τον κόσμο το μουσικό συγκρότημα επέστρεψε στην πατρίδα του για να δώσει μερικές απρογραμμάτισετς, δωρεάν συναυλίες σε όλη την Ισλανδία. Κι εμείς, παρακολουθούμε σκηνές από τις συναυλίες με εμβόλιμα πλάνα από τα ισλανδικά τοπία, αποσβωλομένοι τις μελωδίες των οργάνων και των εικόνων. Εξαιρετικά καλαίσθητο και καλοδουλεμένο, ένα ντοκυμαντερ που μπορεί άνετα να παρακολουθηθεί τόσο από φαν του συγκορτήματος όσο και από μη μυημένους.
Η μυστηριακές, σχεδόν μυστικιστικές μελωδίες των ισλανδών Sigur Ros εξηγούνται καλύτερα μόνο όταν ρίξει κανείς μια ματιά στον τόπο γέννησής τους: Το ηφαιστιογενές και παγωμένο αντιφατικό τοπίο της απομονωμένης Ισλανδίας μπορεί να διαφωτίσει, κάνοντας έτσι την ακρόαση των τραγουδιών τους μια συγκλονιστική εμπειρία. Μετά από μια σειρά επιτυχημένες συναυλίες σε όλο τον κόσμο το μουσικό συγκρότημα επέστρεψε στην πατρίδα του για να δώσει μερικές απρογραμμάτισετς, δωρεάν συναυλίες σε όλη την Ισλανδία. Κι εμείς, παρακολουθούμε σκηνές από τις συναυλίες με εμβόλιμα πλάνα από τα ισλανδικά τοπία, αποσβωλομένοι τις μελωδίες των οργάνων και των εικόνων. Εξαιρετικά καλαίσθητο και καλοδουλεμένο, ένα ντοκυμαντερ που μπορεί άνετα να παρακολουθηθεί τόσο από φαν του συγκορτήματος όσο και από μη μυημένους.
Teeth / Δόντια
Μια θεούσα νεανίς, ένας όρκος παρθενίας, ένας απροσδόκητος έρωτας και μια vagina dentate -ή ελληνιστί ..ένα οδοντωτό αιδοίο! Σε μια μικρή πόλη στην καρδιά της συντηρητικής Αμερικής, η έφηβη Ντον είναι πρότυπο αγνότητας και ευλάβειας, φροντίζει για τη βαριά άρρωστη μητέρα της και αποφεύγει διακριτικά τις επαφές με τον αδερφό της, ένα «ρεμάλι» με ακόρεστες σεξουαλικές ορέξεις. Στην ήρεμη πόλη τους όμως, τα πράγματα δεν είναι και τόσο ήρεμα και φυσιολογικά, μιας και ένα τεράστιο εργοστάσιο μολύνει, καθώς φαίνεται, με χημικά τον αέρα. Και το αποτέλεσμα; Μια ιδιόμορφη «μετάλλαξη» θα συμβεί στην Ντον. Και ο όρκος παρθενίας της από θεωρία θα γίνει πράξη -κυριολεκτικά. Ακόμα και όταν θα προσπαθήσει (ή θα προσπαθήσουν να την κάνουν) να τον παραβεί, η.. φύση της θα έχει άλλη άποψη. Και η αθώα και αγνή Ντον θα μεταμορφωθεί σε μια σεξουαλική γυναίκα-εκδικητή. Ένα teen splatter που θα έβαζε τον Φρόυντ σε σκέψη αλλά και που προσπαθεί (μέχρι ενός σημείου) να κάνει κοινωνικό σχόλιο στη θρησκοληψία και τη στενοκεφαλιά της συντηρητικής Αμερικής. Κέρδισε (επάξια) πολλά γέλια και χαμόγελα.. με δόντια.
Μια θεούσα νεανίς, ένας όρκος παρθενίας, ένας απροσδόκητος έρωτας και μια vagina dentate -ή ελληνιστί ..ένα οδοντωτό αιδοίο! Σε μια μικρή πόλη στην καρδιά της συντηρητικής Αμερικής, η έφηβη Ντον είναι πρότυπο αγνότητας και ευλάβειας, φροντίζει για τη βαριά άρρωστη μητέρα της και αποφεύγει διακριτικά τις επαφές με τον αδερφό της, ένα «ρεμάλι» με ακόρεστες σεξουαλικές ορέξεις. Στην ήρεμη πόλη τους όμως, τα πράγματα δεν είναι και τόσο ήρεμα και φυσιολογικά, μιας και ένα τεράστιο εργοστάσιο μολύνει, καθώς φαίνεται, με χημικά τον αέρα. Και το αποτέλεσμα; Μια ιδιόμορφη «μετάλλαξη» θα συμβεί στην Ντον. Και ο όρκος παρθενίας της από θεωρία θα γίνει πράξη -κυριολεκτικά. Ακόμα και όταν θα προσπαθήσει (ή θα προσπαθήσουν να την κάνουν) να τον παραβεί, η.. φύση της θα έχει άλλη άποψη. Και η αθώα και αγνή Ντον θα μεταμορφωθεί σε μια σεξουαλική γυναίκα-εκδικητή. Ένα teen splatter που θα έβαζε τον Φρόυντ σε σκέψη αλλά και που προσπαθεί (μέχρι ενός σημείου) να κάνει κοινωνικό σχόλιο στη θρησκοληψία και τη στενοκεφαλιά της συντηρητικής Αμερικής. Κέρδισε (επάξια) πολλά γέλια και χαμόγελα.. με δόντια.
Kυριακή 30/9
I’m not there
Μυστήριο τραίνο αυτή η ιδιόμορφη ταινία-αφιέρωμα στον Μπομπ Ντυλαν. Απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ντοκυμαντερ (μάλλον ο Τodd Haynes επιλέγει να ειρωνευτεί το συγκεκριμένο είδος), αλλά από την άλλη ούτε πατά σταθερά τα πόδια του στη μυθοπλασία. Επτά χαρακτήρες, επτά ιστορίες, ένας άνθρωπος. Εμπνευσμένος, καθώς λεει, από «τα τραγούδια και τις πολλές ζωές του Bob Dylan» ο Haynes δημιουργεί επτά χαρακτήρες που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ακουμπούν στη ζωή του μεγάλου τραγουδοποιού :Ένας νεαρός νέγρος, ένας αυθάδης ποιητής, ένας μοναχικός καουμπόυ, ένας διάσημος ηθοποιός και ο διάσημος τραγουδιστής σε διάφορες εκδοχές. Να πω την αλήθεια μου, «Ντυλανική» δεν είμαι. Όχι γιατί δεν μου αρέσει η μουσική του, αλλά γιατί δεν την γνωρίζω καλά. Και νομίζω πως αυτή είναι μια ταινία που αφορά περισσότερο τους φαν του Ντυλαν, μια και είναι ολόκληρη μια αναφορά στη ζωή και στο έργο του: στα τραγούδια του, στους στίχους του, στα λόγια του, στις συνεντεύξεις του, στην καθημερινότητά του. Προσπαθούσα από εδώ και από εκεί να πιάσω το νήμα και να παρακολουθήσω κάτι για τη ζωή του πραγματικού Ντυλαν, αλλά ο σκηνοθέτης μου έβγαζε αυθάδικα τη γλώσσα και τραβώντας μου το σκοινί, με άφηνε μετέωρη να παρακολουθώ τις εικόνες και τις μουσικές και την απότομη μετάβαση από ιστορία σε ιστορία, καθώς τα κεφάλαια της ζωής και του έργου του Ντυλαν συμπλέκονταν μεταξύ τους.
Δεν ξέρω αν αυτή η ταινία μου άρεσε ή όχι. Γιατί είχε ένα περιεχόμενο που δεν μπορούσα να παρακολουθήσω. Όμως ένιωθα πως έβλεπα κάτι αλλόκοτα πρωτότυπο, που κατά ένα παράξενο τρόπο δεν με έκανε να βαρεθώ ούτε στιγμή και με έκανε να αναζητήσω τις μουσικές και τα κεφάλαια της ζωής του Ντυλαν που δεν γνωρίζω. Και ίσως μετά από ..μελέτη και εντατική ακρόαση, να το ξαναδώ.
Μυστήριο τραίνο αυτή η ιδιόμορφη ταινία-αφιέρωμα στον Μπομπ Ντυλαν. Απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ντοκυμαντερ (μάλλον ο Τodd Haynes επιλέγει να ειρωνευτεί το συγκεκριμένο είδος), αλλά από την άλλη ούτε πατά σταθερά τα πόδια του στη μυθοπλασία. Επτά χαρακτήρες, επτά ιστορίες, ένας άνθρωπος. Εμπνευσμένος, καθώς λεει, από «τα τραγούδια και τις πολλές ζωές του Bob Dylan» ο Haynes δημιουργεί επτά χαρακτήρες που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ακουμπούν στη ζωή του μεγάλου τραγουδοποιού :Ένας νεαρός νέγρος, ένας αυθάδης ποιητής, ένας μοναχικός καουμπόυ, ένας διάσημος ηθοποιός και ο διάσημος τραγουδιστής σε διάφορες εκδοχές. Να πω την αλήθεια μου, «Ντυλανική» δεν είμαι. Όχι γιατί δεν μου αρέσει η μουσική του, αλλά γιατί δεν την γνωρίζω καλά. Και νομίζω πως αυτή είναι μια ταινία που αφορά περισσότερο τους φαν του Ντυλαν, μια και είναι ολόκληρη μια αναφορά στη ζωή και στο έργο του: στα τραγούδια του, στους στίχους του, στα λόγια του, στις συνεντεύξεις του, στην καθημερινότητά του. Προσπαθούσα από εδώ και από εκεί να πιάσω το νήμα και να παρακολουθήσω κάτι για τη ζωή του πραγματικού Ντυλαν, αλλά ο σκηνοθέτης μου έβγαζε αυθάδικα τη γλώσσα και τραβώντας μου το σκοινί, με άφηνε μετέωρη να παρακολουθώ τις εικόνες και τις μουσικές και την απότομη μετάβαση από ιστορία σε ιστορία, καθώς τα κεφάλαια της ζωής και του έργου του Ντυλαν συμπλέκονταν μεταξύ τους.
Δεν ξέρω αν αυτή η ταινία μου άρεσε ή όχι. Γιατί είχε ένα περιεχόμενο που δεν μπορούσα να παρακολουθήσω. Όμως ένιωθα πως έβλεπα κάτι αλλόκοτα πρωτότυπο, που κατά ένα παράξενο τρόπο δεν με έκανε να βαρεθώ ούτε στιγμή και με έκανε να αναζητήσω τις μουσικές και τα κεφάλαια της ζωής του Ντυλαν που δεν γνωρίζω. Και ίσως μετά από ..μελέτη και εντατική ακρόαση, να το ξαναδώ.
Sunday, September 30, 2007
Νύχτες Πρεμιέρας Vol. II

[Δεύτερο κατεβατό, κι όποιος αντέξει..!]
Πέμπτη 27/9
Control, του Anton Corbijn
Ένα φιλμ για τον τραγουδιστή των Joy Division, Ian Curtis. Ένα φιλμ για ένα καταραμένο σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς. Ένα φιλμ όμως που δεν πραγματεύεται την καταραμένη ιστορία ενός μουσικού, αλλά την τραγική ιστορία ενός εγκλωβισμένου ανθρώπου. Ενός ποιητή πραγματικού, που τον έπνιξε ο μεσοαστισμός και η μετριότητα, που τον συνέθλιψαν οι συμβάσεις, που δεν τον χώρεσε η πραγματικότητα. Ενός ανθρώπου που δεν άντεξε την πραγματικότητα όχι γιατί δεν ήθελε, μα γιατί δεν μπορούσε. Δεν επεδίωξε την κορυφή, δεν επεδίωξε την ένταση, τη φήμη, την κατάρα για να γίνει διάσημος. Επεδίωξε την ηρεμία, την απλότητα, την καθημερινότητα –μια καθημερινότητα όμως που απλά δεν τον χωρούσε. Και τον διέλυσε. Κι έτσι, έχασε τον έλεγχο. Μόλις στα 24 του χρόνια. Η μαυρόασπρη φωτογραφία, η εκπληκτική ερμηνεία του Σαμ Ράιλυ (και η ανατριχιαστική ομοιότητα με τον Ίαν Κέρτις), η σωστή δραματουργική επεξεργασία μιας ιστορίας που στα λάθος χέρια θα είχε γίνει ένα δακρύβρεχτο μελό ή μια βαρετή βιογραφία/αγιογραφία, οι σκηνές ανθολογίας -όπως η "κατινίστικη" σκηνή του love will tear us apart- και, βέβαια, το εκπληκτικό soundtrack δεν αφήνουν περιθώρια αντίδρασης. Και όταν, στην τελευταία σκηνή, ο καπνός χαθεί στην ατμόσφαιρα υπό τους ήχους του atmosphere, ίσως μπορέσετε να επανέλθετε στην πραγματικότητα. Που όμως, θα είναι λίγο διαφορετική από πριν. Γιατί για ένα διώρο, you lost control.
Assasins: A Film Concerning Rimbaud, του Todd Haynes
Η περίφημη «μυστική προβολή» ήταν ένα αφιέρωμα στον επίκαιρο Todd Haynes (με το δικό του, πολυαναμενόμενο «I’m not there» θα κλείσουν οι φετινές νύχτες), με τρεις μικορύ μήκους ταινίες του. Το «Assassins: A Film Concerning Rimbaud », το «Superstar: The Karen Carpenter Story» και το «Dottie Gets Spanked». Όλο το «μυστήριο» γύρω από την προβολή, έγινε γιατί το Superstar είναι σε όλο τον κόσμο απαγορευμένο, επειδή ο Haynes πήρε χωρίς δικαιώματα τη μουσική των Carpenters για να ντύσει μουσικά την ταινία. Έτσι το να τη δει κανείς στη μεγάλη οθόνη είναι από σπάνιο εως αδύνατο (όπως μας είπε η παραγωγός του Haynes, Christine Vachon, επιλέχθηκε η Ελλάδα για αυτή την πολύ ξεχωριστή -και κατά βάση απαγορευμένη- προβολή, γιατί είναι ούτως ή αλλώς μια χώρα.. lawless!). Όλα αυτά βέβαια είναι τα μόνα που μπορώ να αναφέρω για την ταινία, συν το γεγονός οτι όλοι οι ρόλοι πάιζονται από κούκλες Barbie, μιας και εντέλει ..δεν την παρακολούθησα! Μετά την προβολή του Assasins, έφυγα για να προλάβω την επόμενη ταινία στο Δαναό.
Το «Assassins: A Film Concerning Rimbaud», είναι η πρώτη ταινία του Todd Haynes που γύρισε στα 20 του χρόνια, και είναι εμπνευσμένη από τη ζωή του Ρεμπώ και τη σχέση του με τον Βερλαίν. Παρουσιάζει αποσπασματικά σκηνές από τη ζωή του, με συνειδητά επιτηδευμένο, προκλητικά καλλιτεχνικό τρόπο, επενδεδυμένα με σύγχρονο soundtrack και μια κάποια «αιρετική» ματιά. Προφανώς γοητευμένος από τη βλάσφημη, αντιδραστική φιγούρα που τον συνοδεύει, ο Ηaynes αφιερώνει τις εικόνες του με λατρεία στον καταραμένο ποιητή. Μια ταινία που πιο πολύ αφορά τους φαν του σκηνοθέτη, μια και ως η πρώτη του προσπάθεια είναι σπάνια να τη βρεις στο πανί και πλέον συλλέκτικής αξίας. Σε κάποιες σεκανς μπορεί κανείς να ανγνωρίσει το βλέμμα του Todd Haynes όπως τον γνωρίζουμε αργότερα.
Once, του John Carney
Μια μουσική ταινία κυριολεκτικά διαφορετική από τις άλλες, ένα μιούζικαλ του δρόμου, ένα boy-meets-girl love story τόσο ίδιο μα και τόσο διαφορετικό από τα άλλα. Μια πραγματικά φρέσκια ταινία, μια ειλικρινά ανθώπινη ρομαντική ιστορία και μερικά τραγούδια που τρυπώνουν κατευθείαν στην καρδιά. Ανεπιτήδευτη, γλυκιά, αντισυμβατική, πρωτότυπη, απλή και ουσιαστική, η πιο αγαπησιάρικη (όχι όμως με τη γλυκερή έννοια) ταινία της χρονιάς. Στους δρόμους του Δουβλίνου, ένας περιπλανώμενος μουσικός και μια μετανάστρια που πουλάει λουλούδια θα ενώσουν ασυναίσθητα το ταλέντο τους στη μουσική, μέσα σε μια βδομάδα δημιουργικής (και όχι αμιγώς ερωτικής) συνύπαρξης. Οι νότες, τα βλέμματα, οι περιπλανήσεις, οι κουβέντες, η μουσική και τα συναισθήματα σ’ένα ζευγάρι που προσπαθεί να αρνηθεί τη χημεία του, όμως αυτή ξεπηδάει από την οθόνη μέσα από τις χειροποίητες, σχεδόν ερασιτεχνικές εικόνες του John Carney και την ιδιαίτερη μουσική των Frames. Για αθεράπευτα ρομαντικούς αλλά και για κυνικούς, η feel good έκπληξη της χρονιάς που δεν ήθελα να τελειώσει.
Παρασκευή 29/9
Υπέροχη ζωή / Life can be so wonderful
Ένα οπτικοποιημένο ποίημα με πέντε στροφές –αυτός θα ήταν ένας λυρικός τίτλος για την πρώτη ταινία του Minorikawa Osamu. Βέβαια αυτό προϋποθέτει πως το ποίημα μπροεί να «διαβαστεί» και από αδαείς και μπορεί να αποκωδικοποιηθεί από τον ανυποψίαστο θεατή. Το συγκεκριμένο φιλμ, αποτελείται από πέντε κεφάλαια-ταινίες μικρού μήκους, που πραγματεύονται την καθημερινότητα διαφορετικών ανθρώπων στη σύγχρονη (;) Ιαπωνία, επικεντρώνοντας στις μικρές λεπτομέρειες που -θεωρητικά- χρωματίζουν τη ζωή. Εντέλει, η λυρικότητα του γίνεται κουραστική, και η απλότητά του μοιάζει απλοϊκή.
Το σκάφανδρο και η πεταλούδα / Le scaphandre et le Papilion
Ε, S, A, R, I, N, T... Κάποιες φορές ο κόσμος έρχεται ανάποδα με τέτοιο τρόπο που ακόμα και τα γράμματα της αλφαβήτου πρέπει να διαβάζονται διαφορετικά. Όπως ακριβώς συνέβη με την εξωπραγματική -όμως πέρα για πέρα αληθινή- ιστορία του Ζαν Ντομινίκ Μπομπί: Πριν 10 περίπου χρόνια, μετά από εγκεφαλικό, ο αρχισυντάκτης του γαλλικού “Elle” έμεινε απολύτως παράλυτος, όμως με πλήρη πνευματική και διανοητική διάυγεια και με μόνη του δυνατότητα να κουνάει το ένα του βλέφαρο. Κι όχι μόνο έζησε για κάμποσο καιρό σε αυτή την κατάσταση, καταφέρνοντας να επικοινωνήσει με τους γύρω του, αλλά έγραψε και αυτοβιογραφικό βιβλίο –με τη βοήθεια πάντα ειδικών γλωσσολόγων και λογοθεραπευτών που δημιούργησαν έναν ειδικό κώδικα επικοινωνίας μαζί του.
Έχοντας μια φυσική απέχθεια σε «ταινίες νοσοκομείου» (η βαριά ανάσα που ακούγεται μέσα από τους σωλήνες της τραχειεκτομής και οι εγχειρήσεις στα μάτια είναι κυριολεκτικά οι χειρότεροι εφιάλτες μου) και στα δακρύβρεχτα μελό, πήγα να δω την ταινία περισσότερο από περιέργεια και χωρίς μεγάλες προσδοκίες. Και προέκυψε τελικά μια από τις καλύτερες ταινίες του φεσtιβάλ. Με εκπληκτική σκηνοθεσία, βλέποντας τον κόσμο μέσα από τα μάτια του παράλυτου πρωταγωνιστή, και με πολύ σωστή διαχείριση της ιστορίας ωστε να μην γίνεται παρατραβηγμένο μελό, ο Julian Schnabel γύρισε μια πραγματικά ξεχωριστή ταινία –ύμνο στη ζωή. Ξεκινώντας την ιστορία του εγκλωβισμένος μέσα σ’ένα «σκάφανδρο» που τον βύθιζε όλο και πιο βαθειά μέσα στην άβυσσο την ανυπαρξίας ο Ζαν-Ντο Μπομπί βρήκε την ψυχική δύναμη -με την κατάλληλη αρωγή- να κρατηθεί απ’ο,τι ανθρώπινο είχε μέσα του και να μετατρέψει το αβυσσαλέο σκοτάδι που τον έπνιγε (η πρωτη κουβέντα που κατάφερε να εκφράσει ήταν «θέλω να πεθάνω»), σε μια πεταλούδα, που ταξίδευε με τη φαντασία του σε μέρη φωτεινά. Χωρίς να εκβιάζει το συναίσθημα, το δάκρυ, τον οίκτο του θεατή, χωρίς να σε τραβάει από το χέρι για να σου δώσει το χαρτμάντηλο της συγκίνησης ή ..το πλακατ υπερ της ευθανασίας, το «Σκάφανδρο και η πεταλούδα» είναι μια ταινία βαθιά ανθώπινη, που σου δίνει τελειώνοντας μια παράδοξη αλλά ολοκληρωτική αίσθηση αισιοδοξίας. Υπέροχο και το soundtrack.
Ζώνη άμυνας / La zona
Κοινωνική αλληγορία, φουτουριστικό θριλερ και υπαρξιακή αγωνία στη «ζώνη άμυνας». Στην καρδιά μιας πάμφτωχης (παραγκού)πολης του Μεξικό βρίσκεται η «La Zona»: περίκλειστη, μ’ενα τείχος να τη χωρίζει από τον κόσμο, είναι μια «προνομιούχος» περιοχή, ένα πλούσιο προάστιο που ζει με την ευτυχία και την κατάρα της απομόνωσής του. Κάμερες σε κάθε γωνιά του τείχους, εσωτερική αστυνόμευση και φαινομενική ηρεμία. Μέχρι που μια νυχτερινή καταιγίδα δημιουργεί μια ρωγμή στον τοίχο -και οι πρώτες ρωγμές αρχίσουν να δημιουργούνται και στην «ιδανική» πολιτεία της Ζώνης. Ένα πλήθος από εξαγορασμένες, ένοχες συνειδήσεις προσπαθούν να κρύψουν μια αλήθεια βουτηγμένη στο αίμα, να κρύψουν όπως όπως κάτω από τα παχιά χαλιά τις βρωμιές τους και να εξαφανίσουν τα πτώματα μέσα στο ιλλουστρε περιτύλιγμα. Όταν η αυτοπροστασία μετατρέπεται σε αυτοδικία και η αίσθηση ασφάλειας σε απειλή εγκλεισμού, τότε έχετε εισέλθει στη la zona. Ο κίνδυνος μεταμορφώνει τους φιλήσυχους πολίτες σε αιμοδιψή θηρία και ο φόβος απώλειας των κεκτημένων ξυπνά τα πιο άγρια ένστικτα, σ’ενα ζοφερό κυνήγι μέχρι τελική πτώσεως. Πανέξυπνη η κεντρική ιδέα και δυνατή η αλληγορία, υπάρχουν όμως κάποια μικροπροβλήματα στην ανάπτυξη της ιστορίας που σε στιγμές μπερδεύουν και κουράζουν το θεατή. Μια συνολικά όμως πολύ καλή ταινία, που αξίζει προσοχής (και διανομής).
Thursday, September 27, 2007
Νύχτες Πρεμιέρας
[Aρκετές οι ταινίες από τη Δευτέρα που ήρθα.. Ορίστε ένα κατεβατό με αυτά που είδα ως τώρα]

Δευτέρα 25/9
Πρώτη μου μέρα στις Νύχτες Πρεμιέρας, στις οποίες κατέφθασα ενθουσιώδης αλλά ολίγον άτυχη -Το μεν πνεύμα πρόθυμο η δε σαρξ ασθενής! Με λίγο πυρετό, φτερνίσματα και πολλά χαρτομάντηλα (και λόγω συγκίνησης) κατάφερα να παρακολουθήσω μόλις μία προβολή, αλλά πολύ αναμενόμενη: Η «Εξιλέωση» (Atonement) του Τζο Ραϊτ, βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Ίαν ΜακΓιουαν, που άφησε πολύ καλές εντυπώσεις στην πρόσφατη Μόστρα της Βενετίας τόσο για τη σκηνοθεσία της όσο και για την ερμηνεία της Κίρα Νάϊτλι.
Στη Βρετανία της δεκαετίας του ’30 ένας έρωτας ανθίζει μέσα στο πλουσιόσπιτο των Τάλις, ανάμεσα στον καλής ανατροφής αλλά φτωχής καταγωγής γιο της οικονόμου Ρόμπι (Τζεϊμς ΜακΑβοι) και την μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας, Σεσίλια (Κιρα Ναϊτλι). Όμως, πίσω από τα κλειστά παράθυρα και τις γερμένες πόρτες, τους παρακολουθεί άγρυπνο το βλέμμα της μικρής αδερφής Μπράιονι, με την καλπάζουσα φαντασία και τον κρυφό πόθο της για τον Ρόμπι να την οδηγούν σε μια καταστροφική επιλογή: Ο Ρόμπι βρίσκεται στη φυλακή και μετέπειτα στην πρώτη γραμμή του πολέμου, η Σεσίλια απομένει μόνη της αναμένοντας στωικά την επιστροφή του, και η μικρή Μπράιονι βυθίζεται στις τύψεις της για την πράξη της και στην ανάγκη της για εξιλέωση, προσπαθώντας, χωρίς αποτέλεσμα, να ξεπλύνει το αίμα από πάνω της (μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά σε μερικές πολύ όμορφες αλληγορικές στιγμές). Το προσωπικό δράμα τριών ανθρώπων, οι λάθος επιλογές, οι στιγμές εκείνες που δεν μας αφήνουν να προχωρήσουμε μπροστά ή αυτές που μας δίνουν δύναμη να συνεχίσουμε όταν όλα δεχνουν μάταια, η τύψεις, το πάθος, το μίσος, ο έρωτας και η ενοχή μπερδεμένα μέσα στη δίνη και στον παραλογισμό του πολέμου.
Το έργο, συνολικά, δεν καταφέρνει να απογειωθεί ολοκληρωτικά (παρά μόνο σε κάποιες μεμονωμένες σκηνές), ενώ προσωπικά δεν με έπεισε η χημεία των πρωταγωνιστών. Αξιοσημείωτη είναι όμως η φωτογραφία και η σκηνοθετικη μαεστρία του Τζο Ράιτ (δεν θα εκπλαγώ καθόλου αν βρεθει στις υποψηφιότητες για Οσκαρ), ειδικά στις υπερβατικές, λυρικές και ταυτόχρονα σκληρές σκηνές της αποχώρησης από το Dunkirk που πραγματικά αφήνουν το θεατή με ανοιχτό το στόμα. Στην πολή όμορφη τελική σεκάνς, νιώθεις με κάποιο τρόπο την «εξιλέωση» που αναζητά η Μπράιονι, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα δεν φέρνει τελικά την πολυπόθητη λυτρωση για το θεατή.
Τρίτη 26/9
Zoo
Ένα θέμα ταμπού. Ένας θάνατος που απασχόλησε τα ΜΜΕ της Αμερικής πριν κάποια χρόνια. Και ένα ντοκυμαντερ που επικεντρώνει στο συγκεκριμένο θέμα, αποφεύγοντας την ηθικολογία -αλλά και σε στιγμές ακόμα και το θέμα του το ίδιο.
Η κτηνοβασία είναι αναμφίβολα ένα θέμα που δύσκολα αγγίζεται. Και δύσκολα δείχνεται. Και, ακόμα πιο δύσκολα, κρίνεται. Έτσι, το συγκεκριμένο «ντοκυμαντερ» αποφεύγει έμμεσα να κάνει οτιδήποτε από τα τρία. Ή μάλλον, επιδιώκει μόνο να αγγίξει το ζήτημα. Χωρίς όμως να δείξει, ούτε να σχολιάσει. Υπαινίσσεται. Συμβάντα, σκηνές, απόψεις, θέσεις. Καταγράφει τις εμπειρίες πρωταγωνιστών της συγκλονιστικής ιστορίας (ένας άνθρωπος πέθανε από εσωτερική αιμοραγία μετά τη συγκεκριμένη πράξη), με τρόπο αποσπασματικό, μέσα από εμβόλικα λυρικά πλάνα, ανάμεσα σε γεγονότα. Η ταινία, είναι η αλήθεια, φαίνεται να στερείται προσανατολισμού (αν βέβαια θεωρήσουμε οτι χρειάζεται). Παρουσιάζει όμως ένα θέμα δύσπεπτο και δύσκολο. Επειδή δεν κρίνει, μου είναι δύσκολο να την «κρίνω» κι εγώ. Απλά παρακολούθησα. Κι έμεινα μ’ένα μεγάλο ερωτηματικό, μετέωρη ανάμεσα στο «σωστό» και το «λάθος» κι ακόμα πιο σαστισμένη σ’αυτό το δυσπρόσιτο ταμπού.
Broken English, της Zoe Cassavetes
Το ύφος των ταινιών «Πριν το Ξημέρωμα» και «Πριν το ηλιοβασίλεμα» τείνει πλέον να γίνει σχολή. Άλλη μια ταινία λοιπόν που έρχεται με αντίστοιχες συστάσεις από το φεστιβάλ του Sundance, και πρόκειται για την πρώτη σκηνοθετική προσπάθεια της κόρης του John Cassavetes. Βέβαια λίγη -έως καμία- σχέση έχει με το σινεμά του πατέρα της. Καταπιάνεται με μια ανάλφρη κομεντί, πράγματι στο στυλ των προαναφερθεισών ταινιών, και η αλήθεια έιναι πως διαχειρίζεται καλά το θέμα της. Η ιστορία απλή και συνήθης: μια νευρωτική νεοϋορκέζα, (πολλές) αποτυχημένες σχέσεις, κρίσεις πανικού, χαμηλή αυτοπεποίθηση, αυτολύπηση. Μέχρι που εμφανίζεται ένας υπέροχος Γάλλος, που με τα «σπαστά αγγλικά» του και το ανάλαφρο και αλαφροϊσικωτο (μα τόσο ρομαντικό) στυλ του, θα της κλέψει την καρδιά και θα τη βάλει πάλι στο πιχνίδι της ζωής και του έρωτα. Τίποτα περισσότερο, αλλά και τίποτα λιγότερο από αυτό. Ένα ευχάριστο, αθεράπευτα ρομαντικό δίωρο, με όμορφο ρυθμό, ένα υπέροχο (πάντα!) Παρίσι, έναν ερωτεύσιμο πρωταγωνιστή κι ένα ζευγάρι με καλή χημεία. Μια καλή, δοκιμασμένη συνταγή για το πρώτο βήμα της (συμπαθέστατης, όπως αποδείχθηκε από αυτά που μας είπε στην αίθουσα) Zoe. Με πιο «σοβαρό» υλικό, δείχνει πως έχει κι άλλες δυνατότητες. Για την ώρα, οι ρομαντικές ψυχές σπέυσατε, μιας και τείνουν να εκλείψουν πλέον οι γνήσια ρομαντικές καλοστημένες ιστορίες.
Τετάρτη 27/9
Waitress, της Adrienne Shelly
Μια δραματική κομεντί με πρωταγωνίστρια μια δυστυχισμένη, καταπιεσμένη κοπέλα του αμερικάνικου νότου και ..τις πίτες της. Η Τζένα είναι εγκλωβισμένη σ’έναν αποτυχημένο γάμο με το βίαιο, καταπιεστικό άντρα της να μην την αφήνει να πάρει καμία πρωτοβουλία και να επιδιώκει να την κρατά κλειδωμένη στο σπίτι. Η μόνη της διέξοδος είναι η δουλειά της, ως σερβιτόρα σ’ένα ημιπαρακμιακό diner της περιοχής, όπου δημιουργεί θεσπέσιες πίτες, εμπνευσμένες από τα καθημερινά της προβλήματα. Η μoναδική της ελπίδα να ξεφύγει από αυτό το καταπιεστικό περιβάλλον είναι να το σκάσει, μαζεύοντας (κρυφά από τον άντρα της) λεφτά για να συμμετάσχει στον εθνικό διαγωνισμό πίτας, μέχρι που μένει (χωρίς να το επιδιώκει) έγκυος και ερωτεύεται τον νέο της γυναικολόγο. Παρά τους εύθυμους τόνους και τη γλυκερή ατμόσφαιρα, πρόκειται κατά βάση για ένα δράμα, που βασίζεται σε μια κλασική συνταγή, ανακατεύει όμως με πρωτότυπο τρόπο τα υλικά του και αφήνει τελικά μια γλυκόπικρη, πρωτόγνωρη γεύση. Και παρά το φαινομενικά «νόστιμο» happy end, την τελευταία μπουκιά αυτής της πίτας μπορεί να την καταπιείτε πιο δύσκολα: όλοι οι ήρωες εντέλει έχουν συμβιβαστεί, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, στο καλύτερο δυνατό και όχι στο καλύτερο συνολικά... “I’m happy enough. I don't expect much. I don't get much, I don't give much. I generally enjoy whatever comes along. That's my answer for you, summed up for your feminine consideration. I'm happy enough”.
Παρανοϊκή αγάπη / Crazy love των Dan Klores, Fisher Stevens
Ένα ντοκυμαντερ για μια πραγματικά «παρανοϊκή» για τα καθημερινά δεδομένα αγάπη, που απασχόλησε τα αμερικάνικα Μ.Μ.Ε από τη δεκαετία του ’50 μέχρι και σήμερα Ένα πάθος που παρά τα σκαμπανεβάσματα και τα πρωτοφανή περισταστικά που συνέβησαν μεταξύ του ζευγαριού παραμένει ζωντανό μέχρι σήμερα, αποδεικνύοντας με τον καλύτερο τρόπο οτι ο έρωτας είναι πράγματι.. τυφλός. «If I can’t have you, then nobody can” είναι η σκέψη - κινητήριος άξονας αυτής της εμμονής, που αφήνει τον ανυποψίαστο θεατή με ανοιχτό το στόμα. Αμοιβαίες εξωσυζυγικές σχέσεις, βίαιες επιθέσεις (με τραγικα αποτελέσματα), φυλακίσεις, πρωτοσέλιδα, «παρανοϊκές» επανασυνδέσεις. Δύο τρελοί κι ένας έρωτας φυσιολογικός.. Ή μήπως ο Μπερτ και η Λιντα είναι «φυσιολογικοί» και ο έρωτας τους τρελός; Ένα ντοκυμαντερ που βασίζεται στη δύναμη του θέματός του, αλλά είναι λίγο διεκπεραιωτικό ως προς την κατασκευή του.
Black sheep, του Jonathan King
“The violence of the lambs” θα μπορούσε να είναι ο υπότιτλος αυτής της ταινίας, που μόνον ο όρος “Frankensheep” είναι ικανός για να σας εισαγάγει στην παράνοιά του: Γενετικώς μεταλλαγμένα πρόβατα, που διατηρώντας το αθώο «αρνάκι-άσπρο-και-παχύ» παρουσιαστικό τους, μεταμορφώνονται εσωτερικά σε ανηλεή σαρκοβόρα τέρατα που επιτίθενται και κατασπαράζουν ο,τι κινείται, μετατρέποντας συγχρόνως (o,τι απομένει από) αυτό σε σαρκοβόρο πρόβατο. Ένα σπλάτερ με πρόβατα λοιπόν, για τους φαν του είδους (του σπλάτερ, όχι των προβάτων). Πολύ πρωτότυπη η κεντρική ιδέα και έξυπνη η αποτύπωσή της, μιας και τα πρόβατα διατηρούν το άκακο και αθώο ύοφς τους καθ’όλη τη διάρκεια της ταινίας, κι έτσι ο αιφνιδιασμός της πρωτοφανούς επιθετικής τους φύσης πετυχαίνει κάθε φορά, αν και το στορυ δεν αναπτύσσεται και δεν εξελίσσεται καθόλου. Όχι πως χρειάζεται κάτι περισσότερο μια τέτοιου είδους ταινία, αφού το fun της διατηρείται στο ακέραιο. Τα σχόλια για τα ενδοοικογενειακά προβλήματα, την παρέμβαση του ανθρώπου στη φύση και για τη βιοηθική σαφώς και (μπορούν να) μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Ο σκοπός του έργου επιτυγχάνεται στο έπακρο (αν και εξαντλείται εκεί) στις σκηνές ανθολογίας με τα τεράστια κοπάδια από αφράτα, πανάγαθα πρόβατα να κατεβαίνουν απειλητικά το λόφο με επική μουσική υπόκρουση εκστρατείας. Μπεεεεε!
*Δημοσιέυτηκε με παραλλαγές στον Εξώστη

Δευτέρα 25/9
Πρώτη μου μέρα στις Νύχτες Πρεμιέρας, στις οποίες κατέφθασα ενθουσιώδης αλλά ολίγον άτυχη -Το μεν πνεύμα πρόθυμο η δε σαρξ ασθενής! Με λίγο πυρετό, φτερνίσματα και πολλά χαρτομάντηλα (και λόγω συγκίνησης) κατάφερα να παρακολουθήσω μόλις μία προβολή, αλλά πολύ αναμενόμενη: Η «Εξιλέωση» (Atonement) του Τζο Ραϊτ, βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Ίαν ΜακΓιουαν, που άφησε πολύ καλές εντυπώσεις στην πρόσφατη Μόστρα της Βενετίας τόσο για τη σκηνοθεσία της όσο και για την ερμηνεία της Κίρα Νάϊτλι.
Στη Βρετανία της δεκαετίας του ’30 ένας έρωτας ανθίζει μέσα στο πλουσιόσπιτο των Τάλις, ανάμεσα στον καλής ανατροφής αλλά φτωχής καταγωγής γιο της οικονόμου Ρόμπι (Τζεϊμς ΜακΑβοι) και την μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας, Σεσίλια (Κιρα Ναϊτλι). Όμως, πίσω από τα κλειστά παράθυρα και τις γερμένες πόρτες, τους παρακολουθεί άγρυπνο το βλέμμα της μικρής αδερφής Μπράιονι, με την καλπάζουσα φαντασία και τον κρυφό πόθο της για τον Ρόμπι να την οδηγούν σε μια καταστροφική επιλογή: Ο Ρόμπι βρίσκεται στη φυλακή και μετέπειτα στην πρώτη γραμμή του πολέμου, η Σεσίλια απομένει μόνη της αναμένοντας στωικά την επιστροφή του, και η μικρή Μπράιονι βυθίζεται στις τύψεις της για την πράξη της και στην ανάγκη της για εξιλέωση, προσπαθώντας, χωρίς αποτέλεσμα, να ξεπλύνει το αίμα από πάνω της (μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά σε μερικές πολύ όμορφες αλληγορικές στιγμές). Το προσωπικό δράμα τριών ανθρώπων, οι λάθος επιλογές, οι στιγμές εκείνες που δεν μας αφήνουν να προχωρήσουμε μπροστά ή αυτές που μας δίνουν δύναμη να συνεχίσουμε όταν όλα δεχνουν μάταια, η τύψεις, το πάθος, το μίσος, ο έρωτας και η ενοχή μπερδεμένα μέσα στη δίνη και στον παραλογισμό του πολέμου.
Το έργο, συνολικά, δεν καταφέρνει να απογειωθεί ολοκληρωτικά (παρά μόνο σε κάποιες μεμονωμένες σκηνές), ενώ προσωπικά δεν με έπεισε η χημεία των πρωταγωνιστών. Αξιοσημείωτη είναι όμως η φωτογραφία και η σκηνοθετικη μαεστρία του Τζο Ράιτ (δεν θα εκπλαγώ καθόλου αν βρεθει στις υποψηφιότητες για Οσκαρ), ειδικά στις υπερβατικές, λυρικές και ταυτόχρονα σκληρές σκηνές της αποχώρησης από το Dunkirk που πραγματικά αφήνουν το θεατή με ανοιχτό το στόμα. Στην πολή όμορφη τελική σεκάνς, νιώθεις με κάποιο τρόπο την «εξιλέωση» που αναζητά η Μπράιονι, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα δεν φέρνει τελικά την πολυπόθητη λυτρωση για το θεατή.
Τρίτη 26/9
Zoo
Ένα θέμα ταμπού. Ένας θάνατος που απασχόλησε τα ΜΜΕ της Αμερικής πριν κάποια χρόνια. Και ένα ντοκυμαντερ που επικεντρώνει στο συγκεκριμένο θέμα, αποφεύγοντας την ηθικολογία -αλλά και σε στιγμές ακόμα και το θέμα του το ίδιο.
Η κτηνοβασία είναι αναμφίβολα ένα θέμα που δύσκολα αγγίζεται. Και δύσκολα δείχνεται. Και, ακόμα πιο δύσκολα, κρίνεται. Έτσι, το συγκεκριμένο «ντοκυμαντερ» αποφεύγει έμμεσα να κάνει οτιδήποτε από τα τρία. Ή μάλλον, επιδιώκει μόνο να αγγίξει το ζήτημα. Χωρίς όμως να δείξει, ούτε να σχολιάσει. Υπαινίσσεται. Συμβάντα, σκηνές, απόψεις, θέσεις. Καταγράφει τις εμπειρίες πρωταγωνιστών της συγκλονιστικής ιστορίας (ένας άνθρωπος πέθανε από εσωτερική αιμοραγία μετά τη συγκεκριμένη πράξη), με τρόπο αποσπασματικό, μέσα από εμβόλικα λυρικά πλάνα, ανάμεσα σε γεγονότα. Η ταινία, είναι η αλήθεια, φαίνεται να στερείται προσανατολισμού (αν βέβαια θεωρήσουμε οτι χρειάζεται). Παρουσιάζει όμως ένα θέμα δύσπεπτο και δύσκολο. Επειδή δεν κρίνει, μου είναι δύσκολο να την «κρίνω» κι εγώ. Απλά παρακολούθησα. Κι έμεινα μ’ένα μεγάλο ερωτηματικό, μετέωρη ανάμεσα στο «σωστό» και το «λάθος» κι ακόμα πιο σαστισμένη σ’αυτό το δυσπρόσιτο ταμπού.
Broken English, της Zoe Cassavetes
Το ύφος των ταινιών «Πριν το Ξημέρωμα» και «Πριν το ηλιοβασίλεμα» τείνει πλέον να γίνει σχολή. Άλλη μια ταινία λοιπόν που έρχεται με αντίστοιχες συστάσεις από το φεστιβάλ του Sundance, και πρόκειται για την πρώτη σκηνοθετική προσπάθεια της κόρης του John Cassavetes. Βέβαια λίγη -έως καμία- σχέση έχει με το σινεμά του πατέρα της. Καταπιάνεται με μια ανάλφρη κομεντί, πράγματι στο στυλ των προαναφερθεισών ταινιών, και η αλήθεια έιναι πως διαχειρίζεται καλά το θέμα της. Η ιστορία απλή και συνήθης: μια νευρωτική νεοϋορκέζα, (πολλές) αποτυχημένες σχέσεις, κρίσεις πανικού, χαμηλή αυτοπεποίθηση, αυτολύπηση. Μέχρι που εμφανίζεται ένας υπέροχος Γάλλος, που με τα «σπαστά αγγλικά» του και το ανάλαφρο και αλαφροϊσικωτο (μα τόσο ρομαντικό) στυλ του, θα της κλέψει την καρδιά και θα τη βάλει πάλι στο πιχνίδι της ζωής και του έρωτα. Τίποτα περισσότερο, αλλά και τίποτα λιγότερο από αυτό. Ένα ευχάριστο, αθεράπευτα ρομαντικό δίωρο, με όμορφο ρυθμό, ένα υπέροχο (πάντα!) Παρίσι, έναν ερωτεύσιμο πρωταγωνιστή κι ένα ζευγάρι με καλή χημεία. Μια καλή, δοκιμασμένη συνταγή για το πρώτο βήμα της (συμπαθέστατης, όπως αποδείχθηκε από αυτά που μας είπε στην αίθουσα) Zoe. Με πιο «σοβαρό» υλικό, δείχνει πως έχει κι άλλες δυνατότητες. Για την ώρα, οι ρομαντικές ψυχές σπέυσατε, μιας και τείνουν να εκλείψουν πλέον οι γνήσια ρομαντικές καλοστημένες ιστορίες.
Τετάρτη 27/9
Waitress, της Adrienne Shelly
Μια δραματική κομεντί με πρωταγωνίστρια μια δυστυχισμένη, καταπιεσμένη κοπέλα του αμερικάνικου νότου και ..τις πίτες της. Η Τζένα είναι εγκλωβισμένη σ’έναν αποτυχημένο γάμο με το βίαιο, καταπιεστικό άντρα της να μην την αφήνει να πάρει καμία πρωτοβουλία και να επιδιώκει να την κρατά κλειδωμένη στο σπίτι. Η μόνη της διέξοδος είναι η δουλειά της, ως σερβιτόρα σ’ένα ημιπαρακμιακό diner της περιοχής, όπου δημιουργεί θεσπέσιες πίτες, εμπνευσμένες από τα καθημερινά της προβλήματα. Η μoναδική της ελπίδα να ξεφύγει από αυτό το καταπιεστικό περιβάλλον είναι να το σκάσει, μαζεύοντας (κρυφά από τον άντρα της) λεφτά για να συμμετάσχει στον εθνικό διαγωνισμό πίτας, μέχρι που μένει (χωρίς να το επιδιώκει) έγκυος και ερωτεύεται τον νέο της γυναικολόγο. Παρά τους εύθυμους τόνους και τη γλυκερή ατμόσφαιρα, πρόκειται κατά βάση για ένα δράμα, που βασίζεται σε μια κλασική συνταγή, ανακατεύει όμως με πρωτότυπο τρόπο τα υλικά του και αφήνει τελικά μια γλυκόπικρη, πρωτόγνωρη γεύση. Και παρά το φαινομενικά «νόστιμο» happy end, την τελευταία μπουκιά αυτής της πίτας μπορεί να την καταπιείτε πιο δύσκολα: όλοι οι ήρωες εντέλει έχουν συμβιβαστεί, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, στο καλύτερο δυνατό και όχι στο καλύτερο συνολικά... “I’m happy enough. I don't expect much. I don't get much, I don't give much. I generally enjoy whatever comes along. That's my answer for you, summed up for your feminine consideration. I'm happy enough”.
Παρανοϊκή αγάπη / Crazy love των Dan Klores, Fisher Stevens
Ένα ντοκυμαντερ για μια πραγματικά «παρανοϊκή» για τα καθημερινά δεδομένα αγάπη, που απασχόλησε τα αμερικάνικα Μ.Μ.Ε από τη δεκαετία του ’50 μέχρι και σήμερα Ένα πάθος που παρά τα σκαμπανεβάσματα και τα πρωτοφανή περισταστικά που συνέβησαν μεταξύ του ζευγαριού παραμένει ζωντανό μέχρι σήμερα, αποδεικνύοντας με τον καλύτερο τρόπο οτι ο έρωτας είναι πράγματι.. τυφλός. «If I can’t have you, then nobody can” είναι η σκέψη - κινητήριος άξονας αυτής της εμμονής, που αφήνει τον ανυποψίαστο θεατή με ανοιχτό το στόμα. Αμοιβαίες εξωσυζυγικές σχέσεις, βίαιες επιθέσεις (με τραγικα αποτελέσματα), φυλακίσεις, πρωτοσέλιδα, «παρανοϊκές» επανασυνδέσεις. Δύο τρελοί κι ένας έρωτας φυσιολογικός.. Ή μήπως ο Μπερτ και η Λιντα είναι «φυσιολογικοί» και ο έρωτας τους τρελός; Ένα ντοκυμαντερ που βασίζεται στη δύναμη του θέματός του, αλλά είναι λίγο διεκπεραιωτικό ως προς την κατασκευή του.
Black sheep, του Jonathan King
“The violence of the lambs” θα μπορούσε να είναι ο υπότιτλος αυτής της ταινίας, που μόνον ο όρος “Frankensheep” είναι ικανός για να σας εισαγάγει στην παράνοιά του: Γενετικώς μεταλλαγμένα πρόβατα, που διατηρώντας το αθώο «αρνάκι-άσπρο-και-παχύ» παρουσιαστικό τους, μεταμορφώνονται εσωτερικά σε ανηλεή σαρκοβόρα τέρατα που επιτίθενται και κατασπαράζουν ο,τι κινείται, μετατρέποντας συγχρόνως (o,τι απομένει από) αυτό σε σαρκοβόρο πρόβατο. Ένα σπλάτερ με πρόβατα λοιπόν, για τους φαν του είδους (του σπλάτερ, όχι των προβάτων). Πολύ πρωτότυπη η κεντρική ιδέα και έξυπνη η αποτύπωσή της, μιας και τα πρόβατα διατηρούν το άκακο και αθώο ύοφς τους καθ’όλη τη διάρκεια της ταινίας, κι έτσι ο αιφνιδιασμός της πρωτοφανούς επιθετικής τους φύσης πετυχαίνει κάθε φορά, αν και το στορυ δεν αναπτύσσεται και δεν εξελίσσεται καθόλου. Όχι πως χρειάζεται κάτι περισσότερο μια τέτοιου είδους ταινία, αφού το fun της διατηρείται στο ακέραιο. Τα σχόλια για τα ενδοοικογενειακά προβλήματα, την παρέμβαση του ανθρώπου στη φύση και για τη βιοηθική σαφώς και (μπορούν να) μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Ο σκοπός του έργου επιτυγχάνεται στο έπακρο (αν και εξαντλείται εκεί) στις σκηνές ανθολογίας με τα τεράστια κοπάδια από αφράτα, πανάγαθα πρόβατα να κατεβαίνουν απειλητικά το λόφο με επική μουσική υπόκρουση εκστρατείας. Μπεεεεε!
*Δημοσιέυτηκε με παραλλαγές στον Εξώστη
Thursday, September 20, 2007
Εικόνες μικρού μήκους
[Ανταπόκριση από το Φεστβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας]
Εικόνες, εικόνες, εικόνες. Εδώ, που το "μέγεθος" δεν μετράει, τα πάντα έχουν να κάνουν με εικόνες. Εικόνες στη μεγάλη οθόνη, από κινηματογραφιστές από κάθε γωνιά του κόσμου που μας καταθέτουν κομμάτια της ψυχής τους μέσα από τα φιλμ τους, εικόνες από τους ηλιόλουστους ή βροχερούς δρόμους της Δράμας, από τα πρόσωπα των διψασμένων σινεφιλ και των ενθουσιωδών δημιουργών.
Το 13ο Διεθνές Διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβαλ μου έχει αφήσει μέχρι στιγμής τις καλύτερες εντυπώσεις. Το ισπανικό «Salvador», με θέμα του τις πρόσφατες επιθέσεις αυτοκτονίας στη Μαδρίτη, θέτει με εύστοχο, αιχμηρό αλλά ταυτόχρονα ευαίσθητο τρόπο ενδιαφέροντα ερωτήματα, ενώ το γαλλοσενεγαλέζικο «Ουσμαν» με άγγιξε και με συγκίνησε, το καλογυρισμένο αμερικάνικο «Chicxulub» άφησε επίσης καλές εντυπώσεις. Το κωμικό γαλλικό ο "Μότσαρτ των πορτοφολάδων" κέρδισε τα χαμόγελα αλλά και την προσοχή των θεατών, ενώ ο σουρεαλιστικός, αλληγορικός «Οσφριστής» επιβεβαίωσε την υποψία ότι από τη Νορβηγία έρχεται ένα σινεμά σύγχρονο και πρωτοποριακό. Το γερμανικό "Ακτίνα φωτός" μου κράτησε το ενδιαφέρον με τον πολύ καλό ρυθμό του και την έξυπνη κεντρική ιδέα του, ενώ στο σημερινό πρόγραμμα, ξεχώρισα το βραζιλιάνικο "Σάλιο" με τις περιπέτειες και τις αγωνίες ενός πρώτου φιλιού και το σπαρακτικό "Ela" από το Ην. Βασίλειο.
Στο ελληνικό τώρα πρόγραμμα, που το Φεστιβάλ γιορτάζει τα 30 του χρόνια, είδαμε μέχρι τώρα το τμήμα "Έλληνες του κόσμου", με παραγωγές υψηλού επιπέδου, αλλά ιδέες όχι τόσο πρωτότυπες, συνήθως με αρκετές δόσεις νοσταλγίας. Στο τμήμα των σπουδαστικών ταινιών πολλές οι νέες ιδέες και ιδιαίτερα ελπιδοφόρες παραγωγές γενικότερα, που με γέμισαν αισιοδοξία, όπως το καλοστημένο και έξυπνο "76.543" του Ζαχαρία Μαυροειδή και η "Χάρη" του Γαβριήλ Τζάφκα.
Αλλά αισιοδοξία δε με γέμισαν μόνο οι εικόνες επί της οθόνης, αλλά και τα όσα βλέπω έξω από τις αίθουσες, στους δρόμους της Δράμας. Ενδιαφέροντες δημιουργοί, σημαντικοί Άνθρωποι, όμορφες στιγμές, γλυκά ξενύχτια, βροχή ανακατεμένη με ήλιο, κουβέντες και τσιγάρα, άνθρωποι μπλεγμένοι σε εικόνες, εικόνες, εικόνες.
Μικρού μήκους ταινίες, μα μεγάλου μήκους όραμα σ’ αυτή την πόλη, που για αυτή τη βδομάδα χτυπάει η καρδιά της κινηματογραφόφιλης Ελλάδας. Ο παλμός της με παρασέρνει. Εσείς, τον ακούτε;
Εικόνες, εικόνες, εικόνες. Εδώ, που το "μέγεθος" δεν μετράει, τα πάντα έχουν να κάνουν με εικόνες. Εικόνες στη μεγάλη οθόνη, από κινηματογραφιστές από κάθε γωνιά του κόσμου που μας καταθέτουν κομμάτια της ψυχής τους μέσα από τα φιλμ τους, εικόνες από τους ηλιόλουστους ή βροχερούς δρόμους της Δράμας, από τα πρόσωπα των διψασμένων σινεφιλ και των ενθουσιωδών δημιουργών.
Το 13ο Διεθνές Διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβαλ μου έχει αφήσει μέχρι στιγμής τις καλύτερες εντυπώσεις. Το ισπανικό «Salvador», με θέμα του τις πρόσφατες επιθέσεις αυτοκτονίας στη Μαδρίτη, θέτει με εύστοχο, αιχμηρό αλλά ταυτόχρονα ευαίσθητο τρόπο ενδιαφέροντα ερωτήματα, ενώ το γαλλοσενεγαλέζικο «Ουσμαν» με άγγιξε και με συγκίνησε, το καλογυρισμένο αμερικάνικο «Chicxulub» άφησε επίσης καλές εντυπώσεις. Το κωμικό γαλλικό ο "Μότσαρτ των πορτοφολάδων" κέρδισε τα χαμόγελα αλλά και την προσοχή των θεατών, ενώ ο σουρεαλιστικός, αλληγορικός «Οσφριστής» επιβεβαίωσε την υποψία ότι από τη Νορβηγία έρχεται ένα σινεμά σύγχρονο και πρωτοποριακό. Το γερμανικό "Ακτίνα φωτός" μου κράτησε το ενδιαφέρον με τον πολύ καλό ρυθμό του και την έξυπνη κεντρική ιδέα του, ενώ στο σημερινό πρόγραμμα, ξεχώρισα το βραζιλιάνικο "Σάλιο" με τις περιπέτειες και τις αγωνίες ενός πρώτου φιλιού και το σπαρακτικό "Ela" από το Ην. Βασίλειο.
Στο ελληνικό τώρα πρόγραμμα, που το Φεστιβάλ γιορτάζει τα 30 του χρόνια, είδαμε μέχρι τώρα το τμήμα "Έλληνες του κόσμου", με παραγωγές υψηλού επιπέδου, αλλά ιδέες όχι τόσο πρωτότυπες, συνήθως με αρκετές δόσεις νοσταλγίας. Στο τμήμα των σπουδαστικών ταινιών πολλές οι νέες ιδέες και ιδιαίτερα ελπιδοφόρες παραγωγές γενικότερα, που με γέμισαν αισιοδοξία, όπως το καλοστημένο και έξυπνο "76.543" του Ζαχαρία Μαυροειδή και η "Χάρη" του Γαβριήλ Τζάφκα.
Αλλά αισιοδοξία δε με γέμισαν μόνο οι εικόνες επί της οθόνης, αλλά και τα όσα βλέπω έξω από τις αίθουσες, στους δρόμους της Δράμας. Ενδιαφέροντες δημιουργοί, σημαντικοί Άνθρωποι, όμορφες στιγμές, γλυκά ξενύχτια, βροχή ανακατεμένη με ήλιο, κουβέντες και τσιγάρα, άνθρωποι μπλεγμένοι σε εικόνες, εικόνες, εικόνες.
Μικρού μήκους ταινίες, μα μεγάλου μήκους όραμα σ’ αυτή την πόλη, που για αυτή τη βδομάδα χτυπάει η καρδιά της κινηματογραφόφιλης Ελλάδας. Ο παλμός της με παρασέρνει. Εσείς, τον ακούτε;
Tuesday, September 11, 2007
"Dans Paris", του Christophe Honoré
Μια ταινία γεμάτη άρνηση. Οι πρωταγωνιστές της αρνούνται να παραδεχτούν τα συναισθήματά τους, αρνούνται να δεχτούν τη συντροφικότητα, αρνούνται να αποδεχτούν την απώλειά της, αρνούνται να αποδεχτούν το θάνατο, αρνούνται να αγκαλιάσουν ο ένας τον άλλον. Και η ίδια η ταινία, αρνείται να ξετυλιχτεί με συμβατικούς όρους. Μια οικογένεια μισή σε ανθρώπους και συναισθήματα, γεμάτη μπερδεμένες σχέσεις, με δυο γιους συναισθηματικά ανάπηρους κι έναν πατέρα ανίκανο να διοχετεύσει σωστά την αγάπη του και τον υπερπροστατευτισμό του, θα συναντηθεί σε μια αναγκαστική συγκατοίκηση, που θα φέρει τα δυο αδέρφια -και τις δυο αρνήσεις τους- σε μετωπική -αλλά όχι βίαιαη- σύγκρουση. Από τη μία, η πλήρης κατάρρευση του χωρισμένου Πωλ, με μια κατάθλιψη σχεδόν ψυχαναγκαστική και από την άλλη η μάλλον επίπλαστη, μα επιφανειακά διασκεδαστική, πλήρης συναισθηματική αδιαφορία του Τζοναθαν.
Και μέσα σε μια μόλις μέρα, με μερικές βουτιές στον Σικουάνα, μια μεγάλη βόλτα στην πόλη με πολλές παρακάμψεις, μερικά τηλεφωνήματα χωρίς απάντηση και ένα παιδικό παραμύθι, η "επιστροφή στο Παρίσι", θα αποδειχθεί καταλυτική -και για τους δυο.
Κι αν η ταινία, συνολικά, αυθάδικα αρνείται να δοθεί στο θεατή, ακριβώς όπως οι πρωταγωνιστές αρνούνται να δοθούν στις σχέσεις τους, και τριγυρίζει μάλλον αδιάφορα τόσο στους δρόμους του Παρισιού όσο και στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων της, αυτή η σκηνή κατάφερε να γλιστρήσει μεσα στην καρδιά μου..
Και μέσα σε μια μόλις μέρα, με μερικές βουτιές στον Σικουάνα, μια μεγάλη βόλτα στην πόλη με πολλές παρακάμψεις, μερικά τηλεφωνήματα χωρίς απάντηση και ένα παιδικό παραμύθι, η "επιστροφή στο Παρίσι", θα αποδειχθεί καταλυτική -και για τους δυο.
Κι αν η ταινία, συνολικά, αυθάδικα αρνείται να δοθεί στο θεατή, ακριβώς όπως οι πρωταγωνιστές αρνούνται να δοθούν στις σχέσεις τους, και τριγυρίζει μάλλον αδιάφορα τόσο στους δρόμους του Παρισιού όσο και στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων της, αυτή η σκηνή κατάφερε να γλιστρήσει μεσα στην καρδιά μου..
Monday, September 3, 2007
"The Apartment", του Billy Wilder

Ένας υπάλληλος ιδανικός: εργατικός, έντιμος και αφοσιωμένος. Και, βέβαια, κάτοχος του "κλειδιού". Του κλειδιού της μικρής γκαρσονιέρας του, που είναι και το κλειδί της επιτυχίας του -Ελπίζει. Γιατί οσο το κλειδί του αλλάζει χέρια και το διαμέρισμα "αξιοποιείται" από υψηλά ιστάμενους, τόσο φάινεται να ανεβαίνει σε θέσεις και ορόφους τις εταιρείας ο γλυκύτατος Bud.
Μόνο, που, κάπου ανάμεσα στους ορόφους που ανεβοκατεβαίνει, πίσω από μια πόρτα του ασανσερ, τον παραμονεύει ο έρωτας.
Πόσο χαμηλά λοιπόν θα ανεχτεί να πέσει, στην προσπάθειά του να φτάσει στο πιο υψηλό γραφείο της εταιρείας; Και πόσο θα αντέξει να προσποιείται τον ευτυχισμένο, υποδυόμενος έναν εαυτό εντελώς αντίθετο με τον πραγματικό, όταν η πραγματική ευτυχία και ο έρωτας θα του χτυπήσουν την πόρτα;
Με ένα δακρυσμένο χαμόγελο και ένα πικρό γέλιο, για άλλη μια φορά κοίταξα μέσα από τη χαραμάδα του διαμερίσματος κατευθείαν στην ψυχή του C.C Baxter. Και, λίγο, στη δική μου.
[Μια πολύ σύντομη αναφορά στη λατρεμένη ταινία του Wilder, με αφορμή μια αναπάντεχη μετακόμιση και το νέο μου διαμέρισμα. Τρέξιμο και ευτράπελα ανευ προηγουμένου, και μια βδομαδα μετά, το νέο σπίτι έχει βάλει τα καλά του και είναι έτοιμο να με υποδεχτεί. Ελπίζω να με υποδεχτεί καλά. Δεν σας κρύβω οτι φοβάμαι λίγο.]
Μόνο, που, κάπου ανάμεσα στους ορόφους που ανεβοκατεβαίνει, πίσω από μια πόρτα του ασανσερ, τον παραμονεύει ο έρωτας.
Πόσο χαμηλά λοιπόν θα ανεχτεί να πέσει, στην προσπάθειά του να φτάσει στο πιο υψηλό γραφείο της εταιρείας; Και πόσο θα αντέξει να προσποιείται τον ευτυχισμένο, υποδυόμενος έναν εαυτό εντελώς αντίθετο με τον πραγματικό, όταν η πραγματική ευτυχία και ο έρωτας θα του χτυπήσουν την πόρτα;
Με ένα δακρυσμένο χαμόγελο και ένα πικρό γέλιο, για άλλη μια φορά κοίταξα μέσα από τη χαραμάδα του διαμερίσματος κατευθείαν στην ψυχή του C.C Baxter. Και, λίγο, στη δική μου.
[Μια πολύ σύντομη αναφορά στη λατρεμένη ταινία του Wilder, με αφορμή μια αναπάντεχη μετακόμιση και το νέο μου διαμέρισμα. Τρέξιμο και ευτράπελα ανευ προηγουμένου, και μια βδομαδα μετά, το νέο σπίτι έχει βάλει τα καλά του και είναι έτοιμο να με υποδεχτεί. Ελπίζω να με υποδεχτεί καλά. Δεν σας κρύβω οτι φοβάμαι λίγο.]
Monday, August 20, 2007
"Τί είδε η γυναίκα του Λωτ;", της Ιωάννας Μπουραζοπούλου

'Οταν όλα καίγονταν, τη στιγμή του τέλους, ένας άνθρωπος είχε το θάρρος (-ή πιο απλά την ακατανίκητη περιέργεια) να γυρίσει και να κοιτάξει. Να δει τα Σόδομα και τα Γόμορα να καταστρέφονται. Και τί είδε λοιπόν; Γιατί αυτό που είδε η μυθική γυναίκα του Λωτ ήταν τόσο τρομερό που έπρεπε να μεταμορφωθεί σε στήλη άλατος;
"Τί ήταν λοιπόν αυτό που είδε, που άξιζε μια τέτοια τιμωρία;", αναρωτιέται η Ιωάννα Μπουραζοπούλου -και μας κινεί την περιέργεια, προκαλώντας μας να κοιτάξουμε κι εμείς, με τον κίνδυνο βέβαια να μεταμορφωθούμε κι εμείς σε αλάτι.
Σ'αυτό το μυστηριώδες μωβ αλάτι που έπλασε η οργιώδης φαντασία της, που μ'αυτό έπνιξε τον κόσμο όλο και δημιούργησε έναν νέο χάρτη. Και στη μέση αυτού του νέου χάρτη, του πλημμυρισμένου, τοποθέτησε τα σύγχρονα Σόδομα, την "Αποικία". Πάνω από τη Νεκρά Θάλασσα, εκεί που αναβλύζει, λέει, το ιώδες αλάτι, η μεταμορφωμένη γυναίκα του Λωτ, εκεί που παράγεται το εθιστικό μυστήριο, εκεί βρίσκονται τα σύγχρονα Σόδομα. Που όμως είναι ήρεμα, καλοκουρδισμένα, λιμνάζοντα. Από την τρυφηλότητα των μυθικών διδύμων πόλεων, στην σύγχρονη Αποικία δεν έχει απομείνει παρά μόνο η απληστία. Και ο αμοραλισμός. Και ο φόβος. Και κυρίως, η ενοχή.
Στα σύγχρονα Σόδομα που περιγράφονται στο βιβλίο, οι πάντες είναι εθελουσίως υποταγμένοι, έχοντας εκχωρήσει την ελευθερία τους σ'εναν αόρατο άρχοντα. Σ'αυτόν που εξουσιάζει το εθιστικό αλάτι. Στην πραγματικότητα όμως είναι υποταγμένοι στις ενοχές τους, στις ενοχές για τον κόσμο που άφησαν πίσω. Και στον φόβο πως αυτός ο κόσμος θα τους αναζητήσει. Βρίσκονται εκούσια αποκλεισμένοι, γνωρίζοντας τη διέξοδο αλλά αρνούμενοι να την αντικρύσουν: σαν τους δυστυχισμένους μπουρζουάδες που έκλεισε στην έπαυλη ο Μπουνιουέλ. Μέχρι που στην Αποικία θα έρθει ένας πραγματικός "Άγγελος Εξολοθρευτής". Ασκώντας την μυστήρια γοητεία που ασκεί ο αινιγματικός επισκέπτης στο "Θεώρημα" του Παζολίνι, θα εμφανιστεί ένα μυστήριο πλάσμα που θα ταρακουνήσει τα ελώδη νερά της Αποικίας και θα προκαλέσει τους παρατημένους, παραδομένους Αποίκους να κάψουν οι ίδιοι την καταραμένη πολιτεία τους. Και να τη δουν οι ίδιοι να καταστρέφεται..
Και τί είδαν λοιπόν; Τί είδαμε εμείς, οι μάρτυρες της καταστροφής;
Το θέαμα δεν ήταν φαντασμαγορικό, μα είναι σκληρό και αληθινό. Και ταυτόχρονα, λίγο αισιόδοξο. Γιατί το τίμημα της γνώσης δεν μπορεί ποτέ να είναι η τιμωρία.
[Στα νησιά έμεινα πίσω ως προς τα κινηματογραφικά, έπιασα όμως τα βιβλία. Για το συγκεκριμένο, με παρακίνησαν πολλοί γνωστοί και τελικά δεν το μετάνιωσα -ίσως μόνο γιατί κάηκα από τον ήλιο, παρασυρμένη από την πλοκή του..]
Sunday, August 19, 2007
20 ταινίες για 20 κεράκια
I'm a year older!
Μια λίστα που θα αλλάζει χρόνο με το χρόνο,
20 ταινίες, χωρίς σειρά και χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, για τα 20 χρόνια:
Amarcord
Happiness
The Thomas Crown Affair
Casablanca
In the Mood For Love
The Usual Suspects
Le Fabuleux Destin D'Amelie Poulain
North By Northwest
American Beauty
Eternal Sunshine Of A Spottless Mind
8 1/2
Das Leben Der Anderen
Wild Strawberries
Η Καλπικη Λιρα
Eduart Scissorhands
OldBoy
Underground
Monty Python's Meaning Of Life
Les Invasions Barbares
El Angel Exterminador
Μια λίστα που θα αλλάζει χρόνο με το χρόνο,
20 ταινίες, χωρίς σειρά και χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, για τα 20 χρόνια:
Amarcord
Happiness
The Thomas Crown Affair
Casablanca
In the Mood For Love
The Usual Suspects
Le Fabuleux Destin D'Amelie Poulain
North By Northwest
American Beauty
Eternal Sunshine Of A Spottless Mind
8 1/2
Das Leben Der Anderen
Wild Strawberries
Η Καλπικη Λιρα
Eduart Scissorhands
OldBoy
Underground
Monty Python's Meaning Of Life
Les Invasions Barbares
El Angel Exterminador
Monday, August 6, 2007
"Ιστορίες από το αμερικανικό σινεμά Ν2: η μεγάλη περιδίνηση", του Αλέξη Δερμεντζόγλου

Διαβάζοντας αυτές τις «ιστορίες», στο μυαλό μου ασυναίσθητα ξεκίνησε ένα κινηματογραφικό γαϊτανάκι –όμοιο μ’ αυτό που τρέχει στο μυαλό του συγγραφέα: Κάθε σκηνή έφερνε στο νου μια άλλη σκηνή, κάθε χαρακτήρας τραβούσε από το χέρι έναν άλλο χαρακτήρα, κάθε ιστορία μπλεκόταν στο σενάριο μιας άλλης ιστορίας και κάθε ταινία έδινε έτσι τη σειρά της σε μια άλλη ταινία σ’ενα συνειρμικό γαϊτανάκι εικόνων χωρίς ουσιαστικά τελειωμό. Και δημιουργήθηκαν έτσι αβίαστα θεματικές ενότητες, προέκυψαν συνδετικοί κρίκοι ταινιών και σκηνοθετών, δημιουργήθηκε ένα μεγάλο σύνολο που μέσα του χώρεσαν κάθε είδους ιστορίες από το αμερικανικό σινεμά της τελευταίας 10ετίας.
Οι «ιστορίες από το αμερικάνικο σινεμά» του Αλέξη Δερμεντζόγλου δεν είναι επουδενί ένα κινηματογραφικό εγχειρίδιο, δεν είναι οδηγός ταινιών, δεν είναι κριτική αποτίμηση. Δεν έχει την επιστημονικοφανή έπαρση ενός επαγγελματία κριτικού ούτε την αλαζονεία μιας δήθεν αυθεντίας. Αντίθετα είναι ένα βιβλίο γραμμένο με τη λαχτάρα ενός ερασιτέχνη -με την κυριολεκτική έννοια του όρου- και την αφοσίωση ενός ανθρώπου που καταναλώνει εικόνες όπως αναπνέει.
Οι «ιστορίες από το αμερικάνικο σινεμά», διηγούνται απλά και ανεπιτήδευτα ιστορίες. Ιστορίες και σκέψεις προσωπικές, που δημιουργήθηκαν στο μυαλό του συγγραφέα καθώς παρακολουθούσε αδιάλειπτα τα κινηματογραφικά έργα. Σκέψεις και ιστορίες που δημιουργούνται στο μυαλό όλων μας όταν βρισκόμαστε στα σκοτεινά καθίσματα απέναντι από τη μεγάλη ή τη μικρή οθόνη. Είναι σκέψεις που δεν χρειάζεται -δεν μπορεί- να είναι αξιολογικές. Γι’ αυτό άλλωστε κι έχουν αξία. Και γι’αυτό διαφέρουν στον καθένα μας.
Οι «ιστορίες» αυτές θα είναι αναμφίβολα μια αφορμή για κάθε κινηματογραφόφιλο να πλάσει τις δικές του ιστορίες, διαφωνώντας ή συμφωνώντας με τις επιλογές του συγγραφέα, προσθέτοντας ονόματα και τίτλους που τυχόν λείπουν, αναπολώντας τις δικές του, προσωπικές σκηνές, αξιολογώντας τις δικές του αγαπημένες ταινίες και συνδέοντάς τες με άλλες, περισσότερο ή λιγότερο αγαπημένες, αλλά πάντα για κάποιο ιδιαίτερο λόγο σημαντικές. Ο Αλέξης Δερμεντζόγλου, παίζοντας συνεχώς με το μοτίβο της απώλειας και της απουσίας, γεμίζει το κενό αυτό με ιστορίες από το αμερικάνικο σινεμά, βουτώντας στη δίνη των κινηματογραφικών εικόνων. Και μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του, μας καλεί κι εμάς σ’αυτή την περιδίνηση.
Οι «ιστορίες από το αμερικάνικο σινεμά» του Αλέξη Δερμεντζόγλου δεν είναι επουδενί ένα κινηματογραφικό εγχειρίδιο, δεν είναι οδηγός ταινιών, δεν είναι κριτική αποτίμηση. Δεν έχει την επιστημονικοφανή έπαρση ενός επαγγελματία κριτικού ούτε την αλαζονεία μιας δήθεν αυθεντίας. Αντίθετα είναι ένα βιβλίο γραμμένο με τη λαχτάρα ενός ερασιτέχνη -με την κυριολεκτική έννοια του όρου- και την αφοσίωση ενός ανθρώπου που καταναλώνει εικόνες όπως αναπνέει.
Οι «ιστορίες από το αμερικάνικο σινεμά», διηγούνται απλά και ανεπιτήδευτα ιστορίες. Ιστορίες και σκέψεις προσωπικές, που δημιουργήθηκαν στο μυαλό του συγγραφέα καθώς παρακολουθούσε αδιάλειπτα τα κινηματογραφικά έργα. Σκέψεις και ιστορίες που δημιουργούνται στο μυαλό όλων μας όταν βρισκόμαστε στα σκοτεινά καθίσματα απέναντι από τη μεγάλη ή τη μικρή οθόνη. Είναι σκέψεις που δεν χρειάζεται -δεν μπορεί- να είναι αξιολογικές. Γι’ αυτό άλλωστε κι έχουν αξία. Και γι’αυτό διαφέρουν στον καθένα μας.
Οι «ιστορίες» αυτές θα είναι αναμφίβολα μια αφορμή για κάθε κινηματογραφόφιλο να πλάσει τις δικές του ιστορίες, διαφωνώντας ή συμφωνώντας με τις επιλογές του συγγραφέα, προσθέτοντας ονόματα και τίτλους που τυχόν λείπουν, αναπολώντας τις δικές του, προσωπικές σκηνές, αξιολογώντας τις δικές του αγαπημένες ταινίες και συνδέοντάς τες με άλλες, περισσότερο ή λιγότερο αγαπημένες, αλλά πάντα για κάποιο ιδιαίτερο λόγο σημαντικές. Ο Αλέξης Δερμεντζόγλου, παίζοντας συνεχώς με το μοτίβο της απώλειας και της απουσίας, γεμίζει το κενό αυτό με ιστορίες από το αμερικάνικο σινεμά, βουτώντας στη δίνη των κινηματογραφικών εικόνων. Και μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του, μας καλεί κι εμάς σ’αυτή την περιδίνηση.
Μια κινηματογραφική πρό(σ)κληση σε ένα διασκεδαστικό παιχνίδι εικόνων και ταυτόχρονα ένα ουσιαστικό μάθημα για την ιστορία του αμερικάνικου σινεμά, μέσα από ιστορίες που, χωρίς να το γνωρίζουμε, μοιραστήκαμε στις σκοτεινές αίθουσες.
[το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ερωδιός, όπως και το πρώτο μέρος]
[το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ερωδιός, όπως και το πρώτο μέρος]
Friday, August 3, 2007
"Scenes of a sexual nature", του Εd Bloom

Σ’ένα ηλιόλουστο πάρκο στο κέντρο του μουντού Λονδίνου διασταυρώνονται οι ανοιχτές καρδιές μια χούφτας ανθρώπων. Λίγα μόλις μέτρα μακριά από τους πολύβουους δρόμους της μητρόπολης, οι ρυθμοί χαλαρώνουν και άνθρωποι κάθε ηλικίας, χρώματος και φύλου επιδίδονται σε ένα ατέρμονο παιχνίδι φλερταρίσματος: Σχέσεις που ξεκινούν, σχέσεις που τελειώνουν πριν καν ξεκινήσουν, σχέσεις που δεν ξεκίνησαν ποτέ, σχέσεις που χάθηκαν και στην πορεία αναζωπυρώθηκαν. Θραύσματα διαλόγων που δεν ξέρουμε πότε ξεκίνησαν κι ούτε πότε θα τελειώσουν, ερωτικά καλέσματα, βλέμματα, αποκρίσεις. Κάθε κουβέντα και μια προσπάθεια για επαφή. Βρετανικό φλέγμα αλλά και αμηχανία, πρόκληση αλλά και αποθάρρυνση, αποδοχή αλλά και απόρριψη. Μια συνεχής διελκυστίνδα ανάμεσα στον έρωτα και το σεξ, κι όλα αυτά στη διάρκεια μερικών ανέμελων περιπάτων σ’ενα πάρκο, στο διάλειμμα μια τυχαίας μέρας.
Ένα ζευγάρι που χωρίζει, ένα ζευγάρι που τσακώνεται, ένα ζευγάρι που γνωρίζεται, ένας μυστήριος άνδρας που φλερτάρει μια -όχι και τόσο- αθώα κοπέλα, ένα ζευγάρι ομοφυλοφίλων που προσπαθεί να ανανεώσει τη σχέση του, δυο ηλικιωμένοι που ανακαλύπτουν τον χαμένο νεανικό τους έρωτα.
Σχέσεις διαφορετικές, ανάγκες κοινές, συναισθήματα αντιφατικά, διάλογοι διασταυρούμενοι, κι ένα κοινό μονοπάτι: αυτό του έρωτα -που, αν και κοινό για όλους, κρύβει για τον καθένα μας έναν διαφορετικό προορισμό.
Σχέσεις διαφορετικές, ανάγκες κοινές, συναισθήματα αντιφατικά, διάλογοι διασταυρούμενοι, κι ένα κοινό μονοπάτι: αυτό του έρωτα -που, αν και κοινό για όλους, κρύβει για τον καθένα μας έναν διαφορετικό προορισμό.
Tuesday, July 31, 2007
"Wild Strawberries", του Ingmar Bergman

Ενα παλιο αυτοκινητο και μια τελευταια διαδρομη.
Στασεις στο παρελθον, σε ονειρα και οραματα μιας ζωης που περασε αλλα δεν βιωθηκε, αποκαλυψεις σ' ενα σπιτι στην εξοχη με μια αναμνηση απο αγριες φραουλες που ο ψυχρος καθηγητης Borg δεν γευτηκε ποτε. Μια παρελαση χαρακτηρων με διπλη υποσταση, σ'ενα θεατρο φανταστικο εμπνευσμενο απο τη ζωη που δεν εζησε. 'Η μηπως μια αναπαρασταση αναμνησεων σε μια προσπαθεια ανασυνθεσης μιας ολοκληρης ζωης που ξερει πως φτανει στο τελος; Μια αναγκη εσωτερικη, ενα παιχνιδι της φαντασιας αχρονο και αιωνιο, μ'ενα ρολοι χωρις δεικτες για το χρονο που ακομα κι οταν φτανει το τελος, δεν τελειωνει ποτε.
Ενα καλοκαιρινο βραδυ, στου Ψυρρη. Σε μια ηλικια που ο κινηματογραφος ηταν μονο ανεμελη σαββατιατικη αποδραση στο Village με παρεα και ποπ κορν, ο πατερας μου με πηρε απο το χερι για να δουμε τον αγαπημενο του σκηνοθετη. Ακολουθησα με συγκρατημενη περιεργεια και συγκεκαλυμμενη βαρεμαρα. Δεν ειχε ποπ κορν, ουτε χρωματα στην οθονη.
Ειχε ενα ρολοι χωρις δεικτες και αγριες φραουλες με γευση πικρη. Και μια αποκαλυψη.
Ολα απο καπου ξεκινουν..
Χρονια μετα, ταινιες μετα, φτασαμε αισιως τα φετινα Χριστουγεννα. Φευγοντας απο τη Στοκχολμη, απαιτησαμε να κανουμε μια μικρη παρακαμψη -για το απαραιτητο προσκυνημα στην Ουπσαλα.
Εδω που μεγαλωσε η Φανυ και ο Αλεξανδρος, εδω που φυτρωσαν οι Αγριες Φραουλες, εδω που περασε το Καλοκαιρι με τη Μονικα, εδω που ακουσε Κραυγες και Ψιθυρους, εδω που επαιξε τη Φθινοπωρινη Σονατα, εδω που εζησε Σκηνες απο ενα Γαμο (απο πολλους γαμους), εδω που πρωτοσυναντηθηκε με τη μυστηρια Περσονα, εδω που επαιξε τη μυθικη παρτιδα σκακι. Αυτη που φοβηθηκε πως θα τη χασει, μα τελικα την κερδισε. Χτες το βραδυ, την κερδισε την καταραμενη παρτιδα. Γιατι ο Ingmar Bergman δεν θα πεθανει ποτε.
Teacher (in dream): Would you please diagnose this patient, professor Borg?
Isak Borg: But, this patient is dead.
[the patient bursts into laughter]
[συμβουλη: δειτε τι καλα που τα λεει και ο φιλος identity cafe, με αφορμη το θανατο των δυο μεγαλων]
Thursday, July 26, 2007

Δεν ειχα προλαβει να τον γνωρισω περισσοτερο, ουτε τον γνωριζα απο παλια. Φετος μου πρωτοεμφανιστηκε, οπως σε πολλους αλλους, μεσα απο τη μεγαλη οθονη, με το υγρο του βλεμμα που καταφερε αυτοστιγμει να κατακτησει τις ζωες μας, τις ζωες των αλλων.
Η δικη του ζωη ηταν απο καιρο αλλου. Και το γνωριζε για χρονια.
Δεν ξερω γιατι η ειδηση του θανατου του με ταραξε τοσο πολυ.
Ισως ειναι πεζο, ισως ειναι επειδη φετος ειδα μεζαμενες τοσες ταινιες του, προσπαθωντας να καλυψω το χαμενο χρονο, μιας και μετα τη μεγαλη "ανακαλυψη" μου οταν στην αρχη της χρονιας τον ειδα στο "Das Leben Der Anderen", αρχισα να ψαχνω μανιωδως τη φιλμογραφια του και να βλεπω οσες περισσοτερες ταινιες του βρηκα. Ενιωθα ετσι σαν να τον παρακολουθω χρονια.
Ομως δεν ειναι μονο αυτο. Δεν ειναι αυτο.
Ειναι ο τροπος που με αγγιζει, καθε φορα, οταν συνειδητοποιω πως ανθρωποι που γνωριζουν πως η τυχη, πως οι στατιστικες, πως η ζωη δεν φαινεται να ειναι με το μερος τους, και αυτοι παρολα αυτα, με πεισμα, παλευουν μεχρι το τελος.
Μια διεθνης αναγνωριση δεν ειναι βεβαια τιποτα, ειναι πολυ λιγο, μπροστα στο θανατο. Οταν ομως παιζεις μαζι του για χρονια και τον ξεγελας χρονο με το χρονο, μηνα με το μηνα, μερα με τη μερα, τουλαχιστον ας ξερεις πως ο αγωνας σου εχει αποτελεσμα. Οτι τον θανατο δεν τον ξεγελασες απλα, αλλα οτι του εβγαλες αυθαδικα τη γλωσσα. Οτι τον ξεπερασες, εστω και για λιγο, μεσα απο την τεχνη. Την τεχνη σου.
Ο Ulrich Muhe την ειχε την αναγνωριση στην πατριδα του, χρονια τωρα, μεσα απο πολυ επιτυχημενες ταινιες (αναζητηστε μερικες: "Funny Games", "Das Schloss", "Βenny's Video" του Χανεκε, "Αmen" του Γαβρα), επωνυμους ρολους σε πολλα θεατρικα εργα (ας μπορουσα να βρω την παρασταση "Blasted" της Sarah Kane που επαιζε προσπερσι στην Schaubuhne..) και δημοφιλεις τηλεοπτικες σειρες. Φετος ομως στοιχειωσε ολοκληρο τον κοσμο με το βλεμμα του. Και δακρυζαμε κι εμεις καθως ακουγε τη σονατα του καλου ανθρωπου, πονουσαμε κι εμεις καθως κρυφακουγε λαθραια τις ζωες των αλλων, λυτρωθηκαμε κι εμεις οταν τελικα εζησε την αληθινη ζωη.
Κι αυτος, μεσα απο την οθονη, ζουσε πραγματι μεσα απο τις ζωες των αλλων. Ζουσε λιγες στιγμες περισσοτερο μεσα απο τους χαρακτηρες που ερμηνευε, κι ετσι καθε μερα εδιωχνε το θανατο λιγο πιο μακρια.
Και τωρα, μεσα απο τους χαρακτηρες του, μεσα απο τις ταινιες του, μεσα απο τα βλεμματα μας, μεσα απο το θαυμασμο μας, μεσα απο τις ζωες των αλλων, θα ζει στο εξης αιωνια.
Δεν ειμαι καλη σε κανενος ειδους αποχαιρετισμους και ετσι δεν ξερω τι επιλογος ταιριαζει σε εναν τετοιο αποχαιρετισμο.
Θα δανειστω απο τον φιλο identity cafe και θα πω απλα,
Ulrich, das ist fur dich.
Wednesday, July 18, 2007
"Le Grand Bleu" του Luc Besson
Monday, July 9, 2007
Cinetheatrical Monologues
Ποτέ μέχρι σήμερα δεν πίστευα οτι τίθεται θέμα διλήμματος.
Ούτε τώρα το πιστεύω, αλλά πρώτη φορά χτες μου τέθηκε τόσο ρητά, και η απορία, ειλικρινής, μου έμεινε: "Κινηματογράφος ή θέατρο; Τί από τα δύο προτιμάς; Mα δεν μπορεί να σ'αρέσουν εξίσου, κάποιο θα πρέπει να προτιμάς από τα δύο.."
Από τη μία είναι η αμεσότητα, η ένταση, η παροδικότητα. Η αναπαράσταση της πραγματικότητας, συνήθως καθ'υπερβολην μα κι άλλες φορές με αξιοθαύμαστη ρεαλιστικότητα, σε απόσταση μόλις λίγων μέτρων. Μια πραγματικότητα στη σκηνή, άλλη πραγματικότητα στα καθίσματα, μα είναι εκεί, αληθινοί, χειροπιαστοί, δί
πλα σου, αναπνέουν τον αέρα σου, ακούνε τη φωνή σου, τον ψίθυρό σου, αλλά είναι ταυτόχρονα σε μια άλλη πραγματικότητα, που σε δύο ώρες θα έχει εξαφανιστεί, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Μια σύντομη μετάβαση στο "άλλο", μια μεταμόρφωση που γίνεται μπροστά σου, δίπλα σου. Δύο διαφορετικά, παράλληλα σύμπαντα, μα τα σύνορά τους δεν είναι σαφή. Σε κάθε παράσταση, το άλλο σύμπαν ξετυλίγεται νομίζεις για σένα, για λίγες ώρες, και μετά αυτή η διάσταση εξαφανίζεται από τον πραγματικό μας κόσμο. Αλλά και πάλι, το σύμπαν που δημιουργήθηκε έστω και για μια θέαση αντέχει στο διηνεκές, με τον τρόπο του. Αποτυπωμένο στο εσωτερικό μας σελιλόιντ. Που μπορεί να φθείρεται με το χρόνο, μα ζει ως ανάμνηση ενός κόσμου που για λίγο υπήρξε -και γι'αυτό το διάστημα ήταν πιο έντονος και από την πραγματικότητα που τον περιέβαλλε.
Από τη μία είναι η αμεσότητα, η ένταση, η παροδικότητα. Η αναπαράσταση της πραγματικότητας, συνήθως καθ'υπερβολην μα κι άλλες φορές με αξιοθαύμαστη ρεαλιστικότητα, σε απόσταση μόλις λίγων μέτρων. Μια πραγματικότητα στη σκηνή, άλλη πραγματικότητα στα καθίσματα, μα είναι εκεί, αληθινοί, χειροπιαστοί, δί
Από την άλλη υπάρχει το σελιλόιντ των απεριόριστων δυνατοτήτων. Της αναπαράστασης αλλά και της αποτύπωσης της πραγματικότητας. Της αμεσότητας, που όμως δεν είναι
χειροπιαστή σαν τη θεατρική, γιατί με αυτή την πραγματικότητα σε χωρίζει ένα πανί, πολλές ώρες γυρισμάτων γεμάτες "cut" και επαναλήψεις. Αλλά σε ενώνει η αλήθεια της εικόνας. Μιας εικόνας χωρίς όρους. Η άλλη πραγματικότητα που ξετυλίγεται μπροστά σου, είναι ένας άλλος, απεριόριστος και αιώνιος κόσμος, που υπάρχει παράλληλα με τον δικό μας, τον πραγματικό. Ο κινηματογραφικός κόσμος δεν είναι θνησιγενής σαν τον θεατρικό. Είναι αιώνιος. Αποτυπώνεται και ζει στο διηνεκές. Με κάθε ταινία, δημιουργείται ένα παράλληλο σύμπαν, ερήμην σου, που ως θεατής δεν το βιώνεις εν τη γενέσει του όπως στο θέατρο, αλλά θα υπάρχει για πάντα, όχι ως ανάμνηση, αλλά ως εικόνα. Για σένα αλλά και για τους άλλους. Σαν καταφύγιο, σαν παγίδα, σα φυλακή και σαν σωτηρία από τον πραγματικό κόσμο. Πολλές φορές είναι πιο υπερβολικό και από τη φαντασία και άλλες φορές πιο αληθινό και από την καθημερινότητά σου. Μια εικόνα παντοδύναμη, που δεν έχει ανάγκη να υποταχθεί στους όρους της σκηνής. Η δύναμη της κινηματογραφικής εικόνας είναι απεριόριστη -και είναι σχεδόν αδύνατον να μην της υποταχθείς, έστω και για λίγο. Ίσως όχι ολόκληρωτικά. Ίσως όχι κάθε φορά. Αλλά αυτός ο κόσμος είναι εκεί, και σε περιμένει για να βυθιστείς κάθε στιγμή στην αλήθεια του.
χειροπιαστή σαν τη θεατρική, γιατί με αυτή την πραγματικότητα σε χωρίζει ένα πανί, πολλές ώρες γυρισμάτων γεμάτες "cut" και επαναλήψεις. Αλλά σε ενώνει η αλήθεια της εικόνας. Μιας εικόνας χωρίς όρους. Η άλλη πραγματικότητα που ξετυλίγεται μπροστά σου, είναι ένας άλλος, απεριόριστος και αιώνιος κόσμος, που υπάρχει παράλληλα με τον δικό μας, τον πραγματικό. Ο κινηματογραφικός κόσμος δεν είναι θνησιγενής σαν τον θεατρικό. Είναι αιώνιος. Αποτυπώνεται και ζει στο διηνεκές. Με κάθε ταινία, δημιουργείται ένα παράλληλο σύμπαν, ερήμην σου, που ως θεατής δεν το βιώνεις εν τη γενέσει του όπως στο θέατρο, αλλά θα υπάρχει για πάντα, όχι ως ανάμνηση, αλλά ως εικόνα. Για σένα αλλά και για τους άλλους. Σαν καταφύγιο, σαν παγίδα, σα φυλακή και σαν σωτηρία από τον πραγματικό κόσμο. Πολλές φορές είναι πιο υπερβολικό και από τη φαντασία και άλλες φορές πιο αληθινό και από την καθημερινότητά σου. Μια εικόνα παντοδύναμη, που δεν έχει ανάγκη να υποταχθεί στους όρους της σκηνής. Η δύναμη της κινηματογραφικής εικόνας είναι απεριόριστη -και είναι σχεδόν αδύνατον να μην της υποταχθείς, έστω και για λίγο. Ίσως όχι ολόκληρωτικά. Ίσως όχι κάθε φορά. Αλλά αυτός ο κόσμος είναι εκεί, και σε περιμένει για να βυθιστείς κάθε στιγμή στην αλήθεια του.Ποιά ένταση είναι μεγαλύτερη; Η αμεσότητα της σκηνής, ή η πραγματικότητα της οθόνης;
Ποία αίσθηση είναι πιο έντονη; Ο ψίθυρος του θιάσου ή η καδραρισμένη γωνιά της οθόνης;
Ποιά στιγμή διαρκεί για πάντα; Ποιά αναπαράσταση είναι πιο αληθινή; Ποιά εικόνα κρύβει την αλήθεια μου; Σε ποιά πραγματικότητα να βυθιστώ;
..Πρέπει πραγματικά να διαλέξω;
Friday, July 6, 2007
I Know What You Did Last Summer
Όσο περισσότερο πήζω εδώ πέρα, τόσο περισσότερο το μυαλό μου ταξιδεύει. Ε, και δεν ήθελε και πολύ να κάνει τη σύγκριση: Περσι ακριβώς τέτοια επoχή τρέχαμε με τους σάκους μας από τρένο σε τρένο σε όλη την Ιταλία.
Subscribe to:
Posts (Atom)















